Ομιλία στο 54ο Φεστιβάλ Βιβλίου στην παρουσίαση του βιβλίου "Οι Φύλακες του Στενού και η αρχαία κατάρα -μυστήριο στη Καλαβρία" της Βασιλικής Βούρδα που κυκλοφορεί στη σειρά "Τόποι Μυστηρίου" των εκδόσεων Κύφαντα
Καλησπέρα σας,
Πριν πω λίγα λόγια για το υπέροχο αυτό βιβλίο, θα ήθελα να σας ενημερώσω
ότι με τη Βασιλική μάς συνδέουν δεσμοί «λογοτεχνικής συγγένειας» —αν, βέβαια,
υφίσταται ένας τέτοιος όρος. Και αν δεν υφίσταται, νομίζω ότι είναι μια καλή
ευκαιρία να τον επινοήσουμε.
Ο κεντρικός ήρωας τόσο του δικού της μυθιστορήματος, όσο και του δικού μου
«Ο Ρωμανός Δ’ Διογένης…» της ίδιας σειράς είναι, ο Κωνσταντίνος. Εγώ είμαι,
κατά κάποιον τρόπο, η λογοτεχνική «μαμά» του πατέρα του, ο οποίος έλκει την
καταγωγή του από την Κωνσταντινούπολη, ενώ η Βασιλική είναι η λογοτεχνική
«μαμά» της μητέρας του, η οποία κατάγεται από την Καλαβρία. Θα μπορούσαμε, λοιπόν,
να πούμε ότι ο Κωνσταντίνος είναι ένα παιδί με δύο συγγραφικές μητέρες και με
ρίζες σε δύο διαφορετικές, αλλά βαθιά συγγενικές πατρίδες.
Με τη δημιουργία αυτού του βιβλίου δόθηκε η ευκαιρία στον Κωνσταντίνο να
συνεχίσει τις περιπέτειές του και να ταξιδέψει από τα Στενά του Βοσπόρου, που
χωρίζουν την Ευρώπη από την Ασία, σε ένα άλλο ιστορικό στενό: εκείνο που
χωρίζει την Καλαβρία από τη Σικελία.
Έτσι ο Κωνσταντίνος, γίνεται ο συνδετικός κρίκος —ή, αν θέλετε, η ζωντανή
γέφυρα— ανάμεσα σε δύο ιστορικές πατρίδες του ελληνισμού, έξω από τα σημερινά
ελληνικά σύνορα. Από τη μια πλευρά βρίσκεται η Κωνσταντινούπολη και από την
άλλη η ελληνόφωνη Καλαβρία, η γη της Μεγάλης Ελλάδας. Πρόκειται, για μια γέφυρα
ανθρώπινη και πολιτισμική, σε ένα βιβλίο που μας καλεί να αναρωτηθούμε εάν όλες
οι γέφυρες είναι πράγματι αναγκαίες και τι ακριβώς πρέπει να ενώνει μια αληθινή
γέφυρα.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
«Οι φύλακες του Στενού και η αρχαία κατάρα» είναι ένα νεανικό μυθιστόρημα
μυστηρίου που ξεπερνά τα όρια μιας απλής περιπέτειας. Είναι συγχρόνως ένα
ταξίδι στην ιστορία, στη μυθολογία και στον πολιτισμό της Καλαβρίας, αλλά και
ένας σύγχρονος προβληματισμός γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, την
έννοια της προόδου και την ευθύνη που έχουμε απέναντι στον τόπο όπου ζούμε.
Η Βασιλική μάς ταξιδεύει στο παρελθόν, στο παρόν, αλλά και στο μέλλον με
έναν ιδιαίτερα ευρηματικό τρόπο: από το 251 π.Χ. στο 2026 και από εκεί στο
2126. Αυτή η διαδρομή μέσα στον χρόνο υπενθυμίζει σε όλους μας ότι κάθε
ανθρώπινη πράξη έχει τις ρίζες της στο παρελθόν και τις συνέπειές της στο
μέλλον.
Η συγγραφέας συνθέτει την ιστορία της χρησιμοποιώντας πραγματικά ιστορικά
γεγονότα, αρχαιολογικά ευρήματα, μύθους και θρύλους της Κάτω Ιταλίας. Οι
Πολεμιστές του Ριάτσε, το ναυάγιο του Πορτιτσέλο, ο καταστροφικός σεισμός του
1908, το Γκαλλιτσιανό και οι ελληνόφωνοι κάτοικοί του, η Σεμινάρα, ο Πυλώνας
της Σάντα Τράντα και το Κάστρο της Σκύλλας φτιάχνουν ένα φαντασμαγορικό φόντο,
ενώ παράλληλα αποτελούν τα οργανικά στοιχεία της αφήγησης. Ο ίδιος ο τόπος
αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές του βιβλίου, κάτι
που αποτελεί εξ άλλου και το ζητούμενο της σειράς «Τόποι Μυστηρίου».
Η ιστορία αρχίζει τον Ιούλιο του 251 π.Χ., στο Στενό της Σκύλλας και της
Χάρυβδης. Ένας νεαρός έμπορος από τον Κρότωνα, ο Μνησικλής, γίνεται μάρτυρας
της προσπάθειας των Ρωμαίων να μεταφέρουν μέσα από το Στενό εκατόν σαράντα
ελέφαντες, κατασκευάζοντας μια τεράστια πλωτή γέφυρα. Τότε εμφανίζεται η
Θεοτίμη, η ιέρεια του Ποσειδώνα, και προφέρει μια φράση που ακούστηκε βαριά σαν
κατάρα, όπως λέει η ίδια:
«Μήποτε ζεύξῃς ἄζευκτα· ὕβρις γὰρ χάος τίκτει».
Δηλαδή:
«Μην ενώσεις ποτέ όσα δεν μπορούν να ενωθούν· γιατί η ύβρις γεννά το χάος».
Η φράση αυτή γίνεται ο άξονας ολόκληρου του βιβλίου. Διασχίζει τους αιώνες,
επιβιώνει μέσα στη μνήμη του τόπου και φθάνει στο παρόν, τον Ιούλιο του 2026,
όταν ο νεαρός Κωνσταντίνος ταξιδεύει από την Κωνσταντινούπολη στην Καλαβρία
μαζί με τη μητέρα του και τη γιαγιά του, τη νόννα Αντέλε.
Για εκείνον το ταξίδι αυτό είναι μια γνωριμία με τις οικογενειακές του
ρίζες, αλλά και η αρχή μιας περιπέτειας την οποία δεν θα μπορούσε ποτέ να
φανταστεί.
Εκεί, στην Καλαβρία γνωρίζει τη μακρινή ξαδέλφη του Μαρία, και τους φίλους
της Μοργκάνα, και Ρόκκο, καθώς και τον παππού Καρμέλο. Μαζί τους ανακαλύπτει το
Στενό πρώτα ως ένα γεωγραφικό πέρασμα, και στην συνέχεια ως έναν τόπο γεμάτο
ιστορίες, θρύλους, ναυάγια και μυστικά. Σύντομα, περίεργα γεγονότα αναστατώνουν
την περιοχή. Μια ομάδα ερευνητών και ακτιβιστών, οι «Myrmidoni», οργανώνουν
εκδηλώσεις εναντίον της σχεδιαζόμενης Γέφυρας του Στενού. Μυστηριώδεις ξιφίες
εμφανίζονται στα νερά βγάζοντας αφύσικους, μεταλλικούς ήχους. Στην παρέα των
παιδιών προστίθεται ο Άκι, ένας νεαρός ακτιβιστής Φιλανδός, του οποίου η
παρουσία συνδέεται με τους μυστηριώδεις ξιφίες- drones και με την
περιβαλλοντική δράση της ομάδας. Οι εξελίξεις μπερδεύουν τα παιδιά, που δεν
ξέρουν ποιον να εμπιστευτούν. Δεν λέω περισσότερα όμως, θα τα διαβάσετε…
Η Βασιλική δομεί την ιστορία της γύρω από το πολυσυζητημένο σχέδιο
κατασκευής μιας γέφυρας που αναμένεται να ενώσει τη Σικελία με την Καλαβρία.
Πρόκειται για ένα πραγματικό ζήτημα το οποίο εδώ και δεκαετίες προκαλεί έντονες
πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές αντιπαραθέσεις.
Η περιβαλλοντική καταστροφή, η αρχαιοκαπηλία, ο ακτιβισμός, η τεχνολογική
πρόοδος και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς εντάσσονται φυσικά στην
περιπέτεια, χωρίς να βαραίνουν την αφήγηση. Η σχεδιαζόμενη γέφυρα παρουσιάζεται
ως ένα έργο που υπόσχεται ανάπτυξη και ευκολότερες μετακινήσεις, ενδέχεται όμως
να απειλήσει το οικοσύστημα, τη ζωή των κατοίκων και την ιστορική φυσιογνωμία
της περιοχής. Ωστόσο δεν βλέπουμε την απλοϊκή σύγκρουση ανάμεσα στους «καλούς»
οικολόγους και στους «κακούς» υποστηρικτές της τεχνολογίας. Η τεχνολογία μπορεί
να χρησιμοποιηθεί για την εκμετάλλευση ενός τόπου, αλλά μπορεί επίσης να
προσφέρει εξυπηρέτηση και προστασία. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιος τη
χρησιμοποιεί, με ποιο τρόπο, για ποιον σκοπό και με ποιο τίμημα.
Ο τίτλος «Οι φύλακες του Στενού» αποκτά σταδιακά διαφορετικές σημασίες. Από
τις αρχαίες περιγραφές μαθαίνουμε για τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, ότι ήταν μυθικά
τέρατα που τρομοκρατούσαν τους αρχαίους ναυτικούς. Καθώς όμως η ιστορία
προχωρά, αντιλαμβανόμαστε ότι τα τέρατα δεν είναι πάντοτε εκείνα που μας
περιγράφουν οι μύθοι. Στο όνειρο της Μοργκάνα, η Σκύλλα και η Χάρυβδη
εμφανίζονται ως δύο γυναίκες που αναδύονται από τον βυθό κρατώντας σπασμένες
αλυσίδες. Και της λένε:
«Μοργκάνα, εμείς είμαστε οι φύλακες του Στενού. Άλλοι είναι τα τέρατα».
Και όντως μερικές φορές το πραγματικό τέρας είναι η ανθρώπινη απληστία, η
αλαζονεία, η λήθη ή η τυφλή επιβολή πάνω στη φύση. Η έννοια της ύβρεως αποκτά
έτσι βαθιά σύγχρονη σημασία.
Απέναντι στην ύβρη, όμως, βρίσκεται η ευθύνη. Η Μοργκάνα ακούει επίσης στο
όνειρό της τη φράση του Νίκου Καζαντζάκη:
«Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες, εγώ μονάχη μου έχω χρέος να σώσω τη Γη. Αν
δεν σωθεί, εγώ θα φταίω». Η φράση αυτή συνοψίζει, κατά τη γνώμη μου, και το
βαθύτερο μήνυμα του βιβλίου.
Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η παρουσία του ελληνικού πολιτισμού στην
Καλαβρία. Στο Γκαλλιτσιανό ο Κωνσταντίνος συναντά τους ανθρώπους που
εξακολουθούν να μιλούν την ελληνική διάλεκτο της περιοχής, τα λεγόμενα «εγγόνια
του Ομήρου». Εκεί συνειδητοποιεί ότι η ελληνικότητα δεν αποτελεί μόνο μια
ανάμνηση του παρελθόντος. Επιβιώνει στη γλώσσα, στη φιλοξενία, στα τραγούδια,
στις θρησκευτικές παραδόσεις και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Επίσης ότι η
ταυτότητα δεν είναι κάτι το μονοσήμαντο. Μπορεί κανείς να ανήκει σε
περισσότερους από έναν τόπους, να κινείται ανάμεσα σε περισσότερες από μία
γλώσσες και σε περισσότερες από μία παραδόσεις. Ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη
και την Καλαβρία διαμορφώνεται έτσι ένας αόρατος χάρτης μνήμης. Είναι δύο τόποι
στους οποίους ο ελληνισμός συνεχίζει να υπάρχει, να αλλάζει και να συνομιλεί με
άλλους πολιτισμούς. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ενσαρκώνει αυτήν τη σύνθετη
ταυτότητα.
Η γλώσσα του βιβλίου είναι ζωντανή, γρήγορη και καλοδουλεμένη. Συναντάμε διαλόγους
σχεδόν θεατρικούς, νεανικές συνομιλίες και διαφορετικές αφηγηματικές φόρμες. Το
χιούμορ, η τεχνολογία και οι αναφορές στη σύγχρονη καθημερινότητα συνυπάρχουν
αβίαστα με τον Όμηρο, τον Ποσειδώνα, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη…
Η γνώση, επομένως, δεν προσφέρεται διδακτικά. Γίνεται κομμάτι της
περιπέτειας. Τα παιδιά μαθαίνουν διασκεδάζοντας και αναζητώντας να βρουν την
αλήθεια.
Διαβάζοντας το βιβλίο της Βασιλικής, έμαθα κι εγώ πολλά. Με ταξίδεψε σε
έναν τόπο που δεν έχω επισκεφτεί ποτέ κι όμως τώρα νιώθω σαν να τον ξέρω. Εύχομαι
να ταξιδέψουν μαζί του όσο το δυνατόν περισσότεροι αναγνώστες, κυρίως νέοι. Να
τους κάνει να αναζητήσουν την ιστορία που κρύβεται πίσω από κάθε τόπο, να ακούν
προσεκτικά τις φωνές του παρελθόντος, να αμφισβητούν όσα τους παρουσιάζονται ως
αναπόφευκτα και, κυρίως, να πιστέψουν ότι μπορούν και εκείνοι να γίνουν φύλακες
του δικού τους κόσμου.
Καλοτάξιδο!


.jpg)

