Τρίτη 9 Απριλίου 2024

Ο κόσμος της Άλκης Ζέη: Καρυάτιδες

 


Καρυάτιδες

Μαριαλένα Πορίχη

Κάθισε σε ένα πεζούλι και περίμενε. Ήξερε ότι είχε έρθει νωρίς, αλλά άξιζε. Εξάλλου, πάντοτε στηνόταν από νωρίς, μην τυχόν και δεν την προλάβει. Δεν ήταν ο μόνος που ερχότανε, όλα τα παλικάρια της γειτονιάς μαζεύονταν να παρακολουθήσουν το θέαμα, αλλά μόνο αυτός ήταν τόσο συνεπής και τακτικός για να την βλέπει κάθε φορά.

-Αριστόδημε, πάλι εδώ περιμένεις;

-Μάλιστα κύριε Αρχέλαε.

-Αφού τη θες την κοπέλα ζήτα την από τον πατέρα της. Δεν είναι αντρίκιο να στήνεσαι κάθε φορά και να περιμένεις να τη δεις.

-Γέροντα, εσείς που έχετε ζήσει μεγάλη ζωή, τι με συμβουλεύετε να κάνω.

-Μεγάλα λόγια λες νεαρέ. Ίσως να ήταν σοφότερο να ρωτήσεις έναν δάσκαλο, αλλά αν θες τόσο πολύ τη γνώμη μου θα σου την πω. Ζήτα την. Κάθε φορά έρχεται συνοδευόμενη από τον πατέρα της και εσύ γεμίζεις θάρρος, αλλά ποτέ δεν κάνεις κίνηση. Τι θα κάνεις την ημέρα που θα την συνοδεύει ένα άλλο παλικάρι στην αγορά;

-Δεν θέλω καν να το σκέφτομαι γέροντα.

-Τότε τι περιμένεις; Να πας να μιλήσεις στον πατέρα της. Θέμα χρόνου είναι να τη ζητήσει κάποιος άλλος.

-Μα τι να κάνω κύριε Αρχέλαε; Μια κόρη έχει μόνο. Δεν θα τη δώσει όπου να ‘ναι.

-Όντως γιε μου έχεις δίκιο, αλλά σε συμπαθεί ο Δημόστρατος.

-Τι εννοείς γέροντα;

-Είσαι εργατικό παιδί και συνετό και έρχεσαι από καλή οικογένεια. Τώρα ο πατέρας σου δεν ανέλαβε να σχεδιάσει τον ναό του ήρωα Εριχθόνιου;

-Μάλιστα.

-Πες του πατέρα σου να του κάνετε τραπέζι κι εκεί να του ζητήσεις την κόρη. Σίγουρα θα σου τη δώσει παλικάρι μου αυτό σου λέω, μόνο να βιαστείς γιατί κι άλλοι νεαροί έχουν παρόμοιες φιλοδοξίες.

-Σε ευχαριστώ γέροντα. Θα έχω τις συμβουλές σου στο νου μου, δεν θα χαραμίσω τον χρόνο σου.

-Έτσι παλικάρι μου να πεις και στον Δημόστρατο. Και τώρα φύγε, αλλιώς θα χάσεις το θέαμα, είπε ο γέρος γυρνώντας από την άλλη χαμογελώντας κάτω από τα μουστάκια του. «Να ‘μουνα κι εγώ νέος», σκεφτόταν καθώς έφευγε.

Ο Αριστόδημος δεν έχασε λεπτό πριν γυρίσει στην θέση του, και τότε την είδε. Η πιο όμορφη κοπέλα της Αθήνας στα μάτια του, κατηφόριζε τον δρόμο για την αγορά. Ο πατέρας της την κρατούσε αγκαζέ, μη μπαίνοντας στον κόπο να κοιτάξει τους 4-5 νέους που είχαν κολλήσει τα μάτια τους πάνω τους. Πάντοτε έτσι σοβαρός και επιβλητικός ήταν ο Δημόστρατος. Σοφός γέροντας και γνωστός πλοιοκτήτης με τα λευκά του γένια και το ρυτιδιασμένο πρόσωπο να αποδεικνύουν τα πολλά του χρόνια, αλλά η κορμοστασιά του ποτέ δεν πρόδιδε την ηλικία του.

Από την άλλη, δίπλα του περπατούσε μια θεά. Τα ανάλαφρά της βήματα, που μέχρι κι ένα πούπουλο ακουγόταν περισσότερο από αυτά, η στάση του σώματός της που αναδείκνυε κύρος και ταπεινότητα, ο ολόλευκος πέπλος της άψογα τοποθετημένος στο λεπτό της σώμα, τα καστανά της σγουρά μαλλιά που ανέμιζαν με χάρη καθώς περπατούσε, το χλωμό της αψεγάδιαστο δέρμα που μέχρι και το χιόνι φάνταζε λιγότερο λευκό, τα καστανά της μεγάλα μάτια που έμοιαζαν στο μέλι, τα κοκκινωπά της χείλη πιο κόκκινα από την ίδια τη φωτιά, το άρωμά της που θύμιζε άνοιξη. Ήταν άψογη από όπου κι αν την έβλεπες. Κι όμως, ο ίδιος είχε τη δυνατότητα να θαυμάσει αυτή τη θεϊκή παρουσία για ελάχιστο χρόνο, μέχρι να κατηφορίσει τον δρόμο και να συνεχίσει τον δρόμο της.

Τι όμορφη που ήταν, μέχρι και το όνομά της δεν την εξυμνούσε αρκετά. Θάλεια, όνομα και πράγμα. Θάλλω σήμαινε η δροσερή, η ωραία, η Μούσα που μέχρι κι αυτό την αδικούσε. Ο Αριστόδημος ήταν συνετός και ευσεβής νέος και ήξερε ότι δεν θα έπρεπε να συγκρίνει έναν άνθρωπο με έναν θεό, αλλά τον τύφλωνε ο έρωτας.

Αχ, αυτός ο Έρως, το θεϊκό μωρό που πέτυχε τον Αριστόδημο με τα βέλη του, μα ξέχασε να πετύχει και το δεύτερο άτομο. Το κατεργάρικο φτερωτό αγόρι που σκόρπιζε την αγάπη παντού στην Αθήνα, από εντολές της Αφροδίτης που μόνο αυτή θα μπορούσε να γεννήσει ένα τόσο όμορφο πλάσμα όσο η Θάλεια, πήγαινε και πετύχαινε όλα τα παλικάρια και είχαν μάτια μονάχα για την κόρη του πλοιοκτήτη. Αλλά τι να περίμενε από τον γιο του Χάους; Αν ο Έρως ήταν όντως ο γιος του Χάους και της Γαίας, μόνο αυτός θα μπορούσε να δημιουργήσει τέτοιο χάος στην καρδιά του νεαρού.

Αλλά τον Αριστόδημο δεν τον ένοιαζε πλέον. Δεν θα άφηνε τον φτερωτό θεό να τον βασανίσει άλλο. Θα άκουγε τη συμβουλή του γέροντα και θα μιλούσε στον πατέρα της. Την επόμενη κιόλας μέρα, πήγε στον πατέρα του τον Μνησικλή και του εξήγησε πώς είχε η κατάσταση. Ο πατέρας του δεν ευχαριστήθηκε με τη συμπεριφορά του γιου του.

-Αριστόδημε, έτσι σε μεγάλωσα εγώ; Είσαι γιος σπουδαίου αρχιτέκτονα, δεν μπορείς να τριγυρνάς στην πόλη θαυμάζοντας κοπέλες. Τι σου δίδασκα όλα αυτά τα χρόνια;

-Συχγώρεσέ με πατέρα, ήμουν νέος και ανώριμος αλλά δεν θα επαναληφθεί κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό σου μίλησα, θέλω να συμπεριφερθώ αντρίκια, αντάξια του ονόματός μας.

-Γι’ αυτό θες να καλέσω τον πατέρα της κοπέλας;

-Ναι πατέρα, θα συμπεριφερθώ αντάξιά σου, ως συνεχιστής του γένους και του έργου σου και θα ζητήσω την Θάλεια από τον κύριο Δημόστρατο. Δεν θέλω να τη χάσω πατέρα, είμαι σίγουρος ότι το ίδιο ένιωθες και εσύ όταν γνώρισες τη μητέρα.

-Εντάξει γιε μου, θα γίνει ό,τι θέλεις, αλλά εσύ θα το αναλάβεις. Εσύ θα είσαι ο οικοδεσπότης και θα φερθείς ανάλογα.

-Μάλιστα πατέρα, σε ευχαριστώ πολύ, είπε ο νεαρός πανευτυχής φιλώντας το χέρι του πατέρα του. Την επόμενη εβδομάδα ο κύριος Δημόστρατος καθέλκυε ένα καράβι και θα έκανε γλέντι. Εκείνη ήταν η τέλεια ευκαιρία να τον πλησιάσει. Θα ήταν χαρούμενος για το καινούριο του πλοίο, θα είχε πιει και λίγο κρασί, έτσι όταν θα τον καλούσε για να συζητήσουν για την κόρη του θα ήταν πιο θετικά προδιατεθειμένος με την πρόταση. Μια κόρη είχε έτσι κι αλλιώς να παντρέψει και έφτανε ο καιρός της, θα ήταν χαρούμενος να τη δώσει σε κάποιον νέο από καλή οικογένεια.

Έτσι κι έγινε. Ο Αριστόδημος πλησίαζε το τραπέζι που καθόταν ο πατέρας της, έτοιμος να του προτείνει να έρθει στο σπίτι του για να συζητήσουνε για γάμο και εκεί που ήταν σχεδόν δίπλα του, ο άντρας σηκώθηκε απότομα και πήγε στο κέντρο του δωματίου. Αν και ήταν λίγο κοκκινισμένος, ένας τόσο μεγαλοπρεπής άντρας σαν κι αυτόν δεν υπήρχε περίπτωση να ήταν ποτέ μεθυσμένος και ατσούμπαλος και κρατούσε ακόμη την επιβλητικότητά του.

-Σας ευχαριστώ που ήρθατε να γιορτάσουμε το νέο καράβι μου αλλά σήμερα δεν γιορτάζουμε μόνο αυτό. Αυτό το καράβι δεν θα μείνει σε εμένα, αλλά είναι προίκα για την κόρη μου που μόλις της βρήκα γαμπρό!

Όλοι ξεκίνησαν να χειροκροτάνε και να συγχαίρουν τον ευτυχισμένο πατέρα, αλλά ο Αριστόδημος δεν κουνήθηκε. Ένιωθε τα πόδια του κολλημένα στο έδαφος, τα αυτιά του βούιζαν και του φαινόταν ότι το δωμάτιο στριφογύριζε. Αυτό δεν ήταν αλήθεια σωστά; Μήπως δεν άκουσε καλά; Μήπως είπιε και τώρα βλέπει οράματα; Αλλά δεν θυμάται να ήπιε καθόλου κρασί. Έτσι όπως όλο το μέρος γύριζε γύρω του τα μάτια του έπεσαν σε μια φιγούρα. Μία νεαρή όμορφη, πολύ όμορφη κοπέλα κρατούσε το χέρι ενός όμορφου παλικαριού καθώς πλησίαζαν τον πατέρα της. Χαμογελούσε. Αχ, τι όμορφο χαμόγελο. Στα όνειρά του, έβλεπε ότι η Θάλεια κοίταζε εκείνον και του έδινε αυτό το όμορφο χαμόγελο. Αλλά το πρόσωπό της δεν ήταν στραμμένο προς εκείνον και τα μάτια της δεν συναντούσαν τα δικά του.

Ο Αριστόδημος έφυγε ηττημένος από το γλέντι και έμεινε κλεισμένος στο σπίτι του τις επόμενες μέρες. Κλεισμένος στο δωμάτιό του όλη την ημέρα και δεν άφηνε κανέναν μέσα. Η μητέρα του είχε ανησυχήσει, ενώ ο πατέρας του ήταν φανερά απογοητευμένος. Όχι τόσο για τις διασυνδέσεις που έχασε μεταξύ των οικογενειών, αλλά κυρίως για την συμπεριφορά του γιου του. Του είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι αφού διάλεξε να γίνει αρχιτέκτονας και να συνεργαστεί μαζί του ότι θα έπρεπε να αφήσει οτιδήποτε άλλο στην άκρη και να συγκεντροθεί στην δουλειά του. Του είχε πει μάλιστα για το κομμάτι που τον προβλημάτιζε στα σχέδια του ναού αλλά για εκείνον φαίνεται ότι ήταν σημαντικότερη η ερωτική του απογοήτευση. Ίσως να μην έπρεπε να τον ενθαρρύνει να κάνει κίνηση.

Καθώς τα σκεφτόταν αυτά ο γιος του βγήκε από το δωμάτιο. Αφρόντιστος και απεριποίητος βγήκε αλαφιασμένος και τον πλησίασε.

-Τι έγινε γιε μου, το πήρες απόφαση πλέον;, είπε στον Αριστόδημο λίγο πιο μαλακά από ότι σχεδίαζε. Στην τελική δεν έφταιγε το παιδί που ερωτεύτικε.

-Πατέρα τελείωσα.

-Τι τελείωσες;

-Μου έλεγες ότι στα σχέδια του ναού κάτι δεν σου φαινόταν σωστό. Ήθελες να υπάρχει κάτι ξεχωριστό που θα το άφηνε να συζητιέται μετά από αιώνες. Λοιπόν πατέρα, βρήκα τι θα κάνουμε.

Και με αυτά τα λόγια, ο Αριστόδημος έδωσε στον πατέρα του κάποια σχέδια. Στο νότιο τμήμα του ναού, ο Αριστόδημος είχε σβήσει τις κολόνες και αντ’ αυτού είχε σχεδιάσει 6 όμορφες κοπέλες να στηρίζουν με τα κεφάλια τους την οροφή του ναού. Η κοπέλες ήταν όλες σχεδόν ίδιες και πανέμορφες με τα καστανά σγουρά μαλλιά τους πιασμένα νοικυρεμένα και τη στάση τους να δηλώνει κύρος. Ο πατέρας του εντυπωσιάστηκε με την λεπτομέρεια στις όμορφες κοπέλες αν και το μυαλό του πήγε αμέσως σε μια συγκεκριμένη κόρη που ενέπνευσε τον γιο του.

-Πατέρα, σε παρακαλώ από καρδιάς, πραγματοποίησέ μου αυτή τη χάρη.

-Γιε μου, αν εγκρίνουν τα σχέδια δεν περνάει από το χέρι μου, αλλά θα σου πω ειλικρινά ότι αυτό που έψαχνα το βρήκα στα σχέδιά σου. Αυτές οι κόρες που έχεις σχεδιάσει κάνουν τον ναό να φαίνεται ξεχωριστός και μοναδικός και να αξίζει να θαυμάζεται για αιώνες μετά. Δεν το κάνω για εσένα και ούτε για εμένα, αλλά για την αρχιτεκτονική και την ιστορία, που θα τιμηθούν αν έχουν ένα τέτοιο αριστούργημα.

-Πατέρα σου υπόσχομαι να δουλέψω πιο σκληρά από όλους για αυτό το έργο. Θέλω αυτή η ομορφιά να μείνει στα χρόνια και να μην ξεχαστεί ποτέ πόσο όμορφες κοπέλες έχει η Αθήνα.

Ψέματα. Το μόνο που ήθελε ήταν να μην ξεχάσει την μορφή της. Αν δε μπορούσε να την έχει ήθελε να μπορεί να τη θυμάται στην πιο όμορφη στιγμή της, στην ακμή της. Να τη θυμάται αυτός και όλος ο κόσμος. Γι’ αυτό κάθισε τόσες μέρες στο δωμάτιό του να σχεδιάζει. Κανένα από τα σχέδιά του δεν αποτύπωνε την τελειότητα και τη χάρη που είχε η Θάλεια αλλά επιτέλους σχεδίασε κάτι που τον ικανοποιούσε. Δεν θα άφηνε αυτή την ομορφιά να πάει χαμένη με τα χρόνια ούτε το βέλος του Έρωτα να πάει χαμένο πάνω του. Θα τιμούσε την αγάπη του ακόμη και με ναό αν χρειαζόταν κι ακόμη κι αν δεν την αποκτούσε ποτέ, η ανάμνηση του χαμόγελού της θα έμενε πολύτιμη στο μυαλό του για πάντα.

Κι αν και εκείνος ποτέ δεν θα το φανταζόταν, όντως αυτές του οι Καρυάτιδες θαυμάστηκαν από όλο τον κόσμο αιώνες μετά. Και ίσως μία μέρα, ένας νεαρός αρχιτέκτονας που κουβαλούσε μία στάλα από το αίμα του Αριστόδημου να πήγε να τις θαυμάσει. Και καθώς έβγαζε φωτογραφίες και έκανε σημειώσεις για τα αρχιτεκτονικά αριστουργήματα, μία κοπέλα τον σκούντηξε στον ώμο.

-Γεια σου!

-Γεια.

-Είσαι και εσύ αρχιτέκτονας;

-Ναι, είμαι στο τέταρτο έτος των σπουδών μου.

-Το ‘ξερα ότι σε έχω δει κάπου. Στο Πολυτεχνείο δεν σπουδάζεις;

-Μάλιστα, και εσείς εκεί;

-Ναι, αλλά μην μιλάμε στον πληθυντικό τώρα.

-Καλά καλά. Πώς σας λένε- εννοώ, σε λένε.

-Θάλεια. Χάρηκα για τη γνωριμία...

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου