Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2024

Ο κόσμος της Ζωρζ Σαρή: Ένα κόσμημα -μια ιστορία

  Από το εργαστήρι μας "Ο κόσμος της Ζωρζ Σαρή"

ΕΝΑ ΚΟΣΜΗΜΑ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

της Ηλιοδώρας Πορίχη



Η πρώτη ηλιαχτίδα έλαμψε από το παραθύρι του Ερμή στο παλάτι των θεών του Ολύμπου. Σηκώθηκε νωρίς, έβαλε τον χιτώνα του, το χρυσαφένιο στεφάνι του και εννοείται δεν μπορούσε να ξεχάσει τα σανδιάλια του με τις λεπτομέρειες από χαλκό και τα φτερά από πούπουλα κύκνου. Όταν βγήκε από το δωμάτιό του είδε όλους τους θεούς ξύπνιους. Πρώτα αντίκρισε την Δήμητρα έτοιμη να πάει να φυτέψει την Γη. Μετά είδε την Αθηνά σε μιά γωνία να διαβάζει ένα βιβλίο. Δίπλα στην Αθηνά καθόταν η Αφροδίτη και χτένιζε το μακρύ καστανόξανθο μαλλί της. Η Ήρα κλασικά τσακωνόταν με τον Δία. Ο Ερμής πήγε να αρχήσει να μοιράζει μηνύματα. Πρώτο μήνυμα ήταν για τον Οδυσσέα. Μετά μοίρασε μηνύματα και σε άλλους πολεμιστές, θνητούς και θεούς.

Όταν τελείωσε με τα μηνύματα κατέβηκε στη Γη να μαζέψει καρπούς για να φάει και να ξεκουραστεί κάτω από τη σκιά μιας Ιτιάς. Εκεί που καθόταν και έτρωγε τους καρπούς, είδε μια κοπέλα να κάθεται κάτω από μία συκιά και να πλέκει τα μαλλιά της. Δέν ήταν πολύ ψηλή, ήταν λεπτή με μακριά κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια. Φαινόταν να είναι κάπου στην ηλικία του. Φορούσε ένα άσπρο φόρεμα με χρυσά κοσμήματα. Τη λάτρεψε από την πρώτη ματιά. Ο Ερμής έβγαλε ένα τετράδιο και άρχισε να τη σχεδιάζει. Τη στιγμή που πήγε να της μιλήσει άκουσε μια φωνή: Άρτεμη το φαγητό είναι έτοιμο! Η κοπέλα σηκώθηκε, απομακρύνθηκε και φώναξε: Έρχομαι πατέρα!

Ο Ερμής ανέβηκε χαρούμενα στον Όλυμπο για να ζητήσει συμβουλές από την Αφροδίτη. Τα μάτια του έλαμπαν όσο μιλούσε για την αγαπημένη του. Η Αφροδίτη χαμογέλασε και του είπε το σχέδιό της: Λοιπόν Ερμή, όταν η ώρα φτάσει μεσάνυχτα και το φεγγάρι έχει έρθει, θα κοιμούνται όλοι. Πήγαινε στο δωμάτιο της Ήρας και κλέψε το διαμαντένιο της μενταγιόν. Όταν ξαναξημερώσει πήγαινε στην αγαπημένη σου και δώσε της το κόσμημα. Πρόσεχε όμως. Αυτή είναι θνητή και εσύ είσαι θεός. Ξέρεις τι θα κάνει ο πατέρας Δίας άμα το μάθει; Τέλος πάντων έχω και δουλειές να κάνω. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να είμαι τόσο όμορφη όλη την ώρα; Αντίο.

Η Αθηνά που καθόταν δίπλα άφησε το βιβλίο της και προσπάθησε να πείσει τον Ερμή να μην το κάνει γιατί η Ήρα θα το καταλάβει και κανένας δεν ξέρει πώς θα τον τιμωρήσει. Όμως ο Ερμής δεν την άκουσε. Όταν ήρθε το φεγγάρι όμως...

Έπεσαν όλοι για ύπνο. Ο Ερμής περίμενε να αποκοιμηθούν τελείως. Η ώρα πέρασε και ο Ερμής μπήκε στο δωμάτιο της Ήρας και του Δία. Κοιμόντουσαν και οι δύο. Περπατούσε στις μύτες των ποδιών του και άρχισε να ψάχνει τα κοσμήματα. Πριν βρει το διαμαντένιο μενταγιόν, βρήκε ένα χρυσό δαχτυλίδι και κάτι σκουλαρίκια από πέταλα τριαντάφυλλου. Τα άρπαξε, τα έβαλε στην τσέπη του και άρχισε να ψάχνει και για το μενταγιόν. Τρόμαξε ότι θα ξυπνήσουν από τον θόρυβο που έκαναν τα κοσμήματα. Αυτό που δεν ήξερε ήταν το ότι λιγο πιο μετά από την στιγμή που έβαλε το δαχτυλίδι και τα σκουλαρίκια στην τσέπη του, πάτησε μια σανίδα που έτριζε. Έτριξε τόσο πολύ που το άκουσαν όλοι οι θεοί και ηρθαν να δουν τι έγινε.  Η Ήρα και ο Δίας είχαν ήδη σηκωθεί από τον θόρυβο της σανίδας. Όταν ο Ερμής βρήκε το μενταγιόν το πήρε και πήγε να φύγει αλλά τότε κατάλαβε ότι ήταν όλοι εκεί. Η Ήρα τον κοιτούσε με θυμό και άρχισε να του φωνάζει. Ο Ερμής άφησε κάτω το μενταγιόν και τότε ακούστηκε η Αθηνά να λέει: Σου είπα να μην το κάνεις!

Η Αφροδίτη γέλασε και του είπε: Το έκανες όντως; Πλάκα σου έκανα, με πίστεψες;

Ο Ερμής έτρεξε στο δωμάτιο του έτοιμος να κλάψει, αλλά μετά θυμήθηκε ότι είχε ακόμα το δαχτυλίδι και τα σκουλαρίκια. Όταν ξημέρωσε πάλι, άρχισε να δίνει τα μηνύματα. Τη στιγμή που τελείωσε έτρεξε με μάτια γεμάτα ελπίδα στην Ιτιά. Πέρασαν περίπου δύο ώρες που περίμενε εκεί. Πήγε να τα παρατήσει, αλλά είδε την αγαπημένη του να τρέχει προς το δέντρο και να κάθεται για να διαβάσει ένα βιβλίο. Πήρε το θάρρος να πάει και να της δώσει τα κοσμήματα και ένα γράμμα που έγραψε εκείνος. Το γράμμα έγραφε: Γεια! Μπορεί να αναρωτιέσαι γιατί σου δίνω αυτό το γράμμα και ποιος είμαι. Με λένε Ερμή, και είμαι ο θεός που δίνει μηνύματα. Η αλήθεια είναι ότι όταν σε είδα σε αγάπησα, και ήθελα απλά να το ξέρεις.

Με αγάπη, Ερμής

Κάθισαν μαζί και μιλούσαν για πολλές ώρες. Υποσχέθηκαν ότι κάθε μέρα θα ερχόντουσαν εδώ για να μιλάνε. Δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ. Η Άρτεμις έπρεπε να μετακομίσει οπότε δεν ξαναμίλησαν. Ο Ερμής της έδινε συχνά γράμματα αλλά αυτή τον αγνοούσε. Μετά από μερικούς μήνες η Άρτεμις έδωσε μια πρόσκληση στον Ερμή για τον γάμο της. Ο Ερμής ήταν πληγωμένος αλλά πήγε στον γάμο της Άρτεμης. Και στον γάμο της, φορούσε τα κοσμήματα που της είχε δώσει ο Ερμής.

 

 

Ο κόσμος της Ζωρζ Σαρή: Ο θησαυρός της Άνδρου

 Από το εργαστήρι μας "Ο κόσμος της Ζωρζ Σαρή"

Ο θησαυρός της Άνδρου

Του Σωκράτη Τυροκομάκη



Κάποτε σε ένα χωριό στην Άνδρο, οι φίλοι Φούμπας και Ξίρας ήτανε στην παραλία και κολυμπούσαν. Όσο κολυμπούσαν το πόδι του Ξίρα κόλλησε σε μια πέτρα. Τα παιδιά άρχισαν να προσπαθούν να βγάλουν το πόδι του και όταν τα κατάφεραν παρατήρησαν δύο πράγματα, το πρώτο ήταν ότι το πόδι του Ξίρα είχε πρηστεί και το δεύτερο ότι το πόδι δεν είχε κολλήσει σε μια πέτρα αλλά σε ένα σεντούκι. Έβγαλαν το σεντούκι και το άνοιξαν, μέσα βρήκαν έναν χάρτη του νησιού, ο χάρτης είχε ένα χι στο Γαύριο.

Οι δύο φίλοι συζήτησαν για λίγο και αποφάσισαν να ακολουθήσουν τον χάρτη. Όσο ακολουθούσαν τον χάρτη ο χάρτης άρχισε να φωτίζει όλο και περισσότερο όσο πιο κοντά πλησίαζαν την πόλη. Όταν έφτασαν στην πόλη παρατήρησαν κάτι περίεργο, στη μια πλευρά της πόλης είχε μια γιγαντιαία τρύπα γεμάτη νερό. Πήγαν τριγύρω από την τρύπα αλλά ο χάρτης δεν άλλαζε φωτεινότητα.

Το μόνο που παρατήρησαν είναι μια μικρή καλύβα με μερικά καλάμια ψαρέματος και μερικές βάρκες. Αποφάσισαν να πάρουν μια βάρκα μήπως είναι αυτό που έψαχναν μέσα στη τρύπα. Πήραν μια βάρκα και πήγαν στο κέντρο της τρύπας και ο χάρτης φωτίσε περισσότερο από ποτέ. Σκεφτήκαν ανά ψαρέψουν μήπως πιάσουν αυτό που έψαχναν, και το έκαναν για γύρω στα 15 λεπτά μέχρι που έπιασαν κάτι.

Αυτό που έπιασαν ήταν ένα γυάλινο μπουκάλι με ένα χάρτη μέσα. Άνοιξαν το μπουκάλι και μόλις το έκαναν ο χάρτης έγινε σκόνη, το χαρτί που ήταν μέσα ήταν κι'αυτό χάρτης αυτή τη φορά έδειχνε προς το Μπατσί. Άρχισαν να πηγαίνουν προς το Μπατσί.

Ο χάρτης αυτή τη φορά οδηγούσε κάτω από ένα σπίτι. Τα παιδιά χτύπαγαν την πόρτα του σπιτιού για αρκετή ώρα αλλά κανείς δεν απάντησε. Τα παιδιά αποφάσισαν να μπουν μέσα με άλλο τρόπο, γι'αυτό έψαξαν για μια άλλη είσοδο. Στο τέλος δεν βρήκαν είσοδο στο σπίτι αλλά μια σπηλιά που οδηγούσε στο υπόγειο του σπιτιού. Μπήκαν στη σπηλιά κάπως χαρούμενοι επειδή είχαν το φώς από τον χάρτη.

Προχώρησαν στη σπηλιά περισσότερη ώρα από ότι είχαν προβλέψει. Γύρω στην καμιά ώρα περπάτημα στη σπηλιά είδαν την οροφή της σπηλιάς να γίνεται ξύλινει, αλλά παρατήρησαν και κάτι άλλο το έδαφος ήταν γεμάτο με ανθρώπινα κόκαλα. Κατατρόμαξαν όταν το είδαν και παραλίγο να φύγουν κατευθείαν από εκεί αλλά κρατήθηκαν. Έψαξαν στα κόκκαλα για λιγάκι και βρήκαν άλλον ένα χάρτη, ο παλιός χάρτης έγινε στάχτη και αποκαλύφθηκε που οδηγούσε ο χάρτης, ήταν στην Χώρα.

Όσο κοιτούσαν τον χάρτη άρχισε η σπηλιά να τρέμει και ξύλα από το ταβάνι άρχισαν να πέφτουν. Τα παιδιά άρχισαν να τρέχουν αλλά ένα ξύλο χτύπησε τον Φούμπα στο κεφάλι και έπεσε αναίσθητος. Ο Ξίρας πήρε τον φύλο του στην πλάτη του και άρχισε να τρέχει. Όταν έφτασε στην έξοδο ο Φούμπας ξύπνησε και ρώτησε τι έγινε και ο Ξίρας του το εξήγησε. Μετά από λίγη ώρα για να ηρεμήσουν άρχισαν να πηγαίνουν προς την πόλη. Όσο ήταν έξω από την πόλη ένας περίεργος άνδρας τους πλησιάζει και τους λέει ότι ξέρει τι ψάχνουν και το ότι ο θησαυρός βρίσκεται μέσα στη θάλασσα και για να τον πάρουν θα χρειαστεί είτε να σκάψουν από την παραλία μέχρι εκεί ή να το ψαρέψουν.

Τα παιδιά πήγαν εκεί που τους είπε ο άνδρας ότι ήταν ο θησαυρός και ο χάρτης φώτισε υπερβολικά πάρα πολύ. Άρχισαν να σκάβουν και να ψαρεύουν και μετά από δυόμισι ώρες κατάφεραν και βρήκαν ένα σεντούκι. Άνοιξαν το σεντούκι και μέσα βρήκαν έναν μεγάλο πράσινο κρύσταλλο. Όταν το έβγαλαν ο άνδρας από πριν εμφανίστηκε και ζήτησε τον κρύσταλλο. Τα παιδιά αρνήθηκαν να τον δώσουν και ο άνδρας άρχισε να τρέχει προς τα πάνω τους. Τα παιδιά έτρεξαν προς τα ποδήλατα τους και πήγαν όσο πιο γρήγορα μπορούν, αλλά ο άνδρας συνέχισε να τους κυνηγάει με ένα αμάξι. Για να ξεφύγουν τα παιδιά έκαναν κάτι πολύ επικίνδυνο, σε μια απότομη στροφή γύρισαν απότομα και άρχισαν να πηγαίνουν ανάποδα από τον δρόμο.

Ο άνδρας προσπάθησε να γυρίσει το αμάξι αλλά δεν πρόλαβε και το αμάξι μαζί με αυτόν έπεσαν από τον δρόμο μέσα στη θάλασσα.

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2024

Περίπατος Μυστηρίου: Εγκλήματα στην Πλάκα



 Τη Κυριακή 24 Νοεμβρίου στις 12:00 το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης και το Greek Cultural Institute σας καλούν σε έναν περίπατο στη σκοτεινή πλευρά της Πλάκας.

Σπίτια και δρόμοι που σημαδεύτηκαν από εγκλήματα που απασχόλησαν τη κοινή γνώμη κι έγιναν πρωτοσέλιδα.

Αλλά και εγκλήματα που υπήρξαν στο μυαλό και στις σελίδες Ελλήνων και ξένων συγγραφέων.

-Πότε άνθιζε η εγκληματικότητα στην Πλάκα;

-Ποιος διάσημος Καθηγητής Πανεπιστημίου με την οικογένειά του υπήρξαν όμηροι ληστών στο σπίτι τους;

-Ποια πραγματική δολοφονία ενέπνευσε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο για τις «Μέρες του ‘36»;

-Σε ποια μυθιστορήματα η Πλάκα γίνεται τόπος μυστηρίου;

-Ποια δολοφονία αγωνιστή του ’21 παρέμεινε στο σκοτάδι για δεκαετίες;

-Ποια γυναικοκτονία συντάραξε την Πλάκα τον Νοέμβριο του 1970;

Εγκλήματα συμφέροντος, υποθέσεις που άφησαν ανοικτές πληγές. Μια Πλάκα που μοιάζει βγαλμένη από φιλμ νουάρ…

Οδηγός μας σε αυτό το ταξίδι στη σκοτεινή πλευρά της πόλης ο Κώστας Στοφόρος

Λοιπές πληροφορίες:

Σημείο συνάντησης: Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης -Αγίας Φιλοθέης 17, Πλάκα

Δείτε το σημείο στο google maps https://goo.gl/maps/qKaL1dpBqpuZ35WX9

Διάρκεια Ξενάγησης: 1,5 ώρα

Κόστος ξενάγησης: 12 €/άτομο
Φοιτητές, Κάτοχοι κάρτας ανεργίας: 10€ /άτομο
Παιδιά έως 15 ετών: 8 €/άτομο (με τη συνοδεία ενηλίκου)

Πληροφορίες: 2103250341 info@ekedisy.gr

Απαραίτητη η συμπλήρωση της φόρμας συμμετοχής εδώ

Για την εξασφάλιση της θέσης σας απαραίτητη είναι η προπληρωμή
H ξενάγηση απευθύνεται σε ενήλικες και παιδιά από 12 ετών και άνω

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024

"Ο κόσμος της Ζωρζ Σαρή": Ο Θησαυρός της Χελώνας

 Από το εργαστήρι μας "Ο κόσμος της Ζωρζ Σαρή"



Ο Θησαυρός της Χελώνας

Της Έλενας Γιαννούχου

Μεσημέρι καλοκαιριού, η ζέστη αφόρητη... Τα τζιτζίκια μας έχουν πάρει τα αυτιά. Από τότε που ήρθαμε διακοπές στην Χελώνα, ούτε μία μέρα δεν είχαμε κάνει κάτι διασκεδαστικό.

   Ξαφνικά ο Περίανδρος πετάει την ιδέα να πάμε βόλτα στην δεξαμενή. Καθώς προχωρούσαμε, η Έλενα σταματάει απότομα και μας παροτρύνει να δούμε κάτι. Ακολουθήσαμε με το βλέμμα το μέρος που μας έδειχνε και αντικρίσαμε  μία τεράστια πέτρα πάνω στο βουνό η οποία είχε το σχήμα μίας κοπέλας.  Όλοι αναρωτηθήκαμε για την περίεργη πέτρα και αποφασίσαμε να πάμε στη γιαγιά της Αμαλίας  που ξέρει πολλά πράγματα για την ιστορία του χωριού να δούμε τι γνωρίζει γι αυτήν.

    Φτάσαμε στο σπίτι και ρωτήσαμε την γιαγιά αν γνωρίζει κάτι για αυτόν τον βράχο. Εκείνη μας έγνεψε καταφατικά και άρχισε να μας αφηγείται την ιστορία αφού πρώτα μας κέρασε από ένα κομμάτι μπακλαβά και σπιτική βυσσινάδα.

    

     "Πριν από πολλά πολλά χρόνια, όταν ακόμη οι άνθρωποι πιστεύαν στους θεούς του Ολύμπου, ζούσε μία κοπέλα στο χωριό η οποία ό,τι έλεγε έβγαινε αληθινό.  Άλλοτε έλεγε ότι κάποιος από το χωριό θα πλουτίσει και όντως μετά από λίγο καιρό ένας αγρότης έγινε πλούσιος και άλλοτε ότι κάποιος θα χάσει τις καλλιέργειες και τα πρόβατά του και ύστερα από λίγο καιρό μετά από μια καταστροφική πλημμύρα, έχασε όλη την  περιουσία του. Μια μέρα τόλμησε να πει ότι οι θεοί κάποτε θα σταματήσουν να υπάρχουν και ότι μετά από χιλιάδες χρόνια θα υπάρξουν κάποια περίεργα μηχανήματα τα οποία θα εθίσουν τους ανθρώπους και αυτοί θα  χάσουν τη σοφία και τη γνώση τους. Τότε οι θεοί θύμωσαν πολύ και πιο πολύ από όλους η Αθηνά,  μιας και ήταν η θεά της σοφίας. Οργισμένη λοιπόν μεταμόρφωσε την κοπέλα σε βράχο! Από τότε λέει ο μύθος υπάρχει στο βουνό μας αυτός ο βράχος με την μορφή της μαρμαρωμένης κοπέλας.

     Πίσω από την μαρμαρωμένη, υπάρχει μια σπηλιά που οι κάτοικοι του χωριού την χρησιμοποιούσαν ως κρησφύγετο κατά την διάρκεια του β' παγκοσμίου πολέμου για να προστατευτούν από τους Γερμανούς."

 

   Όταν η γιαγιά τελείωσε την αφήγηση, κοιταχτήκαμε με νόημα.... Είχαμε ήδη αποφασίσει τι θα κάναμε την επόμενη μέρα!

    Όταν ξημέρωσε, ετοιμάσαμε σακίδια με φαγητό και νερό, πήραμε εξοπλισμό αναρρίχησης και πήραμε την απόφαση να πάμε να εξερευνήσουμε το βράχο της μαρμαρωμένης.

    Φθάσαμε μέχρι το καφενείο του Χρήστου, όταν ξαφνικά είδαμε μπροστά μας τους γονείς μας και μας ρώτησαν για που το βάλαμε. Απαντήσαμε ότι πάμε στη μαρμαρωμένη, αλλά οι γονείς μας  απαγόρευσαν να πλησιάσουμε εκεί πέρα γιατί μας είπαν ότι το βουνό είναι πολύ απότομο και ότι μόνο πολύ καλοί ορειβάτες ανεβαίνουν σε αυτό. Όσο και να τους παρακαλέσαμε, αυτοί δεν άλλαζαν γνώμη. Έτσι, αναγκαστήκαμε να γυρίσουμε πίσω στα σπίτια μας. Ήμασταν πολύ απογοητευμένοι από την απαγόρευση των γονιών μας, αλλά δεν θα το βάζαμε κάτω...

     Αποφασίσαμε ότι θα πάμε κρυφά από τους γονείς μας.  Έτσι και έγινε λοιπόν. Την επόμενη μέρα με τις μπάλες μας στα χέρια είπαμε στους γονείς ότι θα πάμε στην πλατεία να παίξουμε ποδόσφαιρο. Μόλις φτάσαμε, παρατήσαμε τις μπάλες και ακολουθώντας ένα μονοπάτι πίσω από το τελευταίο σπίτι του χωριού, πήραμε το δρόμο για τη μαρμαρωμένη.       Σκαρφαλώσαμε με πολύ προσοχή στο βουνό και βρεθήκαμε στον περίεργο αυτό βράχο. Ήταν πολύ μεγάλος από κοντά. Πίσω του έχασκε σκοτεινή η είσοδος μιας σπηλιάς. Ανάψαμε τους φακούς που είχαμε πάρει μαζί και φοβισμένοι αποφασίσαμε να μπούμε. Η υγρασία μαζί και ο φόβος μας κάνανε να τρέμουμε. Σκουριασμένα κουτάκια από ανοιγμένες κονσέρβες και κάποιες τρύπιες κουβέρτες μαρτυρούσαν πως πριν αρκετά χρόνια κάποιοι είχαν βρει καταφύγιο εκεί.

    Γυρνώντας για να βγούμε από την σπηλιά, ο Ορέστης σκόνταψε πάνω σε ένα δερμάτινο πουγκί. Το ανοίξαμε και με έκπληξη είδαμε να γυαλίζουν μπροστά στα μάτια μας 10 χρυσές λίρες. Βάλαμε το πουγκί στο σακίδιο μας και αποφασίσαμε  να γυρίσουμε στο χωριό γιατί είδαμε ότι η ώρα είχε περάσει και οι γονείς μας θα ανησυχούσαν.

    Όταν κατεβήκαμε το μονοπάτι,  βρήκαμε τους γονείς μας μαζεμένους στην πλατεία. Τρελαμένοι από ανησυχία μας ρώτησαν πού ήμασταν τόση ώρα. Ο Περίανδρος απάντησε ότι είχαμε πάει στο μαγαζί για μία πορτοκαλάδα αλλά φαινόταν στα μάτια μας ότι λέγαμε ψέματα.

   Ένας ένας κοιταχτήκαμε και με το βλέμμα  συμφωνήσαμε να πούμε την αλήθεια... Ο Ορέστης πήρε τον λόγο και είπε πως πήγαμε στο βράχο της μαρμαρωμένης για να τον εξερευνήσουμε και εκεί βρήκαμε κάτι απίστευτο, πολλές λίρες. Οι γονείς σοκαρισμένοι μας είπανε ότι ήτανε πολύ επικίνδυνο αυτό που κάναμε και ότι θα μπορούσαμε να είχαμε τραυματιστεί σοβαρά. Εμείς ορκιστήκαμε πως δεν θα ξανακάναμε κάτι τόσο επικίνδυνο και τους ρωτήσαμε τι πρέπει να κάνουμε τις λίρες. Όσο οι υπόλοιποι γονείς σκεφτόντουσαν, ο μπαμπάς της Αμαλίας είπε ότι αφού τις βρήκαν τα παιδιά,  αυτά έπρεπε να αποφασίσουν τι θα τις κάνουν...

      Μετά το συμβούλιο που κάναμε,  αποφασίσαμε να φτιάξουμε με αυτές τις λίρες μία πέτρινη βρύση στην πλατεία του χωριού για να μας θυμίζει την περιπέτεια μας....

  Την ονομάσαμε:

"Η βρύση της μαρμαρωμένης"!

Ο κόσμος της Ζωρζ Σαρή: Η Συμμορία της Αθήνας

 Ξεκινήσαμε αρχές Νοεμβρίου και η δεύτερη ιστορία που δημιούργησε ένα από τα παιδιά του εργαστηρίου μας, είναι έτοιμη!

 



Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

της Ηλιοδώρας Πορίχη 

 

1/11/1969

Αρχές Νοέμβρη. Η Αθήνα φυλακισμένη, ο λαός τρομοκρατημένος, οι πόρτες κλειδωμένες και ακόμα και οι τοίχοι έχουν αυτιά. Εγώ και οι φίλοι μου μαζευόμασταν κρυφά κάθε Σάββατο στο σπίτι μου συζητώντας για την ειρήνη, τη λευτεριά, τη χαρά και τη δημοκρατία. Λέξεις που δεν μπορούσαν να ακουστούν μπροστά στους αστυφύλακες, γιατί άμα άκουγαν τέτοια λόγια, θα βλέπαμε τα ραδίκια ανάποδα.

Σήμερα ήταν μέρα συνάντησης. Κλασικά, ήρθαν οι φίλοι μου, καθίσαμε στο σαλόνι, και τους έδωσα καρφίτσες με τα μυστικά τους ονόματα. Ο Γιώργος, μήλο. Η Μαρία, αχλάδι. Η Κατερίνα, κεράσι. Ο Τηλέμαχος, φράουλα. Και τέλος εγώ, πεπόνι. Εμείς οι πέντε ήμασταν η συμμορία των φρούτων, εεε… εννοώ της Αθήνας. Όταν φόρεσαν τις καρφίτσες τους, τους είπα ότι παρατήρησα κάτι περίεργο στον αστυφύλακα της γωνίας, και ότι πρέπει να το ερευνήσουμε. Άρχισαν να με φωνάζουν τρελή και να λένε ότι είμαστε νέοι για να πεθάνουμε. Σιγά που θα πεθάνουμε κιόλας! Τους ησύχασα με καραμέλες, της κλασικές με τα φρούτα. Ο καθένας πήρε καραμέλα με τη γεύση του φρούτου που τον φωνάζουμε. Τότε αποφάσισα να τους τα πω μια και καλή! ‘‘Πρέπει να αγωνιστούμε, να παλέψουμε, να οργανωθούμε! Αν ενωθούμε, πολλοί μαζί, τότε η χούντα θα νιώσει τη δύναμη μας!’’ (αυτή ήταν φράση από παράσταση.)  Πήρε πολύ ώρα να τους πείσω, αλλά τελικά τα κατάφερα. Αργότερα κατά τ’ απόγευμα βγήκαμε στη γωνία να δούμε τι γίνεται. Όλοι τρέμαμε τον αστυφύλακα, αλλά επειδή είμαι η μεγαλύτερη στην ομάδα, με έβαλαν να πάω να ζητήσω οδηγίες.

-Συγγνώμη, μου λέτε που είναι το πιο κοντινό περίπτερο παρακαλώ;

-Τι θες μικρή; Κάτω στην Πλάκα είναι, άντε τελείωνε!

 Εκείνη τη στιγμή, του έπεσε ένα τετράδιο από την τσέπη του, το πήραμε, και το κρύψαμε γρήγορα. Τρέξαμε σπίτι και το διαβάσαμε. Το μόνο που έγραφε ήταν «Καφενείον η Ελλάς» Πήγαμε στο καφενείο και ψάξαμε παντού για κάποιο χαρτί. Ήμασταν έτοιμοι να τα παρατήσουμε, μέχρι που βρήκαμε ένα σκισμένο χαρτί που έγραφε «κουζίνα, κοντά». Παρακαλέσαμε τον κυρ. Βασίλη, που είναι το αφεντικό του καφενείου, αν μπορούμε να ψάξουμε στην κουζίνα και μετά από πολλά παρακάλια, μας άφησε! Ο κυρ. Βασίλης φοβάται και τη σκιά του! Ψάξαμε στην κουζίνα και βρήκαμε ένα χαρτάκι μέσα στο ψυγείο. Θα σας πω τι έγινε αύριο γιατί είναι αργά.

 

2/11/1969

Καλημέρα! Εχθές δεν πρόλαβα να τελειώσω το κείμενο οπότε θα το συνεχίσω τώρα!      Το χαρτάκι έγραφε «αρχαιολογικό μουσείο, πες στον θυρωρό τη λέξη ‘‘λευτεριά’’». Θα μαζευτούμε όλοι πάλι στο σπίτι μου το Σάββατο. Σήμερα πρέπει να κάνω δουλειές, οπότε άμα η εβδομάδα μου είναι βαρετή, τότε θα ξαναγράψω το Σάββατο.

8/11/1969

Γεια σας! Η εβδομάδα ήταν βαρετή και κουραστική οπότε περίμενα κατευθείαν για το Σάββατο. Μαζευτήκαμε όλοι στο σπίτι μου και ξεκινήσαμε για το μουσείο. Όταν φτάσαμε, τρέμαμε ολόκληροι. Δεν ξέραμε τι θα μας έκανε ο θυρωρός ή με τι είχαμε μπλέξει. Παρ’ όλο που ήμασταν τρομοκρατημένοι, μπήκαμε μέσα. Καλημέρισα τον θυρωρό, και του ψιθύρισα ‘‘λευτεριά’’. Με κοίταξε με μάτια που έλαμπαν, μου έδωσε ένα γράμμα και μου είπε ‘‘θα μας γλυτώσετε από αυτήν την κατάσταση παιδιά, το έχετε’’ Τρέξαμε έξω, και περπατήσαμε μέχρι το σπίτι μου για να διαβάσουμε το γράμμα. Όταν φτάσαμε κάτσαμε στον καναπέ με ζεστό κακάο και τους διάβασα το γράμμα. Το γράμμα ήταν γραμμένο με κόκκινο στυλό και ένα παλιό χαρτί, αλλά έγραφε αυτό «Άμα διαβάζετε αυτό το γράμμα σημαίνει ότι έχετε είδη ξεκινήσει την αποστολή. Το μόνο που πρέπει να κάνετε είναι να ενώσετε όλα τα χαρτιά που έχετε διαβάσει μέχρι τώρα. Όλα έχουν από πίσω ένα κομμάτι από έναν χάρτη. Έχετε ακόμα να πάτε σε ένα μέρος, και μετά να ενώσετε όλα τα κομμάτια. Το τελευταίο μέρος που πρέπει να βρείτε ένα χαρτί είναι το παντοπωλείο με τις καραμέλες της χαράς». Υπήρχε μόνο ένα παντοπωλείο με τις συγκεκριμένες καραμέλες. Πήγαμε στο παντοπωλείο, και ψάξαμε στο μπολ με τις καραμέλες. Μέσα στο μπολ υπήρχε ένα σημείωμα. Το πήραμε και γυρίσαμε σπίτι. Το σημείωμα έγραφε «τελευταίο κομμάτι του χάρτη. Πήγαινε ακολούθα την ελευθερία». Πήραμε όλα τα σημειώματα που διαβάσαμε και τα ενώσαμε. Βγήκε ένας χάρτης με το πολυτεχνείο. Αποφασίσαμε να μπούμε μέσα κρυφά το επόμενο Σάββατο. Άμα γίνει κάτι σημαντικό αυτές τις μέρες θα σας ενημερώσω.

12/11/1969

Τετάρτη σήμερα. Όμως αυτό δεν είναι το θέμα. Το θέμα είναι το ότι η Μαρία θα μετακομίσει μακριά και η ομάδα μας θα χαλάσει. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε χωρίς αυτήν! Η αποστολή απέτυχε. Υποθέτω θα ζήσουμε σε χούντα. Δεν έχω όρεξη να γράψω άλλο. Αντίο, μάλλον για πάντα.

17/11/1973

Γεια σας! Γύρισα μετά από πολλά χρόνια. Είμαι φοιτήτρια τώρα! Η Μαρία ήρθε για να μας δει οπότε αποφασίσαμε να πάμε σήμερα για την τελευταία αποστολή στο πολυτεχνείο. Τώρα θα ξεκινήσουμε για να πάμε! Θα σας πω μετά τι είναι ο θησαυρός τελικά.

 

Γεια σας, αυτή είναι η μητέρα της Δέσποινας. Διάβασα το ημερολόγιό της και δεν σας είπε ποτέ το όνομα της. Σήμερα δεν γύρισε σπίτι. Μπήκαν τα τανκς στο πολυτεχνείο και… καταλάβατε. Η τελευταία της ευχή ήταν να γράψω στο ημερολόγιό της τι ήταν ο θησαυρός που έψαχνε. Με ενημέρωσαν τι έγινε και μου είπαν για τον θησαυρό. Ο θησαυρός τελικά ήταν κάποια χαρτιά ενάντια στην χούντα, κάποια χαρτιά που δεν έπρεπε να βγουν στην επιφάνεια.

 

23/7/1974

Πάλι εγώ είμαι η μαμά της Δέσποινας. Έχουμε πάλι ελευθερία, ειρήνη, χαρά! Η Δέσποινα μου ζήτησε να γράψω εδώ όταν ελευθερωθούμε, γιατί ορκίστηκε ότι θα θυσιαστεί για την Ελλάδα άμα χρειαστεί. Άμα το διαβάζεις αυτό τώρα, να θυμάσαι ότι αυτά τα παιδιά έδωσαν τη ζωή τους για να είμαστε ελεύθεροι, για να έχουμε χαμόγελο με χρώματα, για να δημιουργήσουν ένα καλύτερο μέλλον.                        

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024

Δημοτική Βιβλιοθήκη Λέρου: Θλιβερές εξελίξεις


 

Σημερινό μου αφιέρωμα στη σχεδιαζόμενη μετακίνηση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Λέρου -εφημερίδα Δρόμος της αριστεράς

Ψηφίζουμε εδώ τη διαμαρτυρία:

https://secure.avaaz.org/community_petitions/el/demos_lerou_na_me_metapherthei_e_demotike_bibliotheke_lerou/?rc=fb&utm_source=sharetools&utm_medium=facebook&utm_campaign=petition-1738772-na_me_metapherthei_e_demotike_bibliotheke_lerou&utm_term=rc%3Dfb%2Bel&fbclid=IwY2xjawGlUyJleHRuA2FlbQIxMQABHd_X_dyH-I734EC9Ul6gzC3ASReqvQcDINGMlmQqlr_HCY3Y10FCfjffTQ_aem_eeNLEHzKuBKW1RfJnYRl6Q


Πολιτισμός & Βαρβαρότητα

Του Ηρόστρατου

Δημοτική Βιβλιοθήκη Λέρου: Θλιβερές εξελίξεις

Μια είδηση από τη Λέρο ήρθε για να επιβεβαιώσει το πόσο εχθρικοί αποδεικνύονται κάποιοι Δήμοι έναντι του βιβλίου. Ο Δήμαρχος της Λέρου ανακοίνωσε στο Δημοτικό Συμβούλιο πως αποφάσισε να μεταφέρει αλλού τη βιβλιοθήκη -που στεγάζεται σε ένα κτίριο -κόσμημα στην κεντρική πλατεία του Πλατάνου. Ο λόγος; Να την μετατρέψει σε αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου!

Σε αυτήν εδώ τη στήλη, πριν από οκτώ χρόνια, στις 22 Νοεμβρίου του 2016 είχαμε γράψει για τη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Λέρου και για τα όσα έκανε ο τότε βιβλιοθηκάριος Δημήτρης Σταματέλος.



Με το άκουσμα της είδησης ζήτησα -όπως ήταν εύλογο- τη δική του άποψη. Αξίζει να διαβάσετε το υπέροχο κείμενό του:

«Τετάρτη βράδυ 6.11.24 αμέσως μετά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. Λέρου, καλοί φίλοι μου τηλεφώνησαν και  με ενημέρωσαν πως ανακοινώθηκε η μεταφορά της βιβλιοθήκης από το νέο κτίριο που εγκαινιάστηκε το 2015 σε μικρότερο στο λιμάνι της Αγίας Μαρίνας 10 μέτρα από τη θάλασσα!

Αλλά ας πάμε λίγο πίσω στο χρόνο.

Τον Ιούλιο του 2009 όταν ως πρωτοδιοριζόμενος βιβλιοθηκονόμος περνούσα την πόρτα της Δημοτικής βιβλιοθήκης Λέρου που στεγαζόταν στον ισόγειο χώρο του ιστορικού κτιρίου της Δημογεροντίας (έτος κατασκευής 1899,) ξαφνιάστηκα δυσάρεστα με την ακαταλληλότητα του χώρου.

 Πριν διοριστώ στη Λέρο είχα εργαστεί 5 χρόνια στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κορωπίου. Η συγκεκριμένη βιβλιοθήκη είχε ιδρυθεί το 1958 και ήμουν ο πρώτος βιβλιοθηκονόμος που εργαζόταν. Ανέλαβα να οργανώσω τη συλλογή αλλά και να προσεγγίσω μέσω των σχολείων τα παιδιά, που δεν άργησαν να γεμίσουν τη βιβλιοθήκη, μαζί με αυτά ήρθαν και οι γονείς. Άρχισαν να γίνονται εκπαιδευτικές δράσεις και σιγά σιγά το Κορωπί απέκτησε μια από τις καλύτερες βιβλιοθήκες στην Ανατολική Αττική. Ο τότε δήμαρχος μόλις είδε τον κόσμο όχι μόνο στήριξε με προσωπικό και υλικοτεχνικό εξοπλισμό το έργο, αλλά πήρε και την απόφαση να σταματήσει να συνεδριάζει το Δ.Σ. στο αναγνωστήριο της βιβλιοθήκης.

Ακόμα θυμάμαι το σαστισμένο βλέμμα του τότε αντιδημάρχου που είχε έρθει λίγο πριν της 20:00  για τη συνεδρίαση και βλέποντας τη βιβλιοθήκη γεμάτη παιδιά και εμένα να αρχίζω ευγενικά να τα διώχνω, αισθάνθηκε άσχημα και μου είπε άσε τα παιδιά, μην τα διώχνεις. Τα μέλη αυξάνονταν, η συλλογή διπλασιάστηκε. Μέσα σε 5 χρόνια η βιβλιοθήκη κατέλαβε όλο το κτίριο.

Το σοκ που έπαθα όταν αντίκρισα τη βιβλιοθήκη της Λέρου ήταν μεγάλο !

Προσπαθούσα να  εξηγήσω στους τότε υπεύθυνους πως πρέπει να είναι μια σύγχρονη βιβλιοθήκη, αλλά ακόμα ηχεί στα αυτιά μου «Εδώ δεν είναι Αθήνα, εδώ είναι Λέρος. Αυτά έχεις, με αυτά θα δουλέψεις».

 Αμέσως έπιασα δουλειά. Δεν θα σας μιλήσω για τη σκόνη, τα μουχλιασμένα βιβλία, τις κατσαρίδες, τους ψύλλους, τα ποντίκια και την πρώτη βροχή του Σεπτέμβρη που έτρεχα με κουβάδες να σώσω ότι μπορούσα. Δυστυχώς το κτίριο της Δημογεροντίας ήταν ακατάλληλο για τη συλλογή της βιβλιοθήκης.

Τα προβλήματα λύθηκαν  με τη βοήθεια του Πνευματικού Κέντρου και ξεκίνησα να οργανώνω τη συλλογή . Ακολούθησα τη γνωστή πετυχημένη συνταγή επισκέψεις στα σχολεία, συνεργασίες με πολιτιστικούς φορείς και σύντομα μικροί και μεγάλοι κατέκλυσαν τη βιβλιοθήκη. Αυτή τη φορά ήμουν πιο τυχερός γιατί είχα δύο ισχυρούς σύμμαχους την Ε.Β.Ε. και το Ι.Σ.Ν  που εκείνο το διάστημα βοήθησε με τις καλοκαιρινές εκστρατείες, τους Η/Υ, τους προτζέκτορες και τα βιβλία που δώρισε στις βιβλιοθήκες.

Το 2014 ξεκίνησε ο δήμος την ανακατασκευή του κτιρίου της παλιάς Λεριακής Λέσχης, που προοριζόταν να στεγάσει το μουσείο τυπογραφίας μιας και η Λέρος έχει μακρά ιστορία σε αυτή . Αμέσως προτάθηκε η βιβλιοθήκη να μετακομίσει στο νέο κτίριο. Πολλοί γονείς ασπάστηκαν την ιδέα και κατάφεραν να πείσουν τον τότε δήμαρχο. Η βοήθεια όλων των συναδέλφων ήταν συγκινητική, κυρίως των υπαλλήλων της Τεχνικής Υπηρεσίας. Οι χορηγίες όλων των Λεριών, αλλά και των κατοίκων του νησιού βοήθησαν ώστε η νέα βιβλιοθήκη να έχει ευέλικτα τραπέζια αναγνωστηρίου με ρόδες, έπιπλα από το ΙΚΕΑ, web tv για τις παρουσιάσεις των σχολικών τάξεων , θεατράκι στο παιδικό-εφηβικό τμήμα, βιβλιοθήκες κουστουμαρισμένες σε κάθε τοίχο, που μας έφτιαξε ο ξυλουργός του δήμου (η ξυλεία και τα χρώματα ήταν χορηγία πολλών  επαγγελματιών του νησιού), Η/Υ για το κοινό, τμήμα περιοδικών εκδόσεων, κλιματιστικά, πέργκολα με πανί στο μπαλκόνι του ξενόγλωσσου τμήματος, κουρτίνες, φαρμακείο πρώτων βοηθειών και ότι άλλο χρειαζόταν η βιβλιοθήκη.  Τα μέλη της βιβλιοθήκης αλλά και ο απλός κόσμος ήταν εκεί και μας βοήθαγε!

Ο κόσμος μπορεί να μην μιλάει, αλλά πάντα βλέπει. Και όλοι έβλεπαν τη νέα βιβλιοθήκη και την θαύμαζαν, έλληνες -  ξένοι, αριστεροί και δεξιοί, μικροί και μεγάλοι, όλοι ήταν δίπλα μας .  Όταν άκουγαν ότι η βιβλιοθήκη χρειαζότανε κάτι τρέχανε να συνδράμουν.

Τα εγκαίνια έγιναν το απόγευμα της 25ης Μαρτίου το 2015. Όλοι χαρήκαμε και ψηλώσαμε ένα μέτρο από  περηφάνια. Γιατί μέσα στα δύσκολα χρόνια της κρίσης όλοι μαζί καταφέραμε να δημιουργήσουμε μια βιβλιοθήκη κόσμημα.

Επιτέλους η Λέρος είχε μια σύγχρονη βιβλιοθήκη ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Η επισκεψιμότητα τριπλασιάστηκε, οι δωρεές του κόσμου σε βιβλία δεν είχαν σταματημό. 



Το 2019 ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας μου χτύπησε τη πόρτα και το 2020 έπρεπε να επιστρέψω στην Αθήνα. Από το 2020 μέχρι σήμερα πολλοί συμβασιούχοι εργάστηκαν με ζήλο και έκαναν το καλύτερο που μπορούσαν περιμένοντας τον Δήμο να καλύψει την κενή θέση του βιβλιοθηκονόμου μέσω κινητικότητας. Και ενώ όλοι περιμέναμε να ακούσουμε τα ευχάριστα νέα της κάλυψης της θέσης, ακούσαμε από τα χείλη του δημάρχου πως η βιβλιοθήκη θα μετακομίσει σε μικρότερο κτίριο για να μπορεί να συνεδριάζει το Δ.Σ.

Κοιτάξτε να δείτε, αν δεν σέβεστε τη δουλεία 11 χρόνων που έγινε από όλους τους εργαζόμενους, αν δεν σέβεστε τα χρήματα του κόσμου για να στηθεί η καλύτερη βιβλιοθήκη στο Αιγαίο, αν δεν σέβεστε την ιστορία του τόπου κάντε ότι θέλετε με τη βιβλιοθήκη.

Κάποτε συνομιλώντας με έναν σεβάσμιο ιερέα του νησιού μου θύμισε πως η βιβλιοθήκη κατέβηκε από το κάστρο και εγκαταστάθηκε στην ιστορική πρωτεύουσα του νησιού τον Πλάτανο. Γλίτωσε από τις επιδρομές των πειρατών και των Οθωμανών, γλίτωσε τον πόλεμο του 1943 και το 1957 ξεκίνησε να λειτουργεί στον Πλάτανο. Τα λόγια του ήταν τα εξής : «Παιδί μου η βιβλιοθήκη δεν πρέπει να φύγει ποτέ από τον Πλάτανο, γιατί όταν απελευθερωθήκαμε το Μάρτη του 1948 και ενωθήκαμε με την μητέρα πατρίδα εδώ έγινε η παρέλαση και υψώθηκε η ελληνική σημαία, εδώ ψάλαμε όλοι μαζί τον εθνικό μας ύμνο.»…»



 

 

 

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2024

Ο θησαυρός της Νάξου: Η πρώτη ιστορία από το εργαστήρι "Ο κόσμος της Ζωρζ Σαρή"

Ξεκινήσαμε αρχές Νοεμβρίου και ήδη η πρώτη ιστορία που δημιούργησε ένα από τα παιδιά του εργαστηρίου μας, είναι έτοιμη!

Ο θησαυρός της Νάξου, με έμπνευση από τον "Θησαυρό της Βαγίας" της Ζωρζ Σαρή, που αρχίσαμε να δουλεύουμε στην ομάδα μας:

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΝΑΞΟΥ

Της Σοφίας Ζευγώλη



    Ένα ηλιόλουστο πρωί, στο λιμανάκι της Μουτσούνας  μια παρέα παιδιών, που αποτελείται από την Ελίνα, τον Γιάννη, την Κατερίνα και τον Θανάση, απολαμβάνουν το δροσερό αεράκι του νησιού και κοιτούν την θάλασσα να αφρίζει. Δίνει τέλος στην ονειροπόληση των παιδιών η κυρία Γωγώ, η μητέρα της Ελίνας, η οποία φωνάζει τα παιδιά εκνευρισμένη που πάλι βγήκαν έξω στο λιμάνι, πρωί-πρωί. Τρέχουν τα παιδιά γρήγορα σπίτι, μπας και γλιτώσουν την κατσάδα, αλλά που τέτοια τύχη! Αμέσως η κυρία Γωγώ τους φωνάζει:

-Τι κάνατε στο λιμάνι πάλι και μας αγχώσατε ξανά; Κανείς δεν είναι έξω τέτοια ώρα! Τι πράγματα ειν’ αυτά;

-Μα μαμά, έχεις δει πόσο γαλήνια και όμορφη είναι η θάλασσα μας; Δεν χορταίνεις να την βλέπεις!

Περνάει σε αντεπίθεση πεισματάρικα η Ελίνα.

-Δίκιο έχει η Ελίνα, το γαλάζιο της θάλασσας δεν αντέχεις να το αποχωριστείς! Υποστηρίζει την φίλη της η Κατερίνα, ενώ τα αγόρια δεν παίρνουν μέρος στον καβγά.

-Μια λαχτάρα που έχετε για την ακρογιαλιά! Αποκρίνεται η κυρία Γωγώ και αποχωρεί.

     Μετά τον καβγά, τα παιδιά κάθονται σκεπτικά στον καναπέ και συλλογίζονται μαζί:

-Παιδιά, ξέρετε ότι για λίγο καιρό θα πάμε στην Χώρα της Νάξου; ρωτάει πονηρά ο Γιάννης.

-Ναι, γιατί; ρωτάει και ο Θανάσης.

-Επειδή έχω την φαεινή ιδέα να εξερευνήσουμε το μέρος… Κοιτάει τώρα τα παιδιά με το ίδιο πονηρό ύφος.

Τα παιδιά κοιτιούνται μεταξύ τους συνωμοτικά και στρέφουν το βλέμμα τους στην κυρία Γωγώ, που ανυποψίαστη μαγειρεύει στην κουζίνα. Οι επόμενες μέρες κύλησαν ήρεμα ώσπου έφτασε η ώρα της εκδρομής στην Χώρα της Νάξου… Καθ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής τα παιδιά χαχανίζουν ενθουσιασμένα παρατηρώντας τα πάντα γύρω τους. Η Φιλιώ, η μητέρα του Γιάννη είναι τρομοκρατημένη γιατί ήξερε πολύ καλά ότι τα παιδιά πάλι κάτι σκάρωναν. Αντίθετα, η κυρία Μαρία, η μητέρα του Θανάση και της Κατερίνας, μαζί με την κυρία Γωγώ δεν έχουν ιδέα για το τι να περιμένουν.

     Φτάνουν… Τα παιδιά μπαίνουν φουριόζικα στο σπίτι της κυρίας Μαρίας, που ετοιμάζει τα πράγματα του Θανάση και της Κατερίνας, επειδή ξέρουν ότι δεν θα τους δώσει σημασία και πιάνουν την κουβέντα:

-Για πείτε, είστε να βγούμε το απόγευμα μια βόλτα εδώ κοντά και να εξερευνήσουμε λίγο περισσότερο το μέρος; ρωτάει ο Γιάννης με ένα χαμόγελο που στα μάτια των παιδιών έμοιαζε να λέει  «Ώρα για περιπέτεια!».

-Φυσικά! Είπαν με μια φωνή τα παιδιά χαρούμενα.

-Πρέπει όμως πρώτα να ενημερώσουμε τους γονείς μας… Λέει με ένα στενόχωρο ύφος η Ελίνα σίγουρη ότι θα υπάρχουν αντιρρήσεις. Τα παιδιά πάνε πρώτα στην κυρία Μαρία που θα γλίτωναν εύκολα:

-Μαμά, με τα παιδιά είπαμε να πάμε σήμερα το απόγευμα έξω. Τι λες μπορούμε σε παρακαλώ; ρωτάει γεμάτος ελπίδα ο Θανάσης.

-Εντάξει παιδιά, αλλά να προσέχετε, μην πάτε μακριά γιατί εδώ δεν είναι σαν στο χωριό που όλοι γνωριζόμαστε και είναι δύσκολο να χαθούμε! Εδώ το μέρος είναι τεράστιο! Τα μάτια σας δεκατέσσερα παιδιά μου. Αποκρίνεται η κυρία Μαρία.

-Ναι, θα προσέχουμε! Λέει η Ελίνα και στρέφεται προς την μαμά της. Τα παιδιά πάνε έξω στην αυλή όπου η Φιλιώ με την κυρία  Γωγώ είχαν πιάσει κουβέντα.

-Σας παρακαλούμε, μπορούμε να πάμε το απόγευμα έξω και να δούμε λίγο το μέρος; εκλιπαρεί η Κατερίνα τις  δύο μάμαδες, που κοιτούσαν τα παιδιά παραξενεμένες.

-Παιδιά, αυτό δεν γίνεται, εδώ δεν είναι σαν στο χωριό! Τώρα είναι επικίνδυνα, δεν μπορούμε να σας αφήσουμε μόνα σας να τριγυρνάτε στην Χώρα της Νάξου έτσι! Ξεκινάει τις αντιρρήσεις η Φιλιώ.

-Σας παρακαλούμε! Τα παιδιά κοιτούν τις μαμάδες με το ποιο γλυκό τους βλέμμα και αυτές κοιτιούνται μεταξύ τους περίεργα.

-Εντάξει! Άντε μας πείσατε! Απαντάει η κυρία Γωγώ αναστενάζοντας.

-Ευχαριστούμε! Φωνάζουν χαρούμενα τα παιδιά.

-Άντε, πάτε τώρα πριν αλλάξουμε γνώμη! Αποκρίνεται η Φιλιώ, ενώ στο μεταξύ τα παιδιά είχαν εξαφανιστεί.

     Απόγευμα, και τα παιδιά είναι ήδη στο δρομάκι και περπατάνε ενθουσιασμένα. Περνάνε 20 λεπτά και τα παιδιά εξακολουθούν να περπατάνε ακούραστα, περίεργα για το άγνωστο. Έχουν ήδη φτάσει στους πρόποδες ενός βουνού εκεί κοντά όταν το τηλέφωνο της Κατερίνας χτυπάει και το σηκώνει.

-Παρακαλώ; ρωτάει η Κατερίνα.

-Πού είστε; Βράδιασε! Απαντάει η κυρία Μαρία.

-Θα αργήσουμε λίγο γιατί… εεε… Σκέφτεται μια καλή δικαιολογία η Κατερίνα.

-Πες ότι παίζουμε σε μια… Παιδική χαρά! Ψιθυρίζει ο Θανάσης στην Κατερίνα γρήγορα.

-Εεεε… Είμαστε σε μια παιδική χαρά! Επιστρέφει στο τηλέφωνο η Κατερίνα.

-Εντάξει, εντάξει! Μην αργείτε πολύ όμως! Κλείνει το τηλέφωνο η κυρία Μαρία.

      Όταν τα παιδιά έχουν περπατήσει ήδη τα μισά του βουνού, παρατηρούν μια μικρή σπηλιά να περιμένει εκεί να τους φιλοξενήσει.

-Παιδιά, δείτε εκεί! Φωνάζει η Ελίνα τους υπόλοιπους δείχνοντας  μια σπηλιά. Τα παιδιά τρέχουν εκεί και μπαίνουν μέσα. Καθώς περπατάνε, παρατηρούν την σκοτεινή σπηλιά, περιμένοντας να εμφανιστεί κάποιος δράκος. Σιγά σιγά τα στην άκρη της σπηλιάς ένα φως τραβούσε την προσοχή των παιδιών και αποφάσισαν να δουν τι υπήρχε. Πραγματικά, φτάσανε στο τέλος της σπηλιάς αλλά τι να περιμένουν! Μια έξοδος! Δειλά, βγαίνουν έξω από την σπηλιά και αντικρίζουν μια φανταστική λίμνη με κάθε λογής λουλούδια. Σκέτος παράδεισος!

-Παιδιά, το μέρος είναι ότι καλύτερο! Κάτι σαν μυστική λίμνη θα ‘λεγα. Λέει ενθουσιασμένη η Κατερίνα.

-Συμφωνώ! Μου έρχεται να βουτήξω αλλά δυστυχώς βραδιάζει και κάνει κρύο… Αποκρίνεται ο Γιάννης.

-Παιδιά, τι περιμένετε; Πάμε κάτω στην λίμνη γρήγορα, γιατί σε λίγο θα πρέπει να  φύγουμε! Οι γονείς θα ανησυχήσουν. Φωνάζει ανυπόμονα ο Θανάσης και τα παιδιά τρέχουν στην λίμνη. Τα λουλούδια, τα δέντρα και η λιμνούλα είναι λες και τα παιδιά έχουν πάει σε  κάποιο  μέρος μαγικό. Τα παιδιά παίζουν και απολαμβάνουν το βράδυ στο δάσος με την λίμνη και όλα κυλούν  γαλήνια μέχρι η Ελίνα να σκοντάψει και να  βουτήξει στην λίμνη.

-Ααααα! Ακούγεται η κραυγή της Ελίνας λίγο πριν πέσει στην λίμνη. Τα παιδιά πάνε να την βοηθήσουν  και τότε συνειδητοποιούν ότι ο καταρράκτης από πίσω έχει κάτι βραχάκια…

-Παιδιά! Είμαι ακόμα κάτω! Φωνάζει θυμωμένα  η Ελίνα, αλλά τα παιδιά την αγνοούν και αναγκάζεται να  σηκωθεί  μόνη  της.

-Θέλετε να πάμε από πίσω; Ρωτάει ο Θανάσης.

-Μα τι θα πουν οι γονείς; Ρωτάει η  Κατερίνα  φοβισμένη.

-Δεν πειράζει… Ούτε που θα το καταλάβουν! Απαντάει η Κατερίνα  λίγο  αμήχανα.

        Τα  παιδιά είχαν ήδη περάσει τον καταρράκτη και είχαν γίνει μούσκεμα, αλλά άξιζε τον κόπο!

Εκεί ενώ η λιμνούλα συνεχιζόταν, οι πετρούλες είχαν χτίσει το δικό τους μονοπάτι. Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει και πίσω από τον καταρράκτη δίναν παράσταση οι πυγολαμπίδες!

-Παιδιά έχει πάει κιόλας 22.00! Πρέπει να φύγουμε… Λέει η Ελίνα.

-Τι κιόλας; Απαντάει μουτρωμένος ο Γιάννης.

-Κρίμα! Λένε μαζί τα παιδιά και παίρνουν τον δρόμο για τα σπίτια τους ενώ την ώρα εκείνη η Φιλιώ παίρνει τηλέφωνο και το σηκώνει ο Γιάννης.

-Που είστε; Φωνάζει στο τηλέφωνο η Φιλιώ εξαγριωμένη.

-Ερχόμαστε, είμαστε στον δρόμο!  Λέει ο Γιάννης και τα παιδιά περπατούσαν στο δρομάκι.

-Το καλό που σας θέλω! Κλείνει το τηλέφωνο η Φιλιώ.                                                                              

 

Αφού τα παιδιά φτάνουν πέφτουν κατευθείαν για ύπνο επειδή κουράστηκαν πολύ από τον περίπατο. Οι υπόλοιπες μέρες πάλι κυλούν ήρεμα, αλλά όχι βαρετά! Τα παιδιά συνεχίζουν να συχνάζουν κάθε μέρα στην λιμνούλα μέχρι να φύγουν… Ο πιο δύσκολος αποχωρισμός! Τα παιδιά χαιρετούν λυπημένα την Χώρα της Νάξου  γιατί  πρέπει να  επιστρέψουν στο χωριό… Την  ίδια στιγμή  οι γονείς αναρωτιούνται γιατί τα παιδιά τους στενοχωρήθηκαν τόσο.

-Έχετε καμιά ιδέα; ρωτάει παραξενεμένα η κυρία Γωγώ.

-Μπα! Λένε μαζί και πάνε στα αμάξια.

Την   ίδια  στιγμή τα παιδιά  κοιτούσαν τις  φωτογραφίες  από το καλύτερο  μέρος στον κόσμο!