Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Η 28η Οκτωβρίου, οι μεταμφιέσεις και τα νέα τραπουλόχαρτα

Και τι δεν κάναμε σήμερα στο Θησείο:
Διαβάσαμε αποσπάσματα από το "Μεγάλο περίπατο του Πέτρου", από το "Ο Άκης και οι άλλοι", καθώς και το "Σαν παραμύθι" της Γαλάτειας Σουρέλη, θέλοντας να είμαστε στο κλίμα της γιορτής. Εννοείται πως είπαμε και το "Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του" και το "Κορόιδο Μουσολίνι".

Μετά... ξεφύγαμε.
Τα παιδιά διάλεξαν ρούχα από το μαγικό κουτί κι ο χώρος γέμισε κακούς μάγους, σουλτάνες, πριγκίπισσες, ιππότες, γοργόνες...
Παίξαμε  ένα τελείως τρελό παραμύθι, όπου μαι γοργόνα προπασπαθούσε να βγει από τη θάλασσα, ένας κακός μάγος με τον βοηθό του κι έναν διαβολάκο την παγίδεψαν στο καράβι. Την έσωσε η φίλη της η Σουλτάνα η Αισέ, αλλά μετά τις πιάσανε και τις δυο.
Με κα΄τι μαγικά μπισκότ απου έφτιαξε η Σουλτάνα, οι κακοί έγιναν καλοί κι όλα είχαν αίσιο τέλος!

Στο τέλος φτιάξαμε μια σειρά από νεά τραπουλόχαρτα, εμπνευσμένα από την ιστορία μας....

Η "Παραμυθοκουζίνα" θα είναι πάλι στο Θησείο στις 17 Νοεμβρίου. Θα ταξιδέψει στην Ανατολή και θα φέρει νέες ιδέες!!!!

Μέχρι τότε απολαύστε τα νεά τραπουλόχαρτα:

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Σάββατο 27 Οκτωβρίου, 12μμ: Εμπνεόμαστε από το Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου (και όχι μόνο)


Το Σάββατο, 27 Οκτωβρίου (12-2μμ), η "Παραμυθοκουζίνα" θα είναι στο Θησείο, στο χώρο "Τέχνης Βήματα". Με τη χρονομηχανή μας, θα γυρίσουμε 72 χρόνια πίσω, στην 27η -28η Οκτωβρίου του 1940. Θα διαβάσουμε αποσπάσματα όπως αυτό που ακολουθεί, και θα φτιάξουμε ένα δικό μας παραμύθι αφιερωμένο στη μέρα, που θα το ανεβάσουμε στην αυτοσχέδια σκηνή μας σε μια πρωτότυπη διαδραστική θεατρική απράσταση...


 
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» (Μεταίχμιο)


Ο θάνατος του τριζονιού


ΩΣ ΤΙΣ ΠΕΝΤΕ ΤΟ ΠΡΩΙ, το τριζόνι χαρχάλευε ακόµη στο χαρτονένιο κουτί του. Ο Πέτρος το είχε ακουµπήσει το βράδυ σ’ ένα σκαµνί πλάι στο κρεβάτι του, γιατί σαν πήγε να επιθεωρήσει το κουτί µε τα ζουζούνια του, πριν πέσει να κοιµηθεί, βρήκε το τριζόνι στις µεγάλες του ακεφιές. Έτσι ήτανε την πρώτη µέρα που το γλίτωσε από τη γάτα. Το άγγιζε µ’ ένα ξυλαράκι κι εκείνο µόλις που κουνούσε τα πόδια του. Ο Πέτρος το ’βαλε στο κουτί, το τάιζε φυλλαράκια, ώσπου κείνο σιγά σιγά ζωντάνεψε κι άρχισε να τρίζει για τα καλά. Σήµερα, µάλιστα, λογάριαζε να το ’χωνε στη σχισµάδα του µεγάλου δοκαριού, κάτω στην αποθήκη. Μια χαρά τα πήγαινε µέχρι χτες το βράδυ, που ξανακύλησε στα ξαφνικά, γι’ αυτό και το πήρε ο Πέτρος κοντά του. Σα σιγουρεύτηκε πως είναι καλά το τριζόνι του και έτριζε, τον πήρε ο ύπνος, µα σαν ξύπνησε στις οχτώ το πρωί το τριζόνι του δεν ακουγότανε πια. Ο Πέτρος ανακάθισε στο κρεβάτι του, πήρε το κουτί, το ακούµπησε πάνω στα σκεπάσµατα και κοίταζε το πεθαµένο τριζόνι, που δεν είχε πεθάνει, σαν όλα τα µαµούνια, ανάσκελα, µε κοκαλωµένα τα πόδια στον αέρα, µα ήτανε γερµένο στο πλάι µε το ένα του φτερούγι ξεδιπλωµένο. Καλά που ήτανε Κυριακή, αλλιώς, θα έπρεπε να φύγει ο Πέτρος για το σχολείο και δε θα είχε καιρό ούτε να το θάψει.
Στο σπίτι κανείς δεν είχε ξυπνήσει ακόµη. Ο παππούς µονάχα έβηχε. Τον άκουγε από την τραπεζαρία να στριφογυρίζει στον καναπέ που το βράδυ γινότανε κρεβάτι του, µα δεν είχε κι αυτός σηκωθεί. Η Αντιγόνη, η αδελφή του Πέτρου, του είχε πει να την ξυπνήσει νωρίς, αν ήτανε καλός ο καιρός, γιατί θα πήγαινε βόλτα µε τις φίλες της. Έκανε λιακάδα και ζέστη, µόλο που ο Οκτώβρης κόντευε να τελειώσει. Όπως ήτανε µε τις πιτζάµες και ξυπόλυτος, πήρε το κουτί µε το τριζόνι και ζύγωσε στο κρεβάτι της. Παρ’ όλη του τη λύπη για το πεθαµένο του ζουζούνι, δεν µπόρεσε να µη γελάσει σαν αντίκρισε το κεφάλι της Αντιγόνης να ξεφυτρώνει από τα σκεπάσµατα. Το είχε δει τόσες φορές, και κάθε φορά του φαινότανε και πιο αστείο. Η Αντιγόνη τύλιγε τα µαλλιά της σε άσπρα κουρελάκια –ο Πέτρος µια φορά τα είχε µετρήσει και τα είχε βγάλει εξήντα οχτώ– κι όσο κι αργά και να τέλειωνε τα µαθήµατά της, δε βαριότανε να κάνει κάθε βράδυ αυτή τη δουλειά. Χαρά στην υποµονή της. Κι όλον αυτόν τον κόπο, για να έχει την άλλη µέρα ένα κεφάλι φουντωτό σαν κουνουπίδι, µε δυο φιογκάκια στο κάθε πλάι, που έπρεπε να απέχουνε ίση απόσταση από τη χωρίστρα, ούτε τριχούλα πιο κει. Είχε ένα κουτί γεµάτο τέτοια φιογκάκια –δύο από κάθε χρώµα– που απαγορευότανε να τ’ αγγίξεις, λες και ήτανε στύλος του ηλεκτρικού. Πολύ το καµάρωνε το κουνουπιδένιο της κεφάλι η Αντιγόνη, γιατί όλοι λέγανε πως ήτανε ίδια η Ντιάνα Ντάρµπιν, που όλα τα κορίτσια κάνανε σαν παλαβά να βλέπουν τις ταινίες της και να κάνουν συλλογή από φωτογραφίες της. Η αλήθεια είναι ότι της έµοιαζε πάρα πολύ, κι ο Πέτρος ήτανε πολύ περίεργος να µάθει αν η Ντιάνα Ντάρµπιν κοιµότανε µε εξήντα οχτώ κουρελάκια στο κεφάλι.
Η Αντιγόνη –περίεργο– ξύπνησε στις καλές της, τον είπε «Πετράκη» και του υποσχέθηκε να τον πάει 4 με 6 στην «Ατθίδα», τον κινηµατογράφο της γειτονιάς, που έπαιζε τους Λογχοφόρους της Βεγγάλης. Ο Πέτρος κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της και την κοίταζε που έλυνε τα κουρελάκια της.
— Πέθανε το τριζόνι, της κάνει λυπηµένα.
Η Αντιγόνη παράτησε το κουρελάκι, που το είχε τραβήξει µε δύναµη κι είχε βγάλει και µια τούφα µαλλιά µαζί, και του πήρε το κουτί από τα χέρια.
— Τι παράξενα που έχει απλωµένο το φτερούγι του, απορεί η Αντιγόνη.
Αν την άκουγε ο πατέρας, σίγουρα θα ’λεγε, «παιδιαρισµοί». Η Αντιγόνη ήτανε δεκατεσσάρω χρονώ, κι ο µπαµπάς νοµίζει πως σαν είσαι πια τόσο µεγάλος, δεν µπορείς να λυπάσαι για ψόφια τριζόνια.
— Θέλεις το κουτί από το βραχιόλι µου, για να το θάψεις; τον ρώτησε.
Παρόλο που ήτανε στις µεγάλες της καλοσύνες, ο Πέτρος αρνήθηκε. Θα το έβαζε το τριζόνι µέσα στη χαραµάδα του δοκαριού, κι ας ήτανε πεθαµένο.
Το πρωινό το έφαγε ανόρεχτα και σαν τον ρώτησε η µαµά αν έχει να κάνει µαθήµατα, απάντησε κάτι, που δεν έµοιαζε ούτε ναι ούτε όχι. Τέλειωσε όσο πιο γρήγορα µπορούσε και ροβόλησε κάτω στην αποθήκη. Μόλις άνοιξε την πόρτα, ο Θόδωρος έτρεξε –όσο µπορούσε βέβαια να τρέξει– κοντά του. Ο Θόδωρος ήτανε µια µεγάλη χελώνα, που κάποτε ήτανε ένα µικρό χελωνάκι, που χωρούσε σ’ ένα σπιρτόκουτο. Την είχε κάνει τράµπα µ’ έναν συµµαθητή του, τον Θόδωρο, του είχε δώσει για να την πάρει ολόκληρο σακουλάκι βόλους και τρεις ακόµα γκαζές. Ο Πέτρος την έβγαλε Θόδωρο, γιατί περπατούσε αργά αργά και βαριεστηµένα σαν τον συµµαθητή του. Σα δε χωρούσε πια στο σπιρτόκουτο, την έβαλε σ’ ένα κουτί λουκουµιών, την κουβαλούσε µαζί του, σαν πήγαινε περίπατο και την άφηνε να βοσκήσει στο χορτάρι. Όταν µεγάλωσε η χελώνα πάρα πολύ, την κατέβασε στην αποθήκη, την έβγαζε να πάρει αέρα στον φωταγωγό του σπιτιού που σχηµάτιζε κάτω ένα µικρό αυλιδάκι και της κουβαλούσε απέξω χορτάρι.
— Θόδωρε, το τριζόνι πέθανε τα ξηµερώµατα, ανακοίνωσε επίσηµα.
Έβαλε το τριζόνι µέσα στη χαραµάδα του δοκαριού, έκλεισε τη σχισµή µε πηλό και χάραξε πάνω στο ξύλο µ’ ένα σουγιαδάκι: 27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940.
27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 γράφει και ο πατέρας σε µια κίτρινη καρτέλα που έχει απλωµένη πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας. Άµα γεµίσει µε αριθµούς πολλές εκατοντάδες τέτοιες καρτέλες, τότε θα νοικιάσουν πιο µεγάλο σπίτι, κι ο Πέτρος δε θα κοιµάται πια στο ίδιο δωµάτιο µε την Αντιγόνη. «Άµα θα ’χω πολλές καρτέλες», απαντάει ο πατέρας κάθε φορά που εκείνος ή η Αντιγόνη ζητάνε να τους αγοράσει κάτι. Ο Πέτρος όµως, από τον καιρό που ήτανε µικρός και περίσσευε ίσα ίσα το κεφάλι του από το τραπέζι, θυµάται βουνό τις καρτέλες. Η Αντιγόνη λέει πως σαν ήτανε κι εκείνη µικρή, τις έφαγε, γιατί είχε ζωγραφίσει µια γάτα πλάι στα νούµερα. Ο πατέρας, µόλις γυρίσει από τη δουλειά, κάθεται και γράφει τις καρτέλες. Δουλεύει ακόµα και τις Κυριακές. Η µαµά γκρινιάζει, κυρίως τα Σαββατόβραδα, πως θέλει να πάνε σε κανέναν κινηµατογράφο, µα ο πατέρας λέει πως αν δεν πάρει συµπληρωµατική δουλειά από άλλα µαγαζιά στο σπίτι, δε βγαίνει ο µήνας. Τότε η µαµά τα βάζει µε τον κύριο Κοντογιάννη, το αφεντικό του µπαµπά – έχει παραγγελιοδοχικό γραφείο «ΒΟΥΤΥΡΑ-ΕΛΑΙΑ», µα ο ίδιος είναι αδύνατος σαν τσίρος και σπαγγοραµµένος. Έχει χρόνια να κάνει αύξηση στον µπαµπά. Μονάχα κάθε χρόνο, στη γιορτή της µαµάς, στέλνει µια ακριβούτσικη τούρτα. Ο Πέτρος ορκίζεται µέσα του πως από φέτος θα γίνει πρώτος µαθητής και µόλις τελειώσει το σχολείο θα δουλεύει και θα σπουδάζει, κι όλα τα Σαββατόβραδα θα πηγαίνει τη µαµά στον κινηµατογράφο. Αυτά τα συλλογιέται τα Σάββατα, µα σαν ξηµερώσει µια Κυριακή όλο λιακάδα δεν είναι πια τόσο σίγουρος, αν θα είναι από φέτος ο πρώτος στην τάξη.
27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 έχει γράψει πάνω στο λευκό φύλλο της χαρτογραφίας, που τον περιµένει άδικα να σχεδιάσει τον χάρτη της Αυστραλίας. Θαρρείς και το κάνουν επίτηδες και βάζουν γεωγραφία κάθε Δευτέρα, για να ’χει όλη την Κυριακή τη σκοτούρα της χαρτογραφίας. Όλο αποφασίζει πως θα κάνει πρωί πρωί τον χάρτη να ξεµπερδεύει, µα πάντα κάτι συµβαίνει. Αν δεν είχε πεθάνει σήµερα το τριζόνι, µπορεί τώρα να τον είχε κιόλας τελειώσει.
Όταν πια αποφάσισε ν’ αρχίσει και ξεσήκωνε το σχέδιο στο τσιγαρόχαρτο, του φώναξε η Αντιγόνη πως είναι ώρα για τον κινηµατογράφο. Έγινε ολόκληρος καβγάς πριν φύγουν, για να µην πάει µε τα παπούτσια της γυµναστικής, τον έβαλε κι έβρεξε τα µαλλιά του, για να κατακαθίσουν, και τον απείλησε πως αν δε φορούσε το µπλε του σακάκι µε τα χρυσά κουµπιά, δε θα τον έπαιρνε µαζί της. Αν δεν ήθελε τόσο πολύ ο Πέτρος να δει την ταινία, θα προτιµούσε να καθίσει στο σπίτι µε τα ζουζούνια του ή να πάει στην αποθήκη µε τον Θόδωρο, παρά να βάλει αυτό το γελοίο σακάκι, που το είχε από πέρυσι και του είχανε τόσο κοντύνει τα µανίκια, που αναγκαζότανε όλη την ώρα να τραβάει τα χέρια του προς τα πάνω. Στον δρόµο η Αντιγόνη, µια και τον είχε καταφέρει να της κάνει τα χατίρια, άρχισε τα καλοπιάσµατα:
— Δε σε πειράζει, Πετράκη, να ’ρθει µαζί µας στο σινεµά και ο Δηµήτρης;
— Ποιος Δηµήτρης;
— Ο ξάδελφος µιας συµµαθήτριάς µου. Ένα παιδί από το Κολέγιο.
— Και τι µε νοιάζει εµένα, σάµπως θα τον πάρω στην πλάτη µου, απάντησε αδιάφορα ο Πέτρος, που τώρα µόλις άρχισε να καταλαβαίνει τις καλοσύνες της αδελφής του.
Όσες φίλες της είχανε µεγαλύτερους αδελφούς τη ζηλεύανε. «Είσαι τυχερή εσύ, Αντιγόνη», της λέγανε, «που έχεις µικρότερο αδελφό κι αν βγεις µε κανένα αγόρι, δεν τον έχεις να σου λέει: ετούτος µ’ αρέσει και τούτος όχι».
Στο διάλειµµα ο Δηµήτρης έλεγε ένα σωρό βλακείες στην Αντιγόνη. Πως τα µαλλιά της µοιάζουνε κυµατάκια που τα χαϊδεύει ο άνεµος και τα κατσαρώνει –πού να ξέρει βέβαια για τα κουρελάκια– και τα χείλια της είναι σαν αµύριστο τριαντάφυλλο.
— Πάψε να τρίζεις, είπε η Αντιγόνη του Πέτρου, που προσπαθούσε να κρατήσει τα γέλια του και τρανταζότανε άθελά του στο κάθισµα.
— Κοίτα πώς µοιάζει στην Ντιάνα Ντάρµπιν, είπανε δυο κορίτσια που καθόντανε µπροστά τους και είχανε γυρίσει µια στιγµή πίσω και είδανε την Αντιγόνη.
Ο Δηµήτρης τις άκουσε και αυτός και, αφού κοίταξε για λίγο το κουνουπιδένιο κεφάλι της Αντιγόνης, είπε:
— Αλήθεια, µοιάζεις.
Αν ήτανε µεγάλος αδελφός ο Πέτρος θα προτιµούσε χίλιες φορές για παρέα της αδελφής του τον Γιάννη, το παιδί που καθότανε στο αντικρινό σπίτι κι ερχότανε κάθε τόσο να βοηθάει την Αντιγόνη στα µαθηµατικά. Στον δρόµο, σα γύριζαν σπίτι, ο Πέτρος τόλµησε και της το είπε:
— Γιατί δεν πηγαίναµε σινεµά µε τον Γιάννη; Αυτός ο Δηµήτρης σαν σαχλάκιας µου φαίνεται.
— Δεν ξέρεις τι λες, τον έκοψε η Αντιγόνη. Όλες µου οι συµµαθήτριες κάνουνε παρέα µε τα παιδιά από το Αµερικάνικο Κολέγιο, κι ο Γιάννης πάει στο δηµόσιο.
Ο Πέτρος δεν της ξαναµίλησε, ώσπου φτάσανε στο σπίτι. Θυµάται πως πέρυσι όλες οι φίλες της Αντιγόνης, κι η Αντιγόνη η ίδια, µιλούσανε για τ’ αγόρια από το Γερµανικό Σχολείο. Φέτος ούτε να τους ακούσουνε. Πέρασε η µόδα τους, συλλογιέται ο Πέτρος, και τώρα µιλάνε όλο για τα παιδιά από το Κολέγιο. Η Ρίτα, η καλύτερη φίλη της Αντιγόνης, έλεγε µια µέρα πως δεν τους θένε πια αυτούς τους Γερµαναράδες –εννοούσε τ’ αγόρια του Γερµανικού Σχολείου– και πως αν ήτανε εντάξει, έπρεπε ν’ αλλάζανε σχολείο, επειδή οι Γερµανοί µε τον Χίτλερ τους βάλθηκαν να κατακτήσουν την Ευρώπη. Ο Πέτρος πάει κι αυτός σε δηµόσιο σχολείο, όπως ο Γιάννης. Πολύ που θα τον νοιάζει, σα µεγαλώσει, αν κάτι Ρίτες και κάτι Αντιγόνες δεν πάνε µαζί του στον κινηµατογράφο. Ένα έργο πιο πολύ το ευχαριστιέσαι να το βλέπεις µόνος σου. Η Αντιγόνη πάει σε ιδιωτικό σχολείο, γιατί όλοι στο σπίτι πιστεύουνε –εκτός από κείνον φυσικά– πως άµα θελήσει κάποιος να την παντρευτεί, θα ’ναι πολύ πιο καλό να του πούνε πως τέλειωσε το ιδιωτικό Παρθεναγωγείον «ΠΑΡΘΕΝΩΝ», παρά το τάδε δηµόσιο. Άκου ανοησίες.
— Πάψε πια να κλοτσάς αυτό το κουτί, µου δίνεις στα νεύρα, λέει η Αντιγόνη.
Εκείνος ούτε το είχε προσέξει πως κλοτσούσε ένα άδειο κουτί από τσιγάρα. Το είχε δει πεσµένο µπροστά στην έξοδο του κινηµατογράφου και το ’φτασε ως το σπίτι.
Λόγω τιµής ο Πέτρος λογάριαζε να καθίσει αµέσως να κάνει τον χάρτη του, βρήκε όµως µπροστά στην ξώπορτα τον Σωτήρη, το αγόρι που µένει στο πάνω πάτωµα και που του είπε να πάει σπίτι του να δει µια ψόφια φραγκόκοτα που είχε βρει το πρωί σ’ ένα έρηµο οικόπεδο. Ο Πέτρος δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του φραγκόκοτα, ούτε καν ψόφια. Δεν το πήρε είδηση πως πέρασε η ώρα και, σαν του φώναξε η µαµά πως το τραπέζι είναι έτοιµο, δεν είχε ακόµη καλοξεσηκώσει την Αυστραλία στο τσιγαρόχαρτο.
Ο Πέτρος, άµα µεγαλώσει κι έχει οικογένεια δικιά του, ποτέ δε θα τους βάζει να κάθονται γύρω από το τραπέζι να τρώνε. Θα υπάρχει µια σκάλα ξύλινη, που θα πηγαίνει στο απάνω πάτωµα –έχει δει µια παρόµοια στο σπίτι της Ρίτας– κι εκεί θα κάθονται αυτός, η γυναίκα του κι οι τρεις γιοι του, κόρες δε θα ’χει. Σε κάθε σκαλοπάτι κι από ένας τους. Γύρω στο τραπέζι δεν ξέρει γιατί καθένας λέει τα πιο κουτά πράµατα. Και σχεδόν τα ίδια κάθε φορά, µεσηµέρι βράδυ.
— Πάλι κακό βαθµό στα ελληνικά, µαλώνει ο µπαµπάς.
— Θέλω να µου αγοράσετε πλισέ φούστα, όλες οι φίλες µου φοράνε, φωνάζει η Αντιγόνη.
— Τι τρώµε τόσο νωρίς, θα µπορούσατε να περιµένετε να τελειώσω την πασιέντσα… πού να ξαναστρώνω πάλι τα χαρτιά.
Ο παππούς κάθεται όλη µέρα και κάνει µια πασιέντσα. Την πασιέντσα του Ναπολέοντα. Στρώνει ολόκληρη την τράπουλα και γεµίζει το τραπέζι.
— Δε σηκώνει άλλο, πρέπει να πάρουµε ύφασµα να φτιάξω κάλυµµα για τον καναπέ. Έρχεται καµιά επίσκεψη και ντρέποµαι τα ξέφτια, παραπονιέται η µαµά.
Ο Πέτρος µπορεί να ορκιστεί πως λένε τις ίδιες φράσεις κάθε µέρα, κι εκεινού του έρχονται στον νου τα πιο απίθανα πράµατα να τους πει.
— Σήµερα είδα στον δρόµο ένα άλογο µε ψάθινο καπέλο και κολιέ… Για να γίνεις, λέει, καπετάνιος, πρέπει ν’ αρχίσεις από µούτσος. Θα µ’ αφήσετε να πάω µούτσος;
Κανείς δεν του απαντάει, γιατί κανείς τους δεν προσέχει ποτέ τι τους λέει. Μονάχα σαν έρχεται ο θείος Άγγελος, ο αδελφός της µαµάς, να φάει µαζί τους, όλα αλλάζουνε. Έχει πάντα κάτι καινούριο να πει, που δε βαριέσαι να τ’ ακούς. Τα παιδιά του Πέτρου όµως δε θα ’χουνε θείο Άγγελο, θα ’χουνε την Αντιγόνη, που θα µιλάει για φούστες πλισέ.
Ο θείος Άγγελος ήρθε το βράδυ µετά το φαγητό κι έπιασε κουβέντα µε τους µεγάλους για τον πόλεµο. Ο Πέτρος συλλογιότανε το τριζόνι κι η καρδιά του σφίχτηκε. Τι τους έπιασε τους άλλους µε τον πόλεµο…
— Θα ’σαι τρέλα στρατιωτίνα µε το χακί, πείραζε ο θείος την Αντιγόνη.
— Πού να βλέπατε τη Μεγάλη Αντιγόνη στον περασµένο πόλεµο, που τραγουδούσε ντυµένη τσολιαδάκι, είπε ο παππούς.
Ο παππούς, πριν πάρει σύνταξη, δούλευε υποβολέας στον θίασο της «Μεγάλης Αντιγόνης» – γι’ αυτό βαφτίσανε και την εγγονή του έτσι. Σε κάθε του κουβέντα θα την αναφέρει. Ό,τι και να πει. Ακόµα και σαν η µικρή Αντιγόνη του λέει: «Καληνύχτα, παππού».
— Αχ, να δεις πώς το ’λεγε το καληνύχτα η Μεγάλη Αντιγόνη σαν έπαιζε Οφηλία. «Καληνύχτα, καλές µου κυρίες…, καλές µου κυρίες, καληνύχτα…» Τι φωνή… όλο µέταλλο…
Μια Κυριακή πρωί δώσανε του παππού µια πρόσκληση για το θέατρο και πήρε και τον Πέτρο µαζί. Η Μεγάλη Αντιγόνη, που είχε πάρει κι αυτή προ πολλού σύνταξη, θα έπαιζε σκηνές από παλιές της επιτυχίες. Ο Πέτρος είδε πάνω στη σκηνή µια γριά µπογιατισµένη που έπαιζε το κοριτσάκι. Ο παππούς έκλαιγε για τα καλά, στο πλάι του. Ο Πέτρος προτιµούσε να ’χε µείνει στην αποθήκη µε τον Θόδωρο.
Η µαµά έφερε καφέ στον θείο Άγγελο και λέει στα παιδιά πως είναι ώρα για ύπνο. Η Αντιγόνη θέλει να την ξυπνήσουν νωρίς, για να περάσει άλλη µια φορά την ιστορία της.
— Εσύ, Πέτρο, τα τέλειωσες όλα; τον ρωτάει η µαµά στην πόρτα.
— Έµεινε κάτι να µπογιατίσω, της απάντησε, µα κείνη δεν καλοπρόσεξε τι της είπε, γιατί την ίδια στιγµή κάτι έλεγε ο θείος Άγγελος για αλεύρι και για ζάχαρη.
Ο Πέτρος έκλεισε τη χαρτογραφία, της οποίας το φύλλο είχε µείνει κατάλευκο µε την ηµεροµηνία µόνο στην κορφή, και την έβαλε στη σάκα του. Τι θα ’λεγε αύριο στον κύριο Λουκάτο, τον δάσκαλό του, όταν θα ερχότανε η ώρα να µαζέψει τις χαρτογραφίες; Ας γινότανε κάτι να µην πήγαινε αύριο σχολείο. Όχι βέβαια πόλεµος, που λέει ο θείος Άγγελος, µα µπορούσε να πάθαινε, ας πούµε, µαγουλάδες. Όλη η τάξη έπαθε και µόνο αυτός είχε την ατυχία να µην κολλήσει. Ξαπλώνει στο κρεβάτι του και κουκουλώνεται πάνω από το κεφάλι να µην τον εµποδίζει το φως, ώσπου να τυλίξει η Αντιγόνη τα κουρελάκια της.
Αν δεν είχε πεθάνει το τριζόνι, θα την είχε σχεδιά-σει πρωί πρωί την Αυστραλία.
…«27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940, ενθάδε κείται το ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΙΖΟΝΙ»… αυτό είναι γραµµένο µε µεγάλα πράσινα γράµµατα στη χαρτογραφία… γι’ αυτό δεν τον µαλώνει ο κύριος Λουκάτος.
— Γιατί φορείς πένθος; ρωτάει ο δάσκαλος.
— Για το τριζόνι, απαντάει ο Πέτρος και κοιτάζει το µαύρο κρέπι στο µανίκι του.
— Να πενθήσουν όλοι, διατάζει ο κύριος Λουκάτος.
Η τάξη όµως είναι άδεια… ούτε ένα παιδί… και στην έδρα κάθεται τώρα ο θείος Άγγελος.
— Τι κάθεσαι, τα παιδιά πήγανε στον πόλεµο, λέει του Πέτρου.
…Έξω στον δρόµο ακούγονται φανφάρες… «Περνάει η Μεγάλη Αντιγόνη», ακούγεται η φωνή του παππού. Ο Πέτρος σκύβει από το παράθυρο. Στον δρόµο περνάει η Αντιγόνη, η αδελφή του, ντυµένη τσολιαδάκι… Τα µαλλιά της τα ’χει τυλιγµένα σε γαλάζια κουρελάκια, που οι άκρες τους ανεµίζουν σαν σηµαίες… Κρατάει ένα ταµπούρλο και πίσω της κόσµος… Βρέθηκε κι ο Πέτρος στο πλήθος… ο κόσµος ουρλιάζει… ο Πέτρος τρέχει… τρέχει να γλιτώσει από τις φωνές… προσπαθεί να χωρέσει στη χαραµάδα του δοκαριού… µα το τριζόνι δεν τρίζει… ουρλιάζει κι αυτό δυνατά και απαίσια… εκείνος στριµώχνεται στη χαραµάδα, να µην το ακούει… κάποιος τον σπρώχνει… θέλει, φαίνεται, να κλείσει τη χαραµάδα µε πηλό… µα το τριζόνι ουρλιάζει… ουρλιάζει… ένα χέρι τού χαϊδεύει το µέτωπο…
Άνοιξε τα µάτια του. Πάνω από το κρεβάτι του είναι η µαµά κι η Αντιγόνη, ντυµένη µε την καινούρια της ποδιά και δυο µπλε φιογκάκια στο κεφάλι, ένα σε κάθε µεριά, στην ίδια απόσταση από τη χωρίστρα. Ο Πέτρος ανακάθεται βιαστικά. Άργησε, φαίνεται, να ξυπνήσει για το σχολείο. Μα να που το ούρλιαγµα συνεχίζεται και στον ξύπνο του, κι η µαµά είναι τροµαγµένη.
— Σήκω, του λέει, να είσαι ντυµένος, έγινε πόλεµος. Δεν ακούς τις σειρήνες;

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Κι άλλες στιγμές μαγείας στο Θησείο... (Σάββατο 27 Οκτωβρίου)




Κάθε Σάββατο ο χώρος «Τέχνης Βήματα» ((Ηρακλειδών 54, Θησείο ~ Τ.Κ. 118 51 ~ τηλ: (210) 522 9339 - 698 010 0398 - info@texnisvimata.gr ) φιλοξενεί την Παραμυθοκουζίνα,  για ένα δίωρο διασκεδαστικό, αλλά και δημιουργικό. Θεατρικό παιχνίδι, μαγειρική, μαθήματα διατροφής συνδυάζονται με τα παραμύθια και τις ιστορίες των παιδιών.

Την ίδια ώρα οι γονείς μπορούν να συμμετέχουν ή απλά να απολαμβάνουν τον καφέ τους σε μια από τις φιλόξενες αίθουσες του «Τέχνης Βήματα»

Ξεκινήσαμε στις 13 Οκτωβρίου (12- 2 το πρωί) με «Παραμυθο -μαγειρέματα», συνεχίσαμε στις 20 Οκτωβρίου  με Κουκλοθέατρο και τώρα, στις 27 Οκτωβρίου, θα ανεβάσουμε το παραμύθι μας στη... σκηνή, μέσα από ένα πρωτότυπο, διαδραστικό θεατρικό παιχνίδι.
Τα παιδιά γίνονται συγγραφείς, σκηνοθέτες και ηθοποιοί της παράστασης που θα φτιάξουμε με τη βοήθεια της Μαγικής Τράπουλας!


Οι φωτογραφίες της Μεταξίας, αιχμαλωτίζουν τις στιγμές μαγεάις που ζήσαμε το Σάββατο. Σας περιμένουμε να τις μοιραστούμε μαζί σας.

Γιατί πάντα θα υπάρχει μια άτακτη ηλιαχτίδα να ομορφύνει το παραμύθι μας!
 

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Παραμυθοσαλάτα: Όταν η Άριελ συνάντησε τη Χιονάτη!


Σήμερα βρεθήκαμε όπως είχαμε πει στο χώρο "Τέχνης Βήματα" στο Θησείο και φτιάξαμε παραμύθια με τη Μαγική Τράπουλα, που τα ζωντανέψαμε στο κουκλοθέατρο.

Όπως κάθε καλός θίασος, μοιράσαμε στην αρχή τους ρόλους:

Ο Γιώργος στο ρόλο του Λύκου
Η Ιόλη - Άριελ
Ο Ιάσων  -Πρίγκιπας
Η Σοφία -Χιονάτη
Ο Σπύρος -Κυνηγός
Ο Νικηφόρος -Μαμά Κοκκινοσκουφίτσας
Ο Δημήτρης -Νάνος
Η Ευαγγελία -Ροζ Νάνος /Κακιά Βασίλισσα
Η Μυρτώ και  ο Στέλιος, προτίμησαν να απέχουν από τη σκηνή

Όπως καταλαβαίνετε φτιάξαμε μια απίστευτη παραμυθοσαλάτα, ππυ θα έκανε υπερήφανο το Τζιάνι Ροντάρι. Σε κάποια στιγμή μέχρι και Cars παίξαμε.


Το παραμύθι- έργο σε περίληψη:

Η Άριελ, δεν παντρεύτηκε ποτέ τον πρίγκιπα γιατί όταν τον γνώρισε άρχισε να τον αντιπαθεί. Παντρεύτηκε τελικά τον Κυνηγό (εκείνον που σκότωσε το λύκο στην Κοκκινοσκουφίτσα)
Όλα πήγαιναν καλά. Μόνο ένα πρόβλημα υπήρχε στο ζευγάρι. Η Άριελ μαγείρευε μόνο ψάρια και θαλασσινά. Ο Κυνηγός δεν άντεχε άλλο. Ήθελε μια μακαρονάδα, ένα μπιφτέκι, φακές... Κάτι άλλο τέλος πάντων.
(Μάλιστα συναντήθηκε και με τον Πρίγκιπα που υποστήριζε πως εκείνος είχε χωρίσει την Άριελ γιατί δεν ήξερε να μαγειρεύει)
Ευτυχώς η Χιονάτη που έμαθε τι συμβάινει χάρισε στο ζευγάρι ένα Μαγικό βιβλίο με όλες τις συνταγές.
Έτσι η Άριελ έφτιαξε στον Κυνηγό καταπληκτικά γεμιστά και το ζευγάρι αγαπήθηκε πάλι (!)
Η Χιονάτη όμως είχε τα δικά της προβλήματα. Ο Κακός Λύκος δεν την άφηνε να πάει στη μαμά της (που καθώς φαίνεται ποτέ δνε είχε πεθάνει). Ο Κυνηγός όμως σκότωσε το Λϋκο κι έτσι μητέρα κόρη επιτέλους συναντήθηκαν κι έπεσαν η μια στην αγκαλιά της άλλης.
Στο μεταξύ η Χιονάτη και η Άριελ έπρεπε να πραγαμτοπιιήσουν έναν άθλο:
Η Χιονάτη να μείνει κα΄τω από το νερό μια ώρα και η Άριελ μιά ώρα πάνω από το νερό.
Δεν θα τα κατάφερναν  ποτέ αν δεν τις βοηθούσαν οι δυο νάνοι. Τα κατάφεραν, αλλά όταν κάθονταν ήσυχες και κουβέντιαζαν παρέα με τον Πρίγκιπα της Χιονάτης εμφανίστηκε η Κακιά Μάγισσα που τους έπεισε να φάνε από ένα δηλητηριασμένο αχλάδι.
Ευτυχώς η Μαμά της Κοκκινοσκουφίτσας είχε το αντίδοτο και σώθηκαν.
Η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας πήρε τη Μάγισσα στο κυνήγι.
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!!!!


Στο τέλος τα παιδιά ζωγράφισαν, αποτυπώνοντας με το δικότ οςυ τρόπο τις ιστορίες στο χαρτί.
Το επόμενο ραντεβού μας είναι το Σάββατο 27 Οκτωβρίου στις 12 το μεσημέρι και πάλι στο χώρο "Τέχνης Βήματα", όπου θα παίξουμε... θέατρο!!! (φέρτε λοιπόν ότι απράξενα ρούχα έχετε κι ελάτε)
Όλες οι ζωγραφιές είναι των παιδιών (οι ηλικίες σήμερα ήταν από 3- 7 ετών)

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Σάββατο 20 Οκτωβρίου, 12 μμ: Παραμυθοκουζινοκουκλοθέατρο!!!



Πώς συνδυάζονται τα παραμύθια με τη μαγειρική, το μυρωδάτο καφέ και το κουκλοθέατρο;

Κάθε Σάββατο ο χώρος «Τέχνης Βήματα» ((Ηρακλειδών 54, Θησείο ~ Τ.Κ. 118 51 ~ τηλ: (210) 522 9339 - 698 010 0398 - info@texnisvimata.gr ) φιλοξενεί την Παραμυθοκουζίνα,  για ένα δίωρο διασκεδαστικό, αλλά και δημιουργικό. Θεατρικό παιχνίδι, μαγειρική, μαθήματα διατροφής συνδυάζονται με τα παραμύθια και τις ιστορίες των παιδιών.

Την ίδια ώρα οι γονείς μπορούν να συμμετέχουν ή απλά να απολαμβάνουν το
ν καφέ τους σε μια από τις φιλόξενες αίθουσες του «Τέχνης Βήματα»

Ξεκινήσαμε στις 13 Οκτωβρίου (12- 2 το πρωί) με «Παραμυθο -μαγειρέματα»

Στις 20 Οκτωβρίου συνεχίζουμε με Κουκλοθέατρο

Με τη βοήθεια της Μαγικής Τράπουλας τα παιδιά φτιάχνουν το δικό τους παραμύθι και το παίζουμε όλοι μαζί στο κουκλοθέατρο σε μια πραγματικά «διαδραστική» παράσταση, όπου τα ίδια τα παιδιά επιλέγουν πως θα συνεχιστεί η ιστορία και παίζουν με τις κούκλες τους διάφορους ρόλους. Η παράστασή μας θα ηχογραφηθεί ώστε μετά να μπορεί να έχει κανείς ένα αντίτυπο –αναμνηστικό της ημέρας.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Χαλάνδρι: Το στοιχειωμένο κάστρο της Ρεματιάς


Σήμερα, Κυριακή στην πλατεία Χαλανδρίου βρεθήκαμε για τη δεύτερη μέρα των εκδηλώσεων της "Αντίστασης με τους πολίτες του Χαλανδρίου".
Φτιάξαμε ένα παραμύθι για το Χαλάνδρι, ανακαλύπτοντας στη Ρεματιά ένα ... στοιχειωμένο κάστρο.
Μετά είχε φαγητό και γλέντι!


Το στοιχειωμένο κάστρο της Ρεματιάς

Πέντε συμμαθήτριες, η Νικολέτα, η Ιζαμπέλα, η Ειρήνη, η Χριστίνα και η Αριάδνη αποφασίζουν να πάνε στο στοιχειωμένο κάστρο, που κανείς δεν πλησιάζει. Εκεί ζει ένα φάντασμα που κάποτε ήταν πρίγκιπας, όμως το έχει ξεχάσει. Τριγυρίζει στο κάστρο του λέγοντας "Είμαι το φαααααντασμααααα" Του έχει κάνει μάγια με ένα ξόρκι η κακιά μάγισσα του σκότους. Ο Πρίγκιπας Ιάσων και ο πατέρας του ζούσαν ειρηνικά στο κάστρο όταν ήρθε η κακιά μάγισσα. Δεν μπόρεσαν αν την αντιμετωπίσουν κι έτσι τους στοίχειωσε. Ο πατέρας έφυγε και ο Ιάσων έμεινε μόνος του.

Τα κορίτσια είναι αποφασισμένα να ελευθερώσουν το Κάστρο και να το κάνουν ένα χώρο για να παίζουν τα παιδιά του Χαλανδρίου.
Μόλις όμως δοκιμάζουν να μπουν μέσα, κάνουν πίσω τρομαγμένες.

Στο μεταξύ, ο μπαμπάς της Νικολέτας, ο Φώτης, που της είχε απαγορεύσει να πηγαίνει στη Ρεματιά, αρχίζει αν ανησυχεί καθώς περνά η ώρα και δεν ε΄χει γυρίσει από το σχολείο. Οϋτε η μαμά της ξέρει που είναι...

Ο Φώτης πάει να βρει την κόρη του. Υποψιάζεται πως θα έχει πάει στο στοιχειωμένο κάστρο.

Τη βρίσκει εκεί με τις φίλες της και αποφασίζει αν τις βοηθήσει. Περικυκλώνουν όλοι μαζί το κάστρο. Μα το φάντασμα έχει βοηθό ένα δράκι που πετάει φλόγες. Γίνεται μάχη και ο Φώτης σκοτώνει το δράκο. Δεν καταφέρνει όμως να νικήσει το φάντασμα.

Ο μόνος τρόπος για να πάψει το κάστρο να είναι στοιχειωμένο είναι να κλέψουν αππο τη μάγισσα τη συντα΄γη του μαγικού φίλτρου, που την κρύβει κάτω από το μαξιλάρι της. Θα σώσουν έτσι τον πρίγκιπα από τα μάγια και θα κάνουν το κάστρο ένα τεράστιο λούνα παρκ.
Ξέρουν τι ώρα η μάγισσα κοιμάται και είναι εύκολο να κλέψουν τη συνταγή, όμως το σπίτι της το φυλάει ο Κακός Λϋκος της Κοκκινοσκουφίτσας. Για να τον αντιμετωπίσουν ζητάνε τη βοήεθια του κυνηγού, που σκοτώνει το λύκο.
Τα κορίτσια μπαίνουν σιγά -σιγά στο σπίτι της μάγισσας που κοιμάται βαριά και ροχαλίζει και κλέβουν τη συνταγή.

Μετά πάνε στο φάντασμα. Του λένε πόσο καλό θα του κάνει το φίλτρο που του έχουν ετοιμάσει. Το φάντασμα διστάζει, όμως στο τέλος το πίνει και ξαναγίνεται πρίγκιπας.

ΜΙα φίλη τους, η όμορφη Εμανουέλα τον βλέπει και τον ερωτεύεται αμέσως. Μετά από λίγο καιρό παντρεύονται και το κάστρο γίνεται παιδότοπος και λουνα παρκ!


Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Η Μαγική Πίτα


Σήμερα στο "Τέχνης Βήματα" αρχίσαμε τα Παραμυθο- Σάββατά μας. Μαγειρέψαμε φαγητό και παραμύθι! Φτιάξαμε τρεις πίτες, που μπορεί να μην ήταν μαγικές, αλλά ήταν πεντανόστιμες. Δεν έμεινε ψίχουλο...
Όσο για τους γονείς, τους ανέλαβαν τρεις (!) διατροφολόγοι και είχαν μια καλή ενημέρωση για θέματα διατροφής των παιδιιών. (Ευχαριστώ τους Μαριέττα Μιχαήλ, Γιώτα Μίαρη και Άλεξ Πέππα, που πάντα μοιράζονται πρόθυμα τις γνώσεις τους)
Ταυτόχρονα, με τη μεγάλη παρέα που μαζεύτηκε, παίρνοντας έμπνευση από τις μυρωδιές που γέμισαν το χώρο φτιάξαμε κι ένα παραμύθι, που δεν μπορούσε να έχει άλλο τίτλο εκτός από:  

ΜΑΓΙΚΗ ΠΙΤΑ

 Συναντάμε λοιπόν τον πρίγκιπα και τη Χιονάτη την επομένη του γάμου τους. Η Χιονάτη αποφασίζει να φτιάξει πρωινό και ο πρίγκιπας φεύγει να μαζέψει τα υλικά:

-3 αβγά
-3 ποτήρια γάλα
-3 ποτήρια αλεύρι
-3 ποτήρια τυρί τριμμένο (φέτα & κεφαλοτύρι)
-1 ποτήρι λάδι

Καθώς ετοιμάζανε την πίτα, ο Πρίγκιπας που ήταν λάιμαργος τσιμπολογούσε το τυρί. Η Χιονάτη νευρίασε και τότε ο Πρίγκιπας της είπε την ιστορία με το Γενναίο Ραφτάκο που είχε νικήσει το Γίγαντα στίβοντας ένα κομμάτι τυρί και βγάζοντας γάλα (ο Γίγαντας πίστεψε πως ο Ραφτάκος έβγαλε γάλα από την πέτρα, τρόμαξε με την υποτιθέμενη δύναμή του και το έβαλε στα πόδια!)

Της Χιονάτης, ακούγοντας το παραμύθι, της άνοιξε η όρεξη κι άρχισε κι αυτή να τσιμπολογάει το τυρί. Ευτυχώς τους έμεινε αρκετό και για την πίτα.
  
Βεβαίως καθώς ζούμε στον κόσμο των παραμυθιών, η πίτα είχε κι ένα ακόμη μαγικό συστατικό. Όποιος λοιπόν έτρωγε από αυτήν, μπορούσε αν ήθελε, να γίνει αόρατος, να περνάει μέσα από τους τοίχους και να πετάει. Ο πονηρός Αλκιβιάδης αποφάσισε να κλέψει την πίτα. Ντύθηκε υπηρέτης, μπήκε στο παλάτι και την άρπαξε!
Ο Πρίγκιπας και η Χιονάτη κάλεσαν τότε για βοήθεια τον μυστικό πράκτορα Μυστικάκη (κρητικής καταγωγής). Ο Μυστικάκης ήταν κοντός, φορούσε μπεζ καπέλο που έκρυβε το πρόσωπό του, μπεζ καμπαρντίνα, μπότες, μαύρο παντελόνι, μαύρη μπλούζα. Ο Μυστικάκης αποφάσισε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση.
Αφού κάπνισε το τσιγάρο του, ξεκίνησε να βρει το μάγο Κακίστροφο Μεγαλοφυή. Ο οποίος βεβαίως ήταν κακός, αλλά για το χρήμα μπορούσε να κάνει ακόμη και ...καλό! Έτσι με αντάλλαγμα ένα πουγκί χρυσάφι έδωσε στο Μυστικάκη ένα Μαγικό Φακό, που εντοπίζει τους αόρατους κι ένα φίλτρο που καταστρέφει τις μαγικές δυνάμεις.
Ο πράκτορας ακολούθησε τα ίχνη του Αλκιβιάδη ως το Βουνό του Αετού. Εκεί τον εντόπισε με το φακό, του έριξε φίλτρο καθώς πετούσε κι ο Αλκιβιάδης έπεσε κάτω. Ο Μυστικάκης τον συνέλαβε, τον πήγε στο παλάτι και τον ρίξανε στη φυλακή. Και ζήσαν όλοι καλά φτιάχνοντας πολλές καινούργιες πίτες.

ΥΓ1. Η εικονογράφηση είναι της Ουρανίας 
ΥΓ2. Το παραμύθι φτιάχτηκε με τη βοήθεια της Μαγικής Τράπουλας. Η συνταγή είναι από το βιβλίο "20 σεφ, 11 μαμάδες κι εγώ" (Κριτική)
ΥΓ3. Το επόμενο Σάββατο, πάλι στις 12, συνεχίζουμε με κουκλοθέατρο...

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου, 12 μμ

Φτιάχνουμε παραμύθι μαγειρεύοντας και μαγειρεύουμε φτιάχνοντας παραμύθια. Μαθαίνουμε μέσα από το παιχνίδι τους κανόνες της σωστής διατροφής, ανακατεύουμε τα υλικά για μια απλή συνταγή που θα γευθούμε μετά όλοι μαζί, γονείς και παιδιά, αφηγούμενοι το παραμύθι μας. Με τη βοήθεια των διατροφολόγων Γιώτας Μίαρη και Μαριέττας Μιχαήλ οι γονείς θα έχουν τη δυνατότητα να ενημερωθούν για θέματα διατροφής των παιδιών. 

Στο χώρο "Τέχνης Βήματα" στο Θησείο  «Τέχνης Βήματα» ((Ηρακλειδών 54, Θησείο ~ Τ.Κ. 118 51 ~ τηλ: (210) 522 9339 - 698 010 0398 - info@texnisvimata.gr ) 

Είσοδος 8 ευρώ- οι γονείς... δωρεάν!!!

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Η Μαγική Τράπουλα στο Πόρτο Ράφτη

Από σήμερα μπορείτε να βρείτε τη Μαγική Τράπουλα στο βιβλιοπωλείο Σημύδα στο Πόρτο Ράφτη! (Λεωφόρος Πόρτο Ράφτη, Θέση Βουρλέζα, τηλ. 22990-86188)
Σε αυτή τη δύσκολη εποχή είναι καλό να στηρίζουμε τα μικρά και ενημερωμένα βιβλιοπωλεία της κάθε περιοχής...
Μέχρι την επόμενη βραδιά παραμυθιού, μπορείτε να κάνετε προπόνηση με τη Μαγική Τράπουλα ή να διαβάσετε μερικά από τα εξαιρετικά βιβλία που έχει η Σημύδα...

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Χαλάνδρι- Θησείο -Χαλάνδρι: Η Παραμυθοκουζίνα τριγυρνάει!


Μετά τις καλοκαιρινές βραδιές παραμυθιού στο Πόρτο Ράφτη και στα Καστέλλια, μετά τα παραμύθια στο "Χαρτομάνι" της Θεσσαλονίκης, η Παραμυθοκουζίνα επιστρέφει δυναμικά!

Χαλάνδρι:
-Την Τετάρτη 10 Οκτωβρίου, 5 -7 μμ, στο Αετοπούλειο με τα "Μαθήματα Δημιουργικής Γραφής για Παιδιά 9- 14 ετών". Πρόκειται για έναν κύκλο τεσσάρων μαθημάτων που θα ολοκληρωθεί μέσα στον Οκτώβριο:

Επειδή θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας, είναι απαραίτητο να δηλώσετε εγκαίρως (και μέχρι 8 Οκτωβρίου 2012) συμμετοχή, συμπληρώνοντας την ηλεκτρονική φόρμα (έτσι διασφαλίζεται η ημερομηνία και ώρα παραλαβής των δηλώσεων συμμετοχής των ενδιαφερομένων) που θα βρείτε  Ε Δ Ω  και αποστέλλοντάς την στο aetopoli@otenet.gr 
Οι πρώτες 16 συμμετοχές θα αποτελέσουν την τάξη του α΄κύκλου της «μαγικής τράπουλας»
Για οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκρίνιση μπορείτε να απευθύνεστε καθημερινά από τις 08:30 έως και τις 14:00 στο τηλέφωνο 210 6820464 

Θησείο:
-Το Σάββατο 13 Οκτωβρίου (12- 2 το πρωί) με «Παραμυθο -μαγειρέματα» στο χώρο «Τέχνης Βήματα» ((Ηρακλειδών 54, Θησείο ~ Τ.Κ. 118 51 ~ τηλ: (210) 522 9339 - 698 010 0398 - info@texnisvimata.gr )

Φτιάχνουμε παραμύθι μαγειρεύοντας και μαγειρεύουμε φτιάχνοντας παραμύθια. Μαθαίνουμε μέσα από το παιχνίδι τους κανόνες της σωστής διατροφής, ανακατεύουμε τα υλικά για μια απλή συνταγή που θα γευθούμε μετά όλοι μαζί, γονείς και παιδιά, αφηγούμενοι το παραμύθι μας. Με τη βοήθεια των διατροφολόγων Γιώτας Μίαρη και Μαριέττας Μιχαήλ οι γονείς θα έχουν τη δυνατότητα να ενημερωθούν για θέματα διατροφής των παιδιών.  


Χαλάνδρι: 
-Την Κυριακή 14 Οκτωβρίου, Πλατεία Χαλανδρίου (11- 1 το πρωί), στο πλαίσιο του διημέρου της "Αντίστασης με τους Πολίτες του Χαλανδρίου"

"Το Χαλάνδρι αλλλιώς με τα μάτια των παιδιών" -φτιάχνουμε τα δικά μας παραμύθια με τη Μαγική Τράπουλα

Θα ακολουθήσει τρικούβερτο γλέντι/ Συλλογική κουζίνα μετά μουσικής!!!