Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

Ο Θησαυρός στα Σκαφιδέλια


Άλλο ένα παραμύθι που δημιουργήθηκε πάνω σε μοτίβα λαϊκού παραμυθιού στο πλαίσιο του Εργαστηρίου Δημιουργίας Παραμυθιού στο βιβλιοπωλείο Οσελότος στα Ιωάννινα. 

Γιατί άρχισαν να πωλούν τις χρυσές λίρες; | Cretalive


Ο Θησαυρός στα Σκαφιδέλια

από την Αγγελική Δούβα

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα φτωχικό  σπίτι, μια μικρή πέτρινη καλύβα  μέσα το δάσος  ζούσε ένα όμορφο παλικάρι μαζί με τους  γονείς του .Μαζί τους ζούσε και ένας παπάς στο διπλανό καμαράκι  Πάνε χρόνια από εκείνο το βράδυ που χτύπησε την πόρτα τους καταπονημένος και καταβεβλημένος.

Ήταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ του Μάρτη  που έβρεχε ο Θεός με το Θεό και έλεγες ότι θα βουλιάξουν τα πάντα από τη βροχή .Χτύπησε λοιπόν εκείνη την νύχτα ο παπάς την πόρτα του φτωχικού τους .Ο πατέρας ξύπνησε αλαφιασμένος  στην αρχή δίστασε αλλά τελικά άνοιξε την πόρτα και αντικρίζει  μπροστά του τον σχεδόν λιπόθυμο ,ταλαιπωρημένο; και βρεγμένο ως το κόκκαλο ;παπά  …                                                                

–Πέρασε μέσα του λέει .Μην στέκεσαι στην πόρτα και τον υποδέχτηκε καλόκαρδα,. Αυτός δίστασε για λίγο αλλά στο τέλος μπήκε    . 

Τον έβαλε κοντά στη φωτιά, στο τζάκι για να ζεσταθεί ,του έδωσε και μια καινούργια αλλαξιά για να ντυθεί  και τον περιποιήθηκε με ότι είχε Αυτός είχε ένα γέρικο μουλάρι μαζί του .Το πήρε και αυτό το έβαλε στο στάβλο το τάισε και το χάιδεψε..                                                                           
-Μην ανησυχείς του είπε εδώ θα βρείτε ξεκούραση και ζεστασιά.

Έτσι μετά από  εκείνο το βράδυ ο παπάς έμεινε μαζί τους στο διπλανό καμαράκι  λίγα μέτρα απόσταση από το δικό τους σπίτι.                   

Ο παπάς  κάθε μέρα έπαιρνε το μουλάρι του και το έβοσκε στο πλάγιο, ανατολικά του συνοικισμού, στη θέση «Σκαφιδέλια».

Ο παπάς επειδή είχε αρκετά χρήματα και φοβόταν  μήπως του τα κλέψουν έτσι τα έκρυψε σ' ένα λάκκο που έσκαψε στα Σκαφιδέλια. Κανείς δεν γνώριζε το μυστικό του παρά μόνο το πιστό του γέρικο  μουλάρι..

Και έτσι περνούσαν τα χρόνια .Κάποτε όμως ο παπάς αρρώστησε, Έπεσε στο κρεβάτι και δεν μπορούσε να μιλήσει. Όπως ήταν ξαπλωμένος ζήτησε με νοήματα χαρτί και μολύβι για να γράψει. Του έδωσαν και έγραψε: «Ανάμεσα στα δυο λαγκάδια (και τσάκισε την κόλλα) έχω κρύψει αρκετά χρήματα». Αυτά πρόλαβε να γράψει και μετά πέθανε. Το διάβασαν το ξαναδιάβασαν ,’έσπασαν το κεφάλι τους όμως άκρη δεν έβγαλαν και έτσι ξεχάστηκε αυτή η ιστορία.                                                                                                      
Το παλικάρι κατά καιρούς κατέβαινε στην πόλη για να ψωνίσει διάφορα πράγματα που χρειάζονταν στο σπίτι .Εκεί στην αγορά συναντούσε μια όμορφη κοπέλα που μαζί με την μητέρα της πουλούσαν διάφορα πράγματα την κοπέλα την έλεγαν Ζαφείρω Κουμουνδουρέα, από τα Γιατρέικα.   Κάθε φορά που την έβλεπε  την κοιτούσε με θαυμασμό για την ομορφιά της και την απλότητα της.

-Καλημέρα παλικάρι του είπε και τον χαιρέτησε .
-Καλημέρα της απήντησε .Πως είσαι σήμερα., σε βλέπω λίγο αναστατωμένη ή μου φαίνεται;
-Είδα ένα παράξενο όνειρο του είπε.. Ένα  μέρος που είναι κρυμμένα  χρήματα..Και του περιέγραψε το μέρος που είχε ονειρευτεί.

Το παλικάρι κοντοστάθηκε και της είπε

-θα ήθελες να σε βοηθήσω και να ψάξω για αυτό το μέρος να δούμε αν υπάρχουν αυτά τα χρήματα;  Τότε που ήρθε στο νου το χαρτί και αυτό που είχε γράψει ο παπάς λίγο πριν πεθάνει
-Λες να έχει σχέση το όνειρο με τα χρήματα του παππά ;αναρωτήθηκε.

Η κοπέλα δίστασε για λίγο και μετά του αποκρίθηκε

-Ναι θα ήθελα να ψάξεις για να σιγουρευτούμε αν τελικά είναι όνειρο η πραγματικότητα. Το παλικάρι λοιπόν  μήνυσε και σε κάτι φίλους του από το διπλανό χωριό και έτσι  μια μέρα ξεκίνησαν για ταξίδι μακρινό, για να βρουν τα χρήματα Ωστόσο δεν ήξεραν πού να ψάξουν.
-Τα παλιά χρόνια οι ληστές έκρυβαν την λεία τους στις κουφάλες των δέντρων , είπε ο ένας από αυτούς.                                                           
-Μα πως θα τα βρούμε είπε  ένας άλλος.                                          
-Αρχικά πρέπει να βρούμε σε ποια μέρη πήγαινε ο παπάς  είπε ένας άλλος από την παρέα.                                                                          
-Και πως θα το μάθουμε αυτό; είπε ένας άλλος

Εκεί που περπατούσαν, βλέπουν δυο μεγάλα πουλιά, δυο όρνια, να έχουν ένα κομμάτι κρέας και να μαλώνουν. «Γιατί μαλώνετε;», τους λέει το παλικάρι.

-Δεν τα βρίσκουμε στην μοιρασιά του απάντησε το ένα από αυτά.
-«Ελάτε να σας μοιράσω εγώ το κρέας» τους είπε Και τους το μοίρασε. Τα πουλά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και απόρησαν που κάποιος άνθρωπος θέλησε να τα βοηθήσει  .                                      

-Εσείς μέχρι σήμερα μας κυνηγάτε, και  μας σκοτώνετε, εσύ γιατί ενδιαφέρθηκες για μας;  ;τον ρώτησε το ένα από τα πουλιά.                                                                        
-Δεν είμαστε όλοι κακοί και αδιάφοροι είπε. Υπάρχουν και καλοί άνθρωποι πάνω σε αυτή τη γη.

Για να τον ευχαριστήσουν τότε εκείνα του είπαν: «Να, πάρε ένα φτερό, κι όταν μας χρειαστείς κάψτο και φτάνουμε εμείς».

Παίρνει λοιπόν το παλικάρι το φτερό και συνεχίζουν το δρόμο τους.

Περπάτησαν, περπάτησαν και σιγά-σιγά νύχτωνε.  

Στο δρόμο τους  βρίσκουν  μια σπηλιά και μπήκανε μέσα, για να κοιμηθούνε και να ξεκουραστούνε. Είδανε όμως μέσα ένα μεγάλο κρεβάτι και καταλάβανε πως θα 'ναι κανενούς δράκου. Κάμανε λοιπόν ένα λάκκο και μπήκανε μέσα για να, να μην τους  φάει ο δράκος.

. Σε λιγάκι, φτάνει ο δράκος , ένα τεράστιο φίδι με την πλάτη σκεπασμένη με πράσινα λέπια,  είχε μεγάλα και  σουβλερά  δόντια,  γαμψά νύχια και μάτια που πετούσαν φωτιές.

Μπαίνει ο δράκος λοιπόν στη σπηλιά και μυρίζει ανθρώπινο κρέας  και λέει: «Καιρό είχα να φάω ανθρώπινο κρέας»

Λέει όμως και το παλικάρι : «Κι εγώ, καιρό είχα να φάω δρακίσιο κρέας. Θα παλέψουμε κι όποιος νικήσει τον άλλο, θα τονε φάει!» Αρχίσανε αμέσως τον αγώνα. .Ο αγώνας όμως ήταν άνισος ,Ο δράκος ήταν τεράστιος και δυνατός .Το παλικάρι ήταν έξυπνο και θυμήθηκε το φτερό. Δεν χάνει καιρό, καίει το φτερό. Και ξαφνικά βλέπει ένα σύννεφο από πουλιά να τον πλησιάζουν. «Τι θέλεις;» του είπαν;

-Να σκοτώσετε το δράκο τους απάντησε κι ενώ ετοιμαζόντουσαν να τον σκοτώσουν λέει ο δράκος: «Μη με σκοτώσετε>                               

Και αν  σου χαρίσω τη ζωή, τι θα  κάνεις για μένα; ».είπε το παλικάρι.

- Θα  σου  φανερώσω που βρίσκονται τα χρήματα που ψάχνεις. του λέει: Και έτσι και έγινε ο δράκος τους οδήγησε στο μέρος που είχε κρύψει ο παππάς τα χρήματα.

Ο θησαυρός, ο θησαυρός είπαν όλοι με χαρά. Άνοιξαν ένα λάκκο εκεί που τους είχε δείξει ο δράκος και εκεί μέσα υπήρχαν τα χρήματα.

Οι φίλοι του όμως τον ζήλευαν και συμφώνησαν  στο δρόμο του γυρισμού να τον ρίξουν σε ένα πηγάδι και να τον αφήσουν εκεί να πεθάνει και να μοιραστούν μεταξύ τους τα χρήματα.

 Έτσι και έγινε..Όμως το παλικάρι κατορθώνει να  σκαρφαλώσει και να βγει απ’ το πηγάδι, .Πάει και βρίσκει τους φίλους του τους τιμωρεί και τους παίρνει τα χρήματα .Μια και δύο  πάει και βρίσκει την κοπέλα και της δίνει τα χρήματα και της ζητάει  να παντρευτούν.

Η κοπέλα  πήρε τα χρήματα και του υποσχέθηκε ότι θα ξανασυναντηθούν να μιλήσουν για τις λεπτομέρειες. 

Όμως αυτή κανόνισε και  έφυγε για την Αμερική. και από τότε κανείς δεν ξανάκουσε τίποτα για αυτήν.


Σάββατο 27 Ιουνίου 2020

«Κίνδυνος στο μαγισσοχώρι»


Ένα ακόμη παραμύθι από το εργαστήρι δημιουργίας παραμυθιών που πραγματοποιήθηκε στο βιβλιοπωλείο Οσελότος στα Ιωάννινα

Το χωριό των μαγισσών ~ Obelix's blog

«Κίνδυνος στο μαγισσοχώρι»
της Μάριαν Αγιούμπ

-      Πες μας πάλι γιαγιά την ιστορία με τον κακό μάγο στο μαγισσοχώρι…
-      Πάλι αυτή την ιστορία θέλετε να ακούσετε αγάπες μου;
-      Έλα γιαγιάααααααα, σε παρακαλούουουουουμε…

Πλάι στο τζάκι στην αφράτη, μοντέρνα πολυθρόνα καθόταν η γιαγιά. Ε, δεν κάθονται δα και όλες οι γιαγιάδες σε πολυθρόνες κουνιστές. Στην αγκαλιά της, η Νίνα και η Μυρτώ.

-      Κόκκινη κλώστη δεμένη,
από μάγο μαγεμένη,
δωσ’ της ξόρκι να αρχινήσει,
παραμύθι να κεντήσει…

λένε οι μικρές με μια φωνή.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρή μαγισσούλα. Ζούσε στο μαγισσοχώρι μαζί με τη μαμά της, το μπαμπά της και το μεγάλο της αδελφό.

Στη μαγισσούλα άρεσε πολύ να βοηθάει όλο τον κόσμο. Ή έτσι τουλάχιστον είχε μάθει από μικρή. Όποιος είχε πρόβλημα έτρεχε σε εκείνη για να τον βοηθήσει και να του βρει μια έξυπνη λύση. Πιο πολύ απ’ όλους όμως βοηθούσε τον αδελφό της. Παρόλο που ήταν πιο μεγάλος, εκείνη τον πρόσεχε σαν τα μάτια της και τον συμβούλευε.

Τόσο πολύ ασχολούνταν με το να βοηθάει τους πάντες, που υπήρχαν μέρες που ξεχνούσε ακόμα και να φάει και που δεν προλάβαινε να κοιμηθεί.

Πολύ σύντομα μια σπουδαία μέρα θα έφτανε. Ο ετήσιος διαγωνισμός μαγικών ταλέντων. Η μαγισσούλα  και ο αδελφός της έπαιρναν μέρος κάθε χρόνο και είχαν ένα σωρό διακρίσεις. Εκείνη κέρδιζε βραβεία καλύτερης μαγεμένης μαγισσοιστορίας και εκείνος καλύτερης μαγευτικής μαγισσομουσικής.

Κάτι παράξενο έμελλε όμως να συμβεί ετούτη τη χρονιά. Όσο η μαγισσούλα και ο αδελφός της προετοίμαζαν τις δημιουργίες τους και δοκίμαζαν τα καλύτερα και τα πιο φανταστικά τους ξόρκια για τις ιστορίες και τις μουσικές τους, κάποιος παραφυλούσε για να τους χαλάσει τα σχέδια… και όχι μόνο…

Ξέχασα να σας πω, πως πρόσφατα, λίγο έξω απ’ το μαγισσοχώρι, σε έναν ψηλό πύργο, είχε μετακομίσει ένας πολύ κομψός και πλούσιος κύριος. Τα κουστούμια του ήταν πάντοτε φρεσκοπλυμένα, μοσχομυριστά και καλοσιδερωμένα. Τα μαλλιά του λαμπερά. Τα παπούτσια του ολοκαίνουρια και καλογυαλισμένα. Απ’ την τσέπη του κρεμόταν ένα πανάκριβο ρολόι.

«Κύριος με τα όλα του», έλεγαν όλοι. Υπεράνω πάσης υποψίας. Κυκλοφορούσε με μια πελώρια λιμουζίνα και όλα τα μαγισσόπαιδα στο μαγισσοχώρι μαγεύονταν, παρόλο που ήταν ήδη μαγεμένα σαν μαγισσόπαιδα που ήταν. Κι οι μεγάλοι όμως έλεγαν τα καλύτερα λόγια για εκείνον στο πρωινό κουτσομπολιό στην αγορά των μαγικών φίλτρων. Είχε κερδίσει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη όλων με το στυλ του. Μόνο τη μαγισσούλα δεν γοήτευε αυτός ο νέος επισκέπτης. Τον αδελφό της πάλι τον εντυπωσίαζε πολύ…

Λίγες μέρες έμεναν για το μεγάλο διαγωνισμό. Ο αδελφός της μαγισσούλας έκοβε βόλτες στο δάσος και τελειοποιούσε την καινούρια του  μουσική μαγισσοσύνθεση για το διαγωνισμό. Ξαφνικά, κάτι τον έκανε να πεταχτεί με φόρα στην άκρη του δρόμου. Παραλίγο η λιμουζίνα του πλούσιου κυρίου να τον πατήσει.

-       Ω, με συγχωρείς αγόρι μου. Είπε, όλο ευγένεια, ο πλούσιος κύριος κατεβάζοντας το παράθυρο του πανάκριβου αυτοκινήτου του.
-       Δεν πειράζει. Είπε ο αδελφός της μαγισσούλας τρομαγμένος απ’ τη λαχτάρα που ‘χε πάρει.
-       Μπες μέσα. σου οφείλω μια ζεστή σοκολάτα και λίγα μπισκότα. Λίγη όμορφη μουσική θα σε χαλαρώσει απ’ την τρομάρα που πήρες εξαιτίας μου. Έχω φανταστικούς δίσκους στον πύργο μου.

Τι τα θες; Μόλις ο μικρός άκουσε για δίσκους βούτηξε μεμιάς στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για τον πύργο.

            Εκεί, τα μάτια του μάγεψαν ακόμα περισσότερο. Ήταν σαν να επισκεπτόταν το βασίλειο της μουσικής. Ο πλούσιος κύριος του σέρβιρε μια κούπα ζεστή σοκολάτα, κάτασπρα μπισκότα, μάλλον βανίλιας ή καρύδας, και έβαλε να παίζει στο πικάπ μία μαγευτική μουσική.

            Όταν έφτασε η ώρα του γυρισμού ο μικρός ήταν μαγεμένος. Όχι όπως μέχρι τώρα. Διαφορετικά. Κάτι παράξενο συνέβαινε. Κάθε μέρα, ξανά και ξανά, ο αδελφός της μαγισσούλας επισκεπτόταν τον πλούσιο, παράξενο κύριο στον πύργο του, για να πιεί σοκολάτα, να φάει μπισκότα και να ακούσει μουσική, αυτή τη φορά πληρώνοντας τον με το μαγισσοχαρτζιλίκι του.

            Όλοι ήταν απασχολημένοι και κανείς δεν είχε προσέξει, κανείς δεν είχε καταλάβει την αλλαγή του αγοριού. Κανείς, εκτός από την αδελφή του. Όμως κι αυτή δυστυχώς ήταν απασχολημένη με την μαγισσοτελειοποίηση της μαγισσοιστορίας της για το μαγισσοδιαγωνισμό.

            Όταν έφτασε εκείνη η μέρα, έγινε ο κακός χαμός. Ο αδελφός της μαγισσούλας έκανε σαν τρελός. Είχε προηγηθεί άλλη μια επίσκεψη στον πύργο. Ετούτη τη φορά ήπιε διπλή δόση σοκολάτας. Έφαγε τα διπλά κάτασπρα μπισκότα και άκουσε τους διπλάσιους δίσκους. Μπήκε στο σπίτι τους αλαφιασμένος, σαν να τον είχε τσιμπήσει η πιο μαγεμένη μύγα. Και τι έκανε;

            Άρπαξε τη μαγισσοιστορία της μαγισσούλας και της ανακάτεψε όλες τις λέξεις. Έτσι που από μια μαγευτική μαγισσοιστορία, την έκανε άνω κάτω και δεν έβγαινε πια κανένα νόημα. Δεν έμεινε όμως μόνο εκεί. Ανακάτεψε και τις δικές του νότες κι από μαγευτικό μουσικό κομμάτι έγινε μια μουσικοσαλάτα.

            Την ώρα του διαγωνισμού, μαγισσούλα και αδελφός έγιναν ρεζίλι. Πως είναι δυνατόν τα δυο αδέλφια, που μέχρι τώρα παραμάγευαν τους πάντες με τις δημιουργίες τους και κέρδιζαν όλα τα βραβεία, να παρουσιάζουν τώρα τέτοιες μαγισσοασυναρτησίες;

            Η μαγισσούλα τα ‘χε χάσει. Ξαφνικά, μπροστά στα σαστισμένα μάτια όλου του μαγισσοχωριού, ο αδελφός της άρχισε να τρέχει, γρήγορα σαν τον άνεμο. Τι μύγα τον τσίμπησε πάλι; Συλλογίστηκε η αδελφή του, που διόλου δεν την ένοιαζε πια ο διαγωνισμός. Η μόνη της έννοια ήταν να μάθει τι είχε συμβεί στον αδελφό της.

            Εκείνο το βράδυ, παρόλο που ο ύπνος και πάλι δεν την έπαιρνε, και με το δίκιο του ετούτη τη φορά, έκανε την κοιμισμένη, μπας και ανακαλύψει ποια ήταν αυτή η τρέλα που έπιασε τον αδελφό της. Εκείνος, μόλις βεβαιώθηκε ότι η μαγισσούλα είχε πια κοιμηθεί, σηκώθηκε σιγά σιγά από το κρεβάτι του, κράτησε στο χέρι τα παπούτσια του, για να μην κάνει θόρυβο και το ‘σκασε από το παράθυρο. Η μαγισσούλα, χωρίς να χάσει χρόνο, τον ακολούθησε με προσοχή.

            Μπροστά ο αδελφός, ξοπίσω η μαγισσούλα, έφτασαν στον πύργο του παράξενου κυρίου. Η μαγισσούλα είχε κρυφτεί πίσω από ένα μεγάλο δέντρο, όσο ο αδελφός της χτυπούσε τη βαριά πόρτα του πύργου. Ο μάγος του άνοιξε κι εξαφανίστηκαν και οι δυο από τα μάτια της. Εκείνη έψαχνε ένα τρόπο να εισβάλλει στον πύργο, για να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την αλλόκοτη συμπεριφορά του αδελφού της. Έκανε πολλές γύρες και ανακάλυψε ένα πολύ μικρό παραθυράκι στο υπόγειο, που για καλή της τύχη ήταν ανοιχτό. Ευτυχώς που ήταν ακόμα μαγισσούλα και όχι ολόκληρη μάγισσα και κατάφερε να χωρέσει από το μικροσκοπικό άνοιγμα.

            Βρισκόταν πια στη μέση ενός τεράστιου υπογείου με γουρλωμένα μάτια. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Όλοι οι τοίχοι ήταν γεμάτοι από φωτογραφίες παιδιών, από το μαγισσοχώρι και άλλα χωριά. Ανάμεσα τους και η φωτογραφία του αδελφού της. Από κάτω παράξενες σημειώσεις:

Αγαπημένη ασχολία: Μουσική
Κατανάλωση σε:
1.Σκόνη σοκολάτας: 50 μαγισσοευρώ
2.Λευκά μπισκότα: 40 μαγισσοευρώ
3.Ανεξόφλητο χρέος: 45 μαγισσοευρώ

Οι παράξενες σημειώσεις συνόδευαν και τα πρόσωπα των άλλων παιδιών. Άλλα ποσά, άλλες ασχολίες. Σε αυτό το παιδί αρέσει το ποδήλατο, σε εκείνο η ζωγραφική, σε εκείνο τα μπαλόνια. Μα που γνώριζε τόσα πολλά αυτός ο παράξενος άνθρωπος για όλα αυτά τα παιδιά; Και τι σήμαιναν αυτά τα ποσά κάτω από κάθε φωτογραφία; Και το πιο σημαντικό… γιατί είχε αλλάξει τόσο ο αδελφός της; Δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει με τέτοια παράξενη συμπεριφορά. Αυτά σκεφτόταν η μαγισσούλα, όταν άκουσε βήματα στις στριφογυριστές σκάλες.

Πάνω στην τρομάρα της έτρεξε να κρυφτεί κάτω από ένα βαρύ ξύλινο τραπέζι. Για κακή της τύχη σκουντούφλησε και έβγαλε μια κραυγή πόνου. Αυτός που είχε κατέβει στο υπόγειο δεν ήταν άλλος από τον παράξενο κύριο, που έκανε να την πλησιάσει. Αμέσως η μαγισσούλα βγάζει από την τσέπη της το μαγικό ραβδάκι της. Με δύναμη φωνάζει τα ξόρκια για να γίνει αόρατη. Τι κρίμα που είναι ακόμα μικρούλα και δεν έχει εξασκήσει ακόμα το ραβδάκι της σε τόσο δυνατά ξόρκια. Ο παράξενος κύριος την είχε ανακαλύψει.

-       Βρε, βρε, βρε… Μια απρόσμενη επισκέπτρια στον πύργο μου.  Μεγάλη μου τιμή δεσποινίς μου. Μα γιατί θέλεις να φύγεις τόσο γρήγορα; Είπε και το βλέμμα του ήταν τρομακτικό σαν δράκου. Καλωσόρισες στον πύργο μου. Τι μπορώ να κάνω για σένα; Θα ήθελες να σου προσφέρω λίγη σοκολάτα και μπισκότα;

Η μαγισσούλα έκανε κι άλλες προσπάθειες με τα ξόρκια της αλλά τίποτα.

-       Νομίζω θα αρχίσω να αισθάνομαι προσβεβλημένος. Μα να σνομπάρεις έτσι τη φιλοξενία μου δεσποινίς μου; Είπε εκείνος.
-       Τι έχεις κάνει στον αδελφό μου; Του απάντησε εκείνη θαρρετά, παρόλο που φοβόταν πολύ.
-       Νομίζω ψάχνεις για μπελάδες μικρή μου. Τέρμα οι ευγένειες. Είπε εκείνος.

Ξαφνικά αρπάζει το ραβδί του και ετοιμάζεται να επιτεθεί στη μαγισσούλα.

Και τότε έγινε κάτι που κανείς σε όλο το γνωστό και άγνωστο μαγισσόκοσμο δεν μπορούσε να φανταστεί. Το ραβδί του παράξενου κυρίου το ‘σκασε από τα χέρια του, τη στιγμή που αντίκρισε το ραβδί της μαγισσούλας. Βλέπετε αυτό που δεν ήξερε κανείς σε εκείνο το δωμάτιο ήταν πως τα δυο ραβδιά γνωρίζονταν από παλιά. Ήταν και τα δυο κλαδάκια του ίδιου δέντρου. Μόλις το ραβδί του κακού είδε το ραβδάκι της μαγισσούλας στράφηκε προς τον αφέντη του και τον ακινητοποίησε με ένα δυνατό ξόρκι. Το ραβδάκι της μαγισσούλας, που τα είχε χρειαστεί λίγο πριν για τα καλά, άρχισε να ξεθαρρεύει και να τσιμπάει τον ακινητοποιημένο παράξενο κύριο. Το δικό του ραβδάκι, που ήταν πιο εξελιγμένο, κάλεσε στο τηλέφωνο για βοήθεια.

            Σε λίγη ώρα, ένα αυτοκίνητο της μαγισσοαστυνομίας με τη σειρήνα αναμμένη είχε σταθμεύσει μπροστά από την αυλόπορτα του πύργου. Σε δυο λεπτά, δυο μαγισσοαστυνόμοι έβαζαν βιαστικά τον πλούσιο κύριο υπεράνω πάσης υποψίας στο μαγισσοπεριπολικό. Του είχαν φορέσει και μαγισσοχειροπέδες.

            Τα νέα κυκλοφόρησαν και η αλήθεια δεν άργησε να μαθευτεί. Όλα τα μαγισσοραδιόφωνα και οι μαγισσοεφημερίδες έλεγαν για τον πλούσιο κύριο που βρέθηκε στη φυλακή. Δεν ήταν άλλος από έναν κακό μαύρο μάγο που πλούτιζε κοροϊδεύοντας ανυποψίαστα παιδιά. «Φτηνά τη γλίτωσε ο αδερφός μου», συλλογίστηκε η μαγισσούλα.

            Εκείνος συνήλθε ευτυχώς γρήγορα. Ήταν τυχερός, γιατί η αδελφή του τον φρόντισε και πάλι στοργικά. Από δω και πέρα θα ήταν στα σίγουρα πιο προσεκτικός.

-       Και τι έγινε με τις μαγισσοιστορίες και τις μαγισσομουσικές γιαγιά;
-       Εκείνη τη χρονιά τα δυο αδέλφια έχασαν τα βραβεία. Αλλά είχαν κερδίσει τα πιο πολύτιμα και σπουδαία μαθή…..(ματα)

Η γιαγιά δε συνέχισε τη φράση της. Η Νίνα και η Μυρτώ είχαν αποκοιμηθεί. Έτσι δεν είδαν και τη γιαγιά που έκλεισε το μάτι πονηρά σε μια φωτογραφία, που ήταν στολισμένη πάνω στο τζάκι.  Ένας όμορφος νέος, που κρατούσε μια κιθάρα. Ευτυχώς που είχαν αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της γιαγιάς και δεν πρόλαβαν να δουν πως και ο νέος στη φωτογραφία έκλεισε το μάτι στη γιαγιά…

Και ζήσαν αυτοί μαγισσοκαλά κι εμείς μαγισσοκαλύτερα. 
           



Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020

Ο Γιάνν’ς κι η Μαρούσιω: Λαϊκό παραμύθι


Μαγικά τοπία: Τα 24 φυσικά ωραιότερα τούνελ από δέντρα στον κόσμο ...

Χθες ολοκληρώθηκε το εργαστήριο δημιουργίας παραμυθιού που διοργάνωσε το βιβλιοπωλείο Οσελότος στα Ιωάννινα. 
Η προτελευταία εργασία ήταν να γραφτεί ένα παραμύθι στα χνάρια των λαϊκών παραμυθιών, με αξιοποίηση της ντοπιολαλιάς, καθώς οι συμμετέχουσες ήταν από πολλές γωνιές της Ελλάδας: Καλαμάτα, Αρκαδία, Ιωάννινα, Ξάνθη, Βελβεντός Κοζάνης...

Τα αποτελέσματα, όπως θα διαπιστώσετε κι εσείς ξεπέρασαν κάθε προσδοκία.
Αρχίζω τις δημοσιεύσεις των παραμυθιών με το παραμύθι της Νηπιαγωγού Αντωνίας Ζιώγα

Ο Γιάνν’ς κι η Μαρούσιω
 Λαϊκό παραμύθι

Μια βολά κι έναν καιρό, ήταν και δεν ήταν, ήταν ένα μικρό σπιτάκι σ΄ένα λογγάρι οπού ζούσε ένα αντρόϋνο πού ‘χαν δυό παιδιά κι ένα τσιουπί, όμορφο και κοντυλογραμμένο. Είχε φτάκ’ ο καιρός οπού  ΄πρεπε να παντρευτεί.

 Η Μαρούσιω έτσι λέγαν το τσουπί δεν έλεγε να πει το ναι σε κανένα. Κανένας δεν τ ΄ς άρεσε σ’ όλους  έβρισκε και κάτ΄ για να μην τ’ αποφασίσει. Στη Μαρούσιω άρεσε να  βγαίν’  στ΄ν εξοχή να μιλάει με τα πουλιά, με τα ζώα , να κατεβαίν΄ στο ποτάμι και  να λούζει τα όμορφα μακριά καστανά της μαλλιά.

Μια μέρα πέρασε απ΄ το χωριό ένας ξένος πραματευτής που πουλούσε όμορφα στρωσίδια και βελέντζες .

Σαν πέρασε κι από το σπίτ΄ τ’ς Μαρούσιως και τ’ν είδε ο ξένος, θαμπώθηκε από την ομορφιά της και τη ζήτησε από τον πατέρα τ’ ς. Ο πατέρας τ’ς την έδωκε στον  ξένο με την υπόσχεση ότι θα προσέχει τ’ν  κόρη του και θα τη φροντίζει. Άρεσε και στη Μαρούσιω αυτός ο ξένος και συμφώνησε να φύγ’ μαζί του να ζήσ’ σ’ άλλη πόλη κάμποσες ώρες μακριά απ΄το χωριό τ’ς.

Ο πρώτος χρόνος πέρασε καλά για τη Μαρούσιω στα ξένα. Ο άνδρας της ο Γιάνν΄ς τ’ς έδειχνε αγάπη και τη φρόντιζε.

Μαζί τους έμενε κι η μάνα του Γιάνν’, που κι αυτή  στην αρχή μιλούσε καλά στη Μαρούσιω και τ’ς έδειχνε συμπάθεια. Σαν πέρασε ο πρώτος χρόνος η πεθερά άλλαξε κι έβαζε τη Μαρούσιω να κάνει ένα σωρό δουλειές όλη μέρα. Την ξυπνούσε απ΄το χάραμα κι  όλη μέρα δεν την άφηνε ούτε μια στάλα να κάθεται.  Ο άνδρας της ο Γιάνν΄ς έλειπε μέρες και βδομάδες και δεν ήξερε τι γένεται στου σπίτ’.

    Μια μέρα μόλις είχε ζημώσει η Μαρούσιω, είχε φτιάξει οχτώ ζμάρια για ψωμιά κι ήταν έτοιμα να τα φουρνίσ’.

Τ’ς λέει η πεθερά τ’ς: 
       
-Πόσα ζμάρια έκανες Μαρούσιω;
-Οχτώ μάνα, οχτώ όσα μο΄ είπες.
-Για να τα μετρήσω. Ένα δύο τρία…..έξ εφτά. Πούντο τάλλο τι τόκανες;
-Οχτώ είναι μάνα οχτώ. Εφτά έλεγε η πεθερά, οχτώ η Μαρούσιω ώσπου θύμωσε η πεθερά κι αρχινάει να την κοπανά με τον πλάστη.

Η καημένη η Μαρούσιω άρχισε να κλαίει και να παρακαλά:

-Αχ να γενόμουν ένα από κείνα τα πουλιά  που τα ζήλευα μικρή σαν τάβλεπα λεύτερα να πετάν  στον ουρανό. 

Αμέσως η Μαρούσιω έγινε  πουλί, ένα πανέμορφο πουλί κι έφυγε από κείνα τα μέρη και ξαναπήγε στα μέρη τα δικά τ’ς. 
Η  Μαρούσιω έκανε φωλιά πάνω σ’ ένα ψηλό δεντρί στο λογγάρι και κάθε χάραμα πετούσε αχπάνω απ΄το  πατρικό τ’ς  κι έλεγε ένα   παραπονιάρικο σκοπό μ’ ανθρώπινη φωνή. 
Όταν ματαγύρισε ο άντρας τ’ς απ’ τα ξένα και δε βρήκε τη Μαρούσιω ρωτά τ’ μάνα του:

-Πούναι μάνα η γυναίκα μ’;
-Να πα να τ’ βρεις  ‘κει που τ’ ν έφερες!

Πουρνό πουρνό κινάει ο Γιάνν’ς να βρει τη γυναίκα του. Λίγο πριν φτάκ’ στο σπίτι τ’ς Μαρούσιως κάθεται να ξαποστάσ’ κάτω απ’ το ψηλό δεντρί!

Τάχασε ο Γιάνν’ς όταν είδε ένα όμορφο πουλί να κάθεται στον ώμο του και να λαλεί μ’ ανθρώπινη φωνή!

-Άντρα μου καλέ μου εγώ είμαι η γυναίκα σ’ η Μαρούσιω, μη κοιτάς πόγινα πουλί για να γλυτώσω από τ’ μάνα σ’. Πάρε με κοντά σ’ μον’ μη γυρίσουμε πίσω, πάμε όπου αλλού θες εσύ!

-Θέλω τη γυναίκα μ’ πίσω, είπε ο Γιάνν’ ς στο πουλί.
-Πάρε μαζί σ’ και φρόντιζέ με και ‘γω θα ματαγίνω όπως πριν!

Ο Γιάνν’ς  π’ αγαπούσε πολύ τη  Μαρούσιω  τ’ν πίστεψε και πήγαν μακριά σ’ άλλα μέρη!
Έναν ολάκαιρο χρόνο φρόντιζε ο Γιάνν’ ς το πουλί ώσπου μια μέρα κεί που άρχισε να κουράζεται και να χάνει την πίστη του να ματαδεί  τη γυναίκα του   ξυπνάει ένα πρωγινό να πάει στη δουλειά τ΄ και βλέπει δίπλα του τ’ν όμορφη Μαρούσιω! Η χαρά του δε περιγράφεται σαν είδε τ’ν καλή του ο Γιάνν’ς και ζήσαν  ευτυχισμένοι και καλά κι’ εμείς ακόμα και καλύτερα.




 

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Τρίτη, 30 Ιουνίου: Περίπατος στο Ζάππειο όπου κι αν βρίσκεστε!

Μια παρέα στο Ζάππειο - ΤΑ ΝΕΑ
Από αριστερά: Θράσος Καστανάκης, Στράτης Μυριβήλης, Άγγελος Τερζάκης και Ηλίας Βενέζης. Στο Ζάππειο, το 1934

O δεύτερος κύκλος των διαδικτυακών περιηγήσεων μας μετά από την μεγάλη επιτυχία και συμμετοχή σας!
Με πολλές εκπλήξεις και το ίδιο κέφι και ποιότητα, θα σας συναντήσουμε ξανά για να περπατήσουμε διαδικτυακά σε γνωστές και άγνωστες περιοχές της Αθήνας, αξιοποιώντας τη σύγχρονη τεχνολογία!

📍 Τρίτη 30 Ιουνίου 18:30, Στο Ζάππειο μια μέρα
📍 Τρίτη 7 Ιουλίου 18:30, Η διασκέδαση στην Παλιά Αθήνα
📍 Τρίτη 14 Ιουλίου 18:30, Πώς είδαν οι ξένοι την Αθήνα και την Πλάκα


Δείτε το trailer εδώ 👉https://www.youtube.com/watch?v=_CqNeue86Tc
Περισσότερες πληροφορίες 👉https://wp.me/p4fkZN-347


Επικοινωνία 📧info@ekedisy.gr ☎️2103250341



Τρίτη, 30 Ιουνίου, 18.30- 20.30

Στο Ζάππειο μια μέρα

-Θα ταξιδέψουμε στην εποχή που γινόταν η …μάχη των κήπων!
-Θα μάθουμε ποιος εμπνεύσθηκε τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες
-Θα ανακαλύψουμε πότε και που προβλήθηκε για πρώτη φορά κινηματογραφική ταινία με υπόθεση στην Ελλάδα, αλλά και που λειτουργούσε το ραδιόφωνο
-Θα διασκεδάσουμε με τη σάτιρα του Στρατή Μυριβήλη για ένα διάσημο άγαλμα
-Θα μάθουμε σε ποιο καφέ άρμεγαν αγελάδες παρουσία του πελάτη!
-Ποιοι ήταν οι ταλαίπωροι μπαμπάδες του Ζαππείου
-Ποια είναι τα πιο σημαντικά γλυπτά που το κοσμούν
-…και ποιος θέλησε να γκρεμίσει το Ζάππειο
…Κι άλλες πολλές ιστορίες, αστείες, ρομαντικές ή και …εξοργιστικές!

Βραδιά Παραμυθιού στο Πόρτο Ράφτη Με τον «Παραμυθανθό»




Παραμυθοκουζίνα: Βραδιές Παραμυθιού στο Πόρτο Ράφτη 2015 -Ξεκινάμε ...

Το Σάββατο 11 Ιουλίου, στις 8 το βράδυ σας περιμένουμε για μια ξεχωριστή Βραδιά Παραμυθιού στο Πόρτο Ράφτη με την Ομάδα αφήγησης  Παραμυθανθός.

Οκτώ χρόνια τώρα, κάθε καλοκαίρι, οργανώνουμε τις «Βραδιές Παραμυθιού» στα σκαλάκια της οδού Αμυγδαλιάς στην περιοχή Πανόραμα (Αυλάκι/ Πόρτο Ράφτη).

Φέτος είπαμε να καλέσουμε και παραμυθάδες που όχι μόνο θα αφηγηθούν παραμύθια αλλά θα μας παίξουν και μουσική.

Εννοείται πως όλοι θα τηρήσουμε τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας, ώστε να γιορτάζουμε πολλά καλοκαίρια ακόμα με όμορφα παραμύθια.

Την εκδήλωση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Κώστας Στοφόρος.



Ομάδα αφήγησης Παραμυθανθός
Αφήγηση: Δημήτρης Μάλλης – Καλλιρρόη Μουλά
Μουσική: Δημήτρης Μάλλης

Οι παραστάσεις του «Παραμυθανθού», εκτός των άλλων, χαρακτηρίζονται από τη χρήση μουσικής που σηματοδοτεί αφηγηματικά, συμπληρώνει και αλληλεπιδρά με την αφήγηση. Ήχοι, μουσικές και τραγούδια, που γράφονται ειδικά για τα παραμύθια, παρουσιάζονται ζωντανά από τους μουσικούς και τους αφηγητές επί σκηνής.


Είσοδος Ελεύθερη

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

Νύχτα με πανσέληνο στην Πλάκα


Μια νύχτα με Πανσέληνο | Περίπατος στην Πλάκα | ΕΚΕΔΙΣΥ

Νύχτα με Πανσέληνο στην Πλάκα/ Έρωτες και μυστήρια

Τη Κυριακή 5 Ιουλίου στις 7 το απόγευμα, θα ξεκινήσουμε από το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης για έναν διαφορετικό περίπατο στην Πλάκα, κάτω από το φως του φεγγαριού.

Ιστορίες πραγματικές και φανταστικές, ιστορίες που πέρασαν στον κινηματογράφο και στη λογοτεχνία. Ποιήματα, μυθιστορήματα, σενάρια…

Από τις «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη» ως τα μαγικά κείμενα του Παπαδιαμάντη κι από αστυνομικά μυθιστορήματα σε ιστορίες πάθους που συγκλόνισαν την Πάλια Αθήνα, η πόλη αποκαλύπτει τα δικά της μυστικά.

-Θα μάθουμε ποια προβλήματα αντιμετώπιζε η αστυνομία στη δεκαετία του ’60 και πόσα ήταν τα …ερωτικά εγκλήματα
-Θα ανακαλύψουμε δρόμους που έγιναν το σκηνικό αστυνομικών περιπετειών
-Θα γνωρίσουμε μοναδικές ιστορίες πάθους
-Θα μάθουμε ποιος μεγάλος έρωτας γεννήθηκε σε μια ταβέρνα της Πλάκας

...αλλά και τον θρύλο που θέλει τον Τζιμ Μόρισον να έχει ζήσει στα Αναφιώτικα!

Μετά τον περίπατό μας όσοι το επιθυμούν μπορούν να απολαύσουν την Πανσέληνο από την υπέροχη ταράτσα του L' Amiral All Day Bar & Restaurant, πίνοντας το ποτό ή το κρασί τους σε ειδικές τιμές για τους συμμετέχοντες.

Η συμμετοχή κοστίζει συνολικά 12€

Για την εξασφάλιση της θέσης σας απαραίτητη είναι η προπληρωμή
Πληροφορίες / Κρατήσεις: 210 3250341 / info@ekedisy.gr
Σημείο Συνάντησης: Μου­σείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης, Τριπόδων 23, Πλάκα, Αθήνα

Κανόνες συμμετοχής στην δράση, προς περιορισμό της διασποράς του COVID-19:
 ✔ Ο ξεναγός χρησιμοποιεί μάσκα καθ’ όλη την διάρκεια του περιπάτου.
✔ Μέγιστος αριθμός ατόμων που μπορούν να συμμετέχουν στην ομάδα 20 άτομα
✔ Συνιστάται η χρήση προστατευτικών μασκών και αλκοολούχου αντισηπτικού διαλύματος με περιεκτικότητα 70% σε αιθυλική αλκοόλη κατ’ ελάχιστον.
✔ Οι συμμετέχοντες οφείλουν να κρατούν αποστάσεις ασφαλείας, όπως ορίζονται από τις αρμόδιες αρχές



L' Amiral All Day Bar & Restaurant, Πανός 6, Πλάκα, τηλ. 21 0010 0641

Σικελική Βραδιά στο Πόρτο Κάγιο





Σικελική Βραδιά στο Πόρτο Κάγιο

Τη Τρίτη 14 Ιουλίου, στις 9 το βράδυ σας περιμένουμε στο μεζεδοπωλείο Πόρτο Κάγιο στην Αγία Παρασκευή, όπου θα συνεχίσουμε το ταξίδι μας στην Ιστορία, στις γεύσεις και στις παραδόσεις της Ιταλίας.

Μετά την Καλαβρία, επόμενος σταθμός μας είναι η Σικελία.

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως από το Σικελία ξεκινούσαν οι πιο ικανοί μάγειρες για να κατακτήσουν τους καλοφαγάδες στα πέρατα του ελληνικού κόσμου.  

Θεωρείται μάλιστα ότι ο πρώτος συγγραφέας βιβλίου μαγειρικής ήταν ο Μίθαικος ο οποίος συνέγραψε τη σικελική οψοποιία.

Η μόδα των Σικελών μαγείρων στην αρχαία Αθήνα θυμίζει κάπως τη σημερινή μανία με τους διάφορους σεφ και σατιρίστηκε δεόντως από τον Αριστοφάνη και άλλους κωμωδιογράφους.
Και σήμερα η Σικελία ξεχωρίζει για τη γαστρονομία της.



Πέρα από το σχετικό αφιέρωμα, που επιμελείται και παρουσιάζει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Κώστας Στοφόρος, θα ακούσουμε τραγούδια και παραμύθια από τη Σικελία από την Ομάδα αφήγησης Παραμυθανθός και θα μιλήσουμε για έναν μύθο που ενώνει τη Σικελία με την Πελοπόννησο.




Θα μιλήσουμε ακόμη για τις πόλεις και τα χωριά της Σικελίας, αλλά και στις προσωπικότητες που ανέδειξε με κεντρικά πρόσωπα τον Λουίτζι Πιραντέλλο και τον Αντρέα Καμιλέρι.

Παράλληλα θα έχουμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε τυπικά πιάτα της κουζίνας της Σικελίας.



Ομάδα αφήγησης Παραμυθανθός
Αφήγηση: Δημήτρης Μάλλης – Καλλιρρόη Μουλά
Μουσική: Δημήτρης Μάλλης

Κόστος: 12 ευρώ -στην τιμή περιλαμβάνεται κρασί και παραδοσιακοί μεζέδες από τη Σικελία

Πληροφορίες:
Πόρτο Κάγιο, Γαρυττού 112 Αγία Παρασκευή -κοντά στο Μετρό Χαλάνδρι- τηλ.  21 0600 3352 /6974586419