Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Οι περιπέτειες της Ελένης και του Γιωργάκη στις Ψηφιακές γειτονιές: Συνεχίζεται...


 Με αφορμή τις Ψηφιακές γειτονιές ξεκινήσαμε ένα παραμυθάκι με τίτλο
"Οι περιπέτειες της Ελένης και του Γιωργάκη στις Ψηφιακές γειτονιές", που θα το φτιάξουμε ακολουθώντας βήμα -βήμα τα τραπουλόχαρτα της "Μαγικής Τράπουλας"
 
Το ξεκίνησε η Στεφανία: (τραπουλόχαρτο Απαγόρευση)

"...Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια πόλη πολύ πολύ όμορφη, όπου όλοι ήταν χαρούμενοι και γελαστοί. Θα σκέφτεστε τώρα "αααααααα τι ωραία πόλη" όμως καθόλου έτσι δεν ήταν... Υπήρχε βλέπετε ένας νόμος που έλεγε "Απαγορεύεται να κλαις" και η τιμωρία για τους παραβάτες ήταν τόσο αυστηρή που ούτε να τη γράψω δεν μπορώ...."
 
Το συνεχίζει η Ασπασία: (τραπουλόχαρτο Παράβαση)
 
"...Αυτή η πόλη λεγόταν Μπλογκόπολη. Σε αυτήν την πόλη, οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν άγνωστοι μεταξύ τους. Δεν γνώριζαν τους γείτονές τους. Δεν είχαν συναντηθεί ποτέ. Ή μάλλον, τους γνώριζαν αλλά με έναν περίεργο τρόπο. Γινόταν το εξής: όλα τα σπίτια είχαν τις πόρτες ανοιχτές και όποιος ήθελε να επισκεφτεί κάποιον για να δει τι κάνει, τον επισκέπτονταν όποτε ήθελε. Πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Ο επισκέπτης παρακολουθούσε τον σπιτονοικοκύρη από την μισάνοιχτη πόρτα και άλλες φορές από το παράθυρο και μετά, αν είχε να του πει κάτι, του άφηνε ένα μήνυμα στην πόρτα και έφευγε.
 
Ο σπιτονοικοκύρης, κάποια στιγμή, πήγαινε στην πόρτα, διάβαζε όλα τα μηνύματα και γέμιζε ένα σακούλι - το σακούλι της ψυχής του - με διάφορα ευχάριστα συναισθήματα. Άλλοτε χαρά, άλλοτε ενθουσιασμό, άλλοτε έκπληξη. Αλλά πάντα το γέμιζε. Και μερικές φορές απαντούσε σε αυτά τα μηνύματα. Άλλες πάλι όχι. Υπήρχαν βέβαια και σπιτάκια που δεν είχαν ποτέ μηνύματα στην πόρτα.
 
Υπήρχαν σπιτάκια μικρά και μεγάλα. Καινούρια και παλιά. Και συνεχώς χτίζονταν καινούρια σπιτάκια και η πόλη μεγάλωνε και πλήθαινε από κατοίκους. Σε έναν τέτοιο σπιτάκι κατοικούσαν και η Ελένη και ο Γιωργάκης με τους γονείς τους.
 
Οι πολίτες και ας μη βλέπονταν μεταξύ τους, περνούσαν πολύ πολύ όμορφα. Για αυτό, ο Δήμαρχος της πόλης και το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισαν να φέρουν μαζί όλους τους πολίτες αυτής της πόλης, για να γνωριστούν. Και έτσι διοργάνωσαν μία μεγάλη γιορτή. Μία γιορτή, στην οποία όλοι θα φορούσαν το καλύτερό τους χαμόγελο, θα έπαιρναν μαζί και ένα σακούλι γεμάτο ανυπομονησία, ενθουσιασμό και χαρά και θα πήγαιναν να γνωρίσουν τους συμπολίτες τους.
Όλοι οι πολίτες ήξεραν τον νόμο "Απαγορεύεται να κλαις" οπότε δεν πήραν μαζί χαρτομάντηλα. Εάν το έκαναν, αυτό θα συνιστούσε ΠΑΡΑΒΑΣΗ στο νόμο! Και δεν ήθελαν να τον παραβούν.
 
Σε αυτή τη γιορτή λοιπόν, αποφάσισε να πάει και η μαμά της Ελένης και του Γιωργάκη. Και πήγαν και οι 3 μαζί, με το σακούλι τους γεμάτο ανυπομονησία, ενθουσιασμό και χαρά και ΧΩΡΙΣ χαρτομάντηλα..."
 

Η τρίτη συνέχεια με το τραπουλόχαρτο "Βλάβη - έλλειψη", από την Κορίνα :

"...Όλοι είχαν καθίσει στις καρέκλες τους και είχαν ανοίξει τα tablets τους για να συνδεθούν διαδικτυακά και να γνωρίσουν τους συμπολίτες τους,όταν ξαφνικά έγινε το εξής τρομερό που κανείς τους δεν είχε προβλέψει,μια ΒΛΑΒΗ στην κεραία του τοπικού δικτύου που έβγαλε εκτός λειτουργίας  τους υπολογιστές,τα κινητά και όλα τα συναφή μέσα που θα τους έφερναν σε επαφή! Η ΕΛΛΕΙΨΗ  αυτή έφερε τα πάνω κάτω στο πρόγραμμα των διοργανωτών.Και τώρα τι κάνουμε;, Αναρωτήθηκαν όλοι.Ένα νεαρό παιδί πλησίασε δειλά δειλά και είπε:Έχω ακούσει από τη γιαγιά μου ότι παλιά οι άνθρωποι δεν χρειάζονταν την τεχνολογία για να επικοινωνήσουν μεταξύ τους,αρκούσε μόνο να βρίσκονται στον ίδιο  χώρο και όπως βλέπω σήμερα είμαστε όλοι μαζεμένοι σε αυτή την πλατεία οπότε μήπως;  "
 
 
Μπορείς να το συνεχίσεις; (στείλε τη δική σου συνέχεια στο stoforos@yahoo.com)
Να το επόμενο τραπουλόχαρτο:

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Μπορείς να συνεχίσεις το ψηφιακό μας παραμυθάκι;

 Με αφορμή τις Ψηφιακές γειτονιές ξεκινήσαμε ένα παραμυθάκι με τίτλο
"Οι περιπέτειες της Ελένης και του Γιωργάκη στις Ψηφιακές γειτονιές", που θα το φτιάξουμε ακολουθώντας βήμα -βήμα τα τραπουλόχαρτα της "Μαγικής Τράπουλας"
 
Το ξεκίνησε η Στεφανία: (τραπουλόχαρτο Απαγόρευση)

"...Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια πόλη πολύ πολύ όμορφη, όπου όλοι ήταν χαρούμενοι και γελαστοί. Θα σκέφτεστε τώρα "αααααααα τι ωραία πόλη" όμως καθόλου έτσι δεν ήταν... Υπήρχε βλέπετε ένας νόμος που έλεγε "Απαγορεύεται να κλαις" και η τιμωρία για τους παραβάτες ήταν τόσο αυστηρή που ούτε να τη γράψω δεν μπορώ...."
 
Το συνεχίζει η Ασπασία: (τραπουλόχαρτο Παράβαση)
 
"...Αυτή η πόλη λεγόταν Μπλογκόπολη. Σε αυτήν την πόλη, οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν άγνωστοι μεταξύ τους. Δεν γνώριζαν τους γείτονές τους. Δεν είχαν συναντηθεί ποτέ. Ή μάλλον, τους γνώριζαν αλλά με έναν περίεργο τρόπο. Γινόταν το εξής: όλα τα σπίτια είχαν τις πόρτες ανοιχτές και όποιος ήθελε να επισκεφτεί κάποιον για να δει τι κάνει, τον επισκέπτονταν όποτε ήθελε. Πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Ο επισκέπτης παρακολουθούσε τον σπιτονοικοκύρη από την μισάνοιχτη πόρτα και άλλες φορές από το παράθυρο και μετά, αν είχε να του πει κάτι, του άφηνε ένα μήνυμα στην πόρτα και έφευγε.
 
Ο σπιτονοικοκύρης, κάποια στιγμή, πήγαινε στην πόρτα, διάβαζε όλα τα μηνύματα και γέμιζε ένα σακούλι - το σακούλι της ψυχής του - με διάφορα ευχάριστα συναισθήματα. Άλλοτε χαρά, άλλοτε ενθουσιασμό, άλλοτε έκπληξη. Αλλά πάντα το γέμιζε. Και μερικές φορές απαντούσε σε αυτά τα μηνύματα. Άλλες πάλι όχι. Υπήρχαν βέβαια και σπιτάκια που δεν είχαν ποτέ μηνύματα στην πόρτα.
 
Υπήρχαν σπιτάκια μικρά και μεγάλα. Καινούρια και παλιά. Και συνεχώς χτίζονταν καινούρια σπιτάκια και η πόλη μεγάλωνε και πλήθαινε από κατοίκους. Σε έναν τέτοιο σπιτάκι κατοικούσαν και η Ελένη και ο Γιωργάκης με τους γονείς τους.
 
Οι πολίτες και ας μη βλέπονταν μεταξύ τους, περνούσαν πολύ πολύ όμορφα. Για αυτό, ο Δήμαρχος της πόλης και το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισαν να φέρουν μαζί όλους τους πολίτες αυτής της πόλης, για να γνωριστούν. Και έτσι διοργάνωσαν μία μεγάλη γιορτή. Μία γιορτή, στην οποία όλοι θα φορούσαν το καλύτερό τους χαμόγελο, θα έπαιρναν μαζί και ένα σακούλι γεμάτο ανυπομονησία, ενθουσιασμό και χαρά και θα πήγαιναν να γνωρίσουν τους συμπολίτες τους.
Όλοι οι πολίτες ήξεραν τον νόμο "Απαγορεύεται να κλαις" οπότε δεν πήραν μαζί χαρτομάντηλα. Εάν το έκαναν, αυτό θα συνιστούσε ΠΑΡΑΒΑΣΗ στο νόμο! Και δεν ήθελαν να τον παραβούν.
 
Σε αυτή τη γιορτή λοιπόν, αποφάσισε να πάει και η μαμά της Ελένης και του Γιωργάκη. Και πήγαν και οι 3 μαζί, με το σακούλι τους γεμάτο ανυπομονησία, ενθουσιασμό και χαρά και ΧΩΡΙΣ χαρτομάντηλα..."
 
 
Μπορείς να το συνεχίσεις; (στείλε τη δική σου συνέχεια στο stoforos@yahoo.com)
Να το επόμενο τραπουλόχαρτο:


Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Θα γράψεις τη συνέχεια;

Με αφορμή τις Ψηφιακές γειτονιές ξεκινήσαμε ένα παραμυθάκι με τίτλο
"Οι περιπέτειες της Ελένης και του Γιωργάκη στις Ψηφιακές γειτονιές", που θα το φτιάξουμε ακολουθώντας βήμα -βήμα τα τραπουλόχαρτα της "Μαγικής Τράπουλας"

Το πρώτο ήταν η "Απαγόρευση" και η Στεφανία έκανε την αρχή:


"...Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια πόλη πολύ πολύ όμορφη, όπου όλοι ήταν χαρούμενοι και γελαστοί. Θα σκέφτεστε τώρα "αααααααα τι ωραία πόλη" όμως καθόλου έτσι δεν ήταν... Υπήρχε βλέπετε ένας νόμος που έλεγε "Απαγορεύεται να κλαις" και η τιμωρία για τους παραβάτες ήταν τόσο αυστηρή που ούτε να τη γράψω δεν μπορώ...."

Γράψε τώρα τη συνέχεια με το επόμενο τραπουλόχαρτο (μπορείς να τη στείλεις και στο stoforos@yahoo.com):


Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Ένα παραμυθάκι : "Οι περιπέτειες της Ελένης και του Γιωργάκη στις Ψηφιακές Γειτονιές"

Το κουκί και το ρεβίθι, λοιπόν...

Σκέφτηκα ένα παραμυθάκι (ή και παραμυθάκια) που θα φτιαχτούν με τη βοήθεια της Μαγικής Τράπουλας από γονείς μπλόγκερ, Η ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό μου καθώς συντόνιζα μια συζήτηση το Σάββατο το απόγευμα στην καταπληκτική εκδήλωση για τις Ψηφιακές Γειτονιές

Θα ήθελα (σκεφτόμουνα) να είχα από μια μαγική τράπουλα να μοίραζα σε αυτές τις καταπληκτικές μαμάδες (και λίγους μπαμπάδες). Ή ακόμα καλύτερα, όπως καθόμασταν εκεί, μόλις τέλειωνε η κουβέντα να φτιάχναμε όλοι μαζί ένα παραμυθάκι με αφορμή τη μέρα που περάσαμε και να το μοιραζόμασταν μετά με τα παιδιά μας...
Γιατί να μη το σκεφτώ νωρίτερα;
Όμως είμαι ξεροκέφαλος άνθρωπος!

Το έφερα από δω, το πήγα από κει και λέω: Γιατί να μη το κάνουμε τώρα; Μέσα από το διαδίκτυο;

Ρίχνω λοιπόν το βοτσαλάκι μου, πετάω τα πρώτο τραπουλόχαρτο και -προς το παρόν- περιμένω τις απαντήσεις σας στο stoforos@yahoo.com



Για τη συνέχεια θα ρωτήσω πιο ...ειδικούς.

Το παραμυθάκι, λοιπόν ξεκινά με τον τίτλο "Οι περιπέτειες της Ελένης και του Γιωργάκη στις Ψηφιακές Γειτονιές". Στην αρχή υπάρχει μια απαγόρευση. Ποια να είναι άραγε αυτή; Ποιός θα μας πει την αρχή της ιστορίας;

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Παραμύθι με άρωμα νεραντζιάς...



Χθες το βράδυ στο Θησείο ο μυρωμένος αέρας από τις νεραντζιές κυριαρχούσε παντού. έστσι, πριν φτιάξουμε το παραμύθι που θα έκλεινε τον πρώτο κύκλο σεμιναρίων για υποψήφιους παραμυθάδες, γονείς, παιδαγωγούς αλλά και όσους αγαπάνε τα παραμύθια πρότεινα στις μαθήτριες μου να πάνε μια βόλτα για δέκα λεπτά, η κάθε μια μόνη της και με όσα θα τους έρχονταν στο δρόμο θα ξεκινούσαμε το παραμύθι μας με τη βοήθεια της μαγικής τράπουλας...
Έτσι κι έγινε και βγήκε κάτι όμορφο. (Προσωρινός τίτλος: Το μπλε τριαντάφυλλο)

Πάνω στο τραπέζι ένα κλαδάκι νεραντζιάς γεννούσε δεκάδες εικόνες και βοηθούσε τη φαντασία να ταξιδέψει... Και ο πρωταγωνιστής μας φυσικά είναι ένας κηπουρός...

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Η Πομονύ και η Ανύ




Ο χώρος «Τέχνης Βήματα» σε συνεργασία με την «Παραμυθοκουζίνα» και τον συγγραφέα Κώστα Στοφόρο οργανώνουν σεμινάριο δημιουργίας παραμυθιού. Το σεμινάριο απευθύνεται σε υποψήφιους παραμυθάδες, γονείς και παιδαγωγούς, αλλά και σε όσους θέλουν να ανακαλύψουν τον μαγικό κόσμο των παραμυθιών. Σήμερα ολοκληρώθηκε ο πρώτος κύκλος με ένα πολύ όμορφο παραμύθι. Όσο η ομάδα το επεξεργάζεται για να του δώσει την τελική του μορφή, σας παρουσιάζουμε ένα άπο τα παραμύθια που φτιάχτηκαν με διδακτικό σκοπό...
Για όσους ενδιαφέρονται για το νέο κύκλο που ξεκινά την ερχόμενη Πέμπτη: 
Πληροφορίες - εγγραφές: Τέχνης Βήματα, Ηρακλειδών 54, Θησείο ~ Τ.Κ. 118 51 ~ τηλ: (210) 522 9339 - 698 010 0398 - info@texnisvimata.gr
 
 



Η Πομονύ και η Ανύ

της Μαρίας Κατσανούλη

Μια φορά κι ένα καιρό, σ’ ένα τόπο μακρινό ζούσε μια καλόκαρδη γριά η κυρά Πομονύ.  Η όψη της με τα μακριά, σχεδόν άσπρα μαλλιά της και τα γκριζογάλανα  σχιστά μάτια της, μαζί με τα περίεργα πράγματα που έλεγαν τα παιδιά πως συνέβαιναν στον παράξενο, είναι αλήθεια και δασοπυκνωμένο, κήπο του σπιτιού της, έκανε όλο το χωριό να την αποκαλεί χαριτολογώντας η «μάγισσα Πομονύ».
Είχε γίνει πλέον συνήθεια των παιδιών του χωριού τα απογεύματα να τα περνούν στο τεράστιο περιβόλι της.  Είχε μέσα δέντρα πολλά, απ΄ όπου εδώ κι εκεί κρέμονταν κούνιες σχοινένιες, χορταριασμένες και ανθοστολισμένες.  Είχε πολύχρωμα, λογιών-λογιών, λουλούδια.  Είχε και λίμνη με νούφαρα και γεφυράκια, και δασωμένες σπηλιές, όπου τα παιδιά κρύβονταν όταν έπαιζαν κρυφτό.  Μα είχε  και ζώα.  Πολλά ζώα και ήμερα.  Τόσο ήμερα, που τα παιδιά όταν τα φώναζαν αυτά έρχονταν, κατά πως έλεγαν στους γονείς τους, που χαμογέλαγαν σαν τ’άκουγαν.  

Η κυρά Πομονύ έβλεπε τα παιδιά από τη βεράντα της να παίζουν και χαίρονταν τη συντροφιά τους και τις φωνές των παιχνιδιών τους.

Στη παρέα των παιδιών ήταν και ένα κορίτσι, η Ανύ, που ήταν πάντα πολύ ανυπόμονη και βιαστική, τόσο που οι φίλοι της τη φώναζαν η «Ανύ η  βιαστική». 

Η κυρά Πομονύ είχε δώσει την άδεια στα παιδιά να κόβουν φρούτα από τα δέντρα του περιβολιού της και να τα τρώνε.  Η Ανύ όμως, από την ανυπομονησία της, έκοβε πάντα τα φρούτα προτού ωριμάσουν και βέβαια, αφού τα δοκίμαζε, δεν της άρεσαν και τα πέταγε.  Αυτό συνέβαινε συνέχεια. 

Η κυρά Πομονύ το πρόσεξε κάποια στιγμή και την επομένη όταν η Ανύ έκοψε και πάλι άγουρο ακόμα το μήλο από τη μηλιά  και πήγε να το πετάξει, κάτι παράξενο συνέβη.  Μαζί με το δαγκωμένο καρπό έπεφταν ταυτόχρονα στο έδαφος και όλα τα φύλλα και οι υπόλοιποι καρποί του δένδρου που έστεκε στο τέλος γυμνό με τα κλαδιά του γερμένα κι αυτά προς τα κάτω.  Το ίδιο έγινε με όλα τα δένδρα από όπου η Ανύ έκοψε τον άγουρο καρπό τους. 

Όλοι παραξενεύτηκαν και το περιβόλι της κυρα Πομονύς που ήταν ο Παράδεισος των παιδιών, ο ιδανικό χώρος για τα παιχνίδια τους, έγινε τόπος έρημος και απωθητικός.  Τα δένδρα γυμνώθηκαν, τα χόρτα ξεράθηκαν μαζί και οι χορταριασμένες κούνιες.  Τα άνθη μαράθηκαν, και τα ζώα και τα πουλιά, μη μπορώντας πια να κρυφτούν πουθενά έφυγαν να φτιάξουν αλλού τις φωλιές τους. 

Τα παιδιά στενοχωρήθηκαν, το χαμόγελο έφυγε από τα χείλη τους.  Ο Παράδεισός τους χάθηκε και πλέον τα παιχνίδια τους περιορίζονταν στους δρόμους του χωριού και στις φτωχές αυλές των σπιτιών τους.  

Η κυρά Πομονή, κάθονταν στη βεράντα της και ήρεμα έπλεκε στη κουνιστή ξύλινη πολυθρόνα της. 
Μια μέρα πήγαν τα παιδιά όλα μαζί να τη ρωτήσουν μήπως ξέρει τι έπαθε ο κήπος της.  Εκείνη τότε τους είπε να πάνε να ρωτήσουν το μπλέ αηδόνι που κατοικεί  δίπλα στη λίμνη. 

Έτρεξαν όλα κατά κει.  Σαν έφτασαν και φώναζαν τ’αηδόνι, αυτό παρουσιάστηκε ευθύς και κάθισε στο γυμνό κλαδί του πλάτανου που κάποτε σκίαζε ευχάριστα τη κούνια που κρέμονταν τώρα μαραμένη στα γυμνά κλαδιά του.   Όταν λοιπόν ρώτησαν το αηδόνι γιατί έγινε αυτό που έγινε, αυτό τους είπε:
-           Όλα οφείλονται στην ανυπομονησία.  Κάποιος δεν είχε την υπομονή να περιμένει ήρεμα και με ελπίδα την κατάλληλη στιγμή και βιάστηκε να κάνει κάτι που θύμωσε τη φύση. 

Όλα μα όλα τα παιδιά κοίταξαν με μιας την Ανύ και με ένα στόμα είπαν
-           Ανύ, εσύ, η πάντα βιαστική, τι έκανες πάλι ανυπόμονη Ανύ;
Η Ανύ όσο κι αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να σκεφτεί τι έκανε που θύμωσε τη φύση και τότε θυμήθηκε το απογύμνωμα του δένδρου όταν πετούσε κάτω το δαγκωμένο άγουρο καρπό του και
-           Α!!!!! Αμάν παιδιά εγώ, εγώ φταίω! Εγώ τα έκανα όλα!
-           Τι έκανες Ανύ;» είπαν όλα μαζί τα παιδιά.
Το και το τους είπε η Ανύ και όλοι γύρισαν μετά να κοιτάξουν το μπλε αηδόνι που έστεκε στο γυμνό κλαδί και τους κοιτούσε από ψηλά. 
-           Και τώρα; ρώτησαν τα παιδιά.
-           Τώρα, είπε το αηδόνι, πρέπει αυτός που θύμωσε τη φύση τώρα να τηνε καλοπιάσει!
-           Πως; ρώτησε η Ανύ 
-           Θα σπείρεις τούτο το κομμάτι του περιβολιού και κάθε μέρα υπομονετικά θα το φροντίζεις.  Θα το ποτίζεις, θα το  σκαλίζεις, θα το κλαδεύεις με αγάπη και με ντάντεμα, με λόγια και με χάδια, μέχρι να βγάλει ανθό κι ύστερα καρπό, που ώριμο μόνο θα θερίσεις και θα χαρίσεις ευθύς στους φίλους σου, δίχως να δοκιμάσεις κι ύστερα σα θα’ χεις έτοιμο το χώμα για τη νέα σπορά τότε και πάλι ο κήπος θα ανθίσει.

Έτσι είπε το μπλε αηδόνι και χάθηκε μεμιάς.
Όλοι συμφώνησαν πως έτσι έπρεπε να γίνει και βοήθησαν την Ανύ όσο τους επέτρεπε ο χρησμός του μπλε αηδονιού. 

Και πράγματι όταν όλα έγιναν όπως είπε το μπλε αηδόνι, ο κήπος ένα πρωινό λουλούδιασε και πάλι.  Το νερό κελάρισε, τα πουλιά τιτίβισαν, οι πεταλούδες με τις μέλισσες κρύβονταν στα άνθη τα χρωματιστά, τα ζώα επέστρεψαν, οι κούνιες πρασίνησαν και στολίστηκαν και πάλι με άνθη και τα παιδιά χαρούμενα και πάλι έπαιζαν στο Παράδεισό τους. 
Η Ανύ δεν ξαναέκοψε άγουρο φρούτο από το δένδρο και η κυρά Πομονύ συνέχιζε να πλέκει ήρεμα κι υπομονετικά στη κουνιστή της πολυθρόνα, ευχαριστημένη με τη συντροφιά της. 
Και έζησαν όλοι καλά κι εμείς καλύτερα.

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Φουσκαλοοικογένεια






Η Δώρα Ζώτα έφτιαξε αυτό το παραμυθάκι ξεκινώντας από τη φωτογραφία που βλέπετε στο πλαίσιο του Σεμιναρίου για παραμυθάδες, παιδαγωγούς και γονείς που ολοκληρώνεται την Πέμπτη...
Όσοι θέλετε να συμμετάσχετε στον επόμενο κύκλο, επικοινωνήστε με το "Τέχνης Βήματα"

Η Φουσκαλοοικογένεια


Σε ένα τόσο δα μπαλκόνι
κάθεται ένα μπαλόνι
Περιμένει- περιμένει
κι ο αέρας δε το παίρνει
Άντε φυσά για να πάμε σε ιστορία να γελάμε


Ήταν κάποτε που λέτε
μια οικογένεια φουσκαλίτσες
Ο μπαμπάς και η μανούλα
είχανε χοντρές κοιλίτσες
Τα παιδάκια πιο κομψά
έτρωγαν δυο τρία αυγά
Κάθε μέρα που ξυπνούσαν
Πρωινό αναζητούσαν             
Γάλα, μέλι, φρυγανιές, να ‘ χουνε γερές καρδιές  

Και στις δέκα στο σχολείο
Ένα μήλο απ’  το ψυγείο

Η ώρα μια όταν φτάνει
πείνα, πανικός τα πιάνει
Και στο σπίτι τους γυρίζουν
το φαγάκι τους μυρίζουν

Χέρια πλένουν και μετά
Πιάτα βάζουν στη σειρά

Και η μάνα η φουσκάλα
Μ’  αγωνία και λαχτάρα
Πρώτα φέρνει το τυρί
και το ζυμωτό ψωμί
Κι ο πατέρας ο φουσκάλος
υπερήφανος με κάλλος
Μια σαλάτα με ντομάτα
ρίγανη την πασπαλίζει
και λαδάκι τη ραντίζει

Γόπες τραγανές κι αφράτες
μυρωδίσαν στην πιατέλα
Κι από πέρα μια σαρδέλα
λέει το δικό της «έλα»


Και σαν έφαγαν και ήπιαν
το στομάχι σαν γεμίσαν
Στο γραφείο ευθύς αμέσως
Έτσι στρογγυλοκαθήσαν

Διάβασμα πολύ δεν έχουν
Μόνο γράψιμο αντέχουν
Στο μπαλέτο και στη μπάλα
Φεύγουνε να παν τρεχάλα



Και το βράδυ μαζεμένες
Όμορφες περιποιημένες
Στο τζακάκι θα καθίσουν
ιστορίες να αρχίσουν
Μ’ ένα τοστ και λίγο γάλα
Και μια φέτα μαρμελάδα
θα γυρίσουν την Ελλάδα

 


Κι όταν τ’ αστεράκια βγούνε
Καληνύχτα θα μας πούνε
Κι οι μικρές οι φουσκαλίτσες
Όνειρα πολλά θα δούνε…


Δώρα Ζώτα