Με αφορμή τα όσα αισχρά εναντίον των μαθητών γίνονται στη Σάμο, ας θυμηθούμε το ποίημα του Ανδρέα Κάλβου που θα έπρεπε να είναι οδηγός για όλους:
Ωδή τετάρτη
[XIV]
Εις Σάμον
α΄ Όσοι το χάλκεον χέριβαρύ του φόβου αισθάνονται,ζυγόν δουλείας, ας έχωσι·θέλει αρετήν και τόλμην5η ελευθερία. β΄ Αυτή (και ο μύθος κρύπτεινουν αληθείας) επτέρωσετον Ίκαρον· και αν έπεσενο πτερωθείς κι επνίγη10θαλασσωμένος· γ΄ Αφ’ υψηλά όμως έπεσε,και απέθανεν ελεύθερος.—Αν γένεις σφάγιον άτιμονενός τυράννου, νόμιζε15φρικτόν τον τάφον. δ΄ Μούσα το Ικάριον πέλαγοςέχεις γνωστόν. Νά η Πάτμος,νά αι Κορασσίαι, κι η Κάλυμναπου τρέφει τας μελίσσας20με αθέριστα άνθη. ε΄ Νά της αλόης η νήσος,και η Κως ευτυχεστάτη,ήτις του κόσμου εχάρισετον Απελλήν και αθάνατον25τον Ιπποκράτην. ς΄ Ιδού και ο μέγας τρόμοςτης Ασίας γης, η Σάμος·πλέξε δι’ αυτήν τον στέφανονυμνητικόν και αιώνιον30λυρική κόρη. ζ΄ Αυτού, ενθυμάσαι, εγέμιζεςτου τέιου Ανακρέοντοςχαρμόσυνον κρατήρα,κι έστρωνες διά τον γέροντα35δροσόεντα ρόδα. η΄ Αυτού, του Ομήρου εδίδασκεςτα δάκτυλα να τρέχουσιμε την ωδήν συμφώνως,όταν τα έργα ιστόρει40θεών και ηρώων. θ΄ Αυτού, τα χρυσά έπηεμψύχωνες εκείνου,δι’ ού τα νέφη εσχίσθησανκαι των άστρων εφάνηκεν45η αρμονία. ι΄ Ω κατοικία Ζεφύρων,όταν αλλού του ηλίουκαίουν τα βουνά οι ακτίνες,ή τον χειμώνα η νύκτα50κόπτει τας βρύσεις· ια΄ Εσύ ανθηρόν το στήθος σου,φαιδρόν τον ουρανόνέχεις, και από τα δένδρα σουπολλή πάντοτε κρέμεται55καρποφορία. ιβ΄ Καθώς προτού νυκτώσει,μέσα εις τον κυανόχροοναιθέρα, μόνος φαίνεταιλάμπων γλυκύς ο αστέρας60της Αφροδίτης. ιγ΄ Καθώς μυρτιά υπερήφανοςαπ’ άνθη φορτωμένηκαι από δροσιάν αστράπτει,όταν η αυγή χρυσόζωνος65την χαιρετάει· ιδ΄ Ούτω το κύμα Ικάριονκτυπούσα η βάρκα, βλέπεισε εις τα νησία ανάμεσαλαμπράν και υψηλοτάτην,70και αγαλλιάζει. ιε΄ Τί εγίνηκαν οι ημέραι,ότε εις τας κορυφάςτου Κερκετέως δενδρόεντοςεχόρευον οι τέχναι75στεφανωμέναι. ις΄ Έρχονται, ω μακαρίανήσος, έρχονται πάλιν·το προμηνύουσι τ’ άντρα σουφλογώδη, εξ ών μυρίαι80μάχαιραι εκβαίνουν. ιζ΄ Ως οι σφήκες μαζώνονταιεπί τα ολίγα λείψανασπαραγμένης ελάφου,ή ταύρου οπού εκατάντησε85δείπνον λεαίνης, ιη΄ Αλλ’ αν βροντήσει εξαίφνης,πετάουν ευθύς και αφήνουσιτην ποθητήν τροφήν,υπό τα δένδρα φεύγουσαι90και υπό τους βράχους· ιθ΄ Ούτως, εις τα παράλιαασιατικά, τα πλήθηαγαρηνά αναρίθμηταβλέπω να επισωρεύονται,95όμως ματαίως. κ΄ Σάλπιγγα μεγαλόφθογγος«οι Σάμιοι», κράζει, «οι Σάμιοι»,και ιδού τα πόδια τρέμουσιμυρίων ανδρών και αλόγων100θορυβουμένων. κα΄ «Οι Σάμιοι»· —και εσκορπίσθησαντων απίστων αι φάλαγγες.—Α, τί, ω δειλοί, δεν μένετενα ιδείτε, αν το σπαθί μας105κοπτερόν είναι; κβ΄ Έρχονται, πάλιν έρχονταιχαράς ημέραι, ω Σάμος·το προμηνύουν οι θρίαμβοιπολλοί και θαυμαστοί,110που σε δοξάζουν. κγ΄ Νήσος λαμπρά ευδαιμόνει·ότε η δουλεία σε αμαύρωνε,σ’ είδον· άμποτε νά ’λθωνα φιλήσω το ελεύθερον115ιερόν σου χώμα. κδ΄ Εάν φιλοτιμούμεθανα την ξαναποκτήσομενμ’ ίδρωτα και με αίμα,καλόν είναι το καύχημα120της αρχαίας δόξης |
