Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Εις Σάμον: Με αφορμή τις διώξεις μαθητών, αλλά και τις κινητοποιήσεις

 


Με αφορμή τα όσα αισχρά εναντίον των μαθητών γίνονται στη Σάμο, ας θυμηθούμε το ποίημα του Ανδρέα Κάλβου που θα έπρεπε να είναι οδηγός για όλους:

Ωδή τετάρτη
[XIV]
Εις Σάμον

α΄

Όσοι το χάλκεον χέριβαρύ του φόβου αισθάνονται,ζυγόν δουλείας, ας έχωσι·θέλει αρετήν και τόλμην5η ελευθερία.

β΄

Αυτή (και ο μύθος κρύπτεινουν αληθείας) επτέρωσετον Ίκαρον· και αν έπεσενο πτερωθείς κι επνίγη10θαλασσωμένος·

γ΄

Αφ’ υψηλά όμως έπεσε,και απέθανεν ελεύθερος.—Αν γένεις σφάγιον άτιμονενός τυράννου, νόμιζε15φρικτόν τον τάφον.

δ΄

Μούσα το Ικάριον πέλαγοςέχεις γνωστόν. Νά η Πάτμος,νά αι Κορασσίαι, κι η Κάλυμναπου τρέφει τας μελίσσας20με αθέριστα άνθη.

ε΄

Νά της αλόης η νήσος,και η Κως ευτυχεστάτη,ήτις του κόσμου εχάρισετον Απελλήν και αθάνατον25τον Ιπποκράτην.

ς΄

Ιδού και ο μέγας τρόμοςτης Ασίας γης, η Σάμος·πλέξε δι’ αυτήν τον στέφανονυμνητικόν και αιώνιον30λυρική κόρη.

ζ΄

Αυτού, ενθυμάσαι, εγέμιζεςτου τέιου Ανακρέοντοςχαρμόσυνον κρατήρα,κι έστρωνες διά τον γέροντα35δροσόεντα ρόδα.

η΄

Αυτού, του Ομήρου εδίδασκεςτα δάκτυλα να τρέχουσιμε την ωδήν συμφώνως,όταν τα έργα ιστόρει40θεών και ηρώων.

θ΄

Αυτού, τα χρυσά έπηεμψύχωνες εκείνου,δι’ ού τα νέφη εσχίσθησανκαι των άστρων εφάνηκεν45η αρμονία.

ι΄

Ω κατοικία Ζεφύρων,όταν αλλού του ηλίουκαίουν τα βουνά οι ακτίνες,ή τον χειμώνα η νύκτα50κόπτει τας βρύσεις·

ια΄

Εσύ ανθηρόν το στήθος σου,φαιδρόν τον ουρανόνέχεις, και από τα δένδρα σουπολλή πάντοτε κρέμεται55καρποφορία.

ιβ΄

Καθώς προτού νυκτώσει,μέσα εις τον κυανόχροοναιθέρα, μόνος φαίνεταιλάμπων γλυκύς ο αστέρας60της Αφροδίτης.

ιγ΄

Καθώς μυρτιά υπερήφανοςαπ’ άνθη φορτωμένηκαι από δροσιάν αστράπτει,όταν η αυγή χρυσόζωνος65την χαιρετάει·

ιδ΄

Ούτω το κύμα Ικάριονκτυπούσα η βάρκα, βλέπεισε εις τα νησία ανάμεσαλαμπράν και υψηλοτάτην,70και αγαλλιάζει.

ιε΄

Τί εγίνηκαν οι ημέραι,ότε εις τας κορυφάςτου Κερκετέως δενδρόεντοςεχόρευον οι τέχναι75στεφανωμέναι.

ις΄

Έρχονται, ω μακαρίανήσος, έρχονται πάλιν·το προμηνύουσι τ’ άντρα σουφλογώδη, εξ ών μυρίαι80μάχαιραι εκβαίνουν.

ιζ΄

Ως οι σφήκες μαζώνονταιεπί τα ολίγα λείψανασπαραγμένης ελάφου,ή ταύρου οπού εκατάντησε85δείπνον λεαίνης,

ιη΄

Αλλ’ αν βροντήσει εξαίφνης,πετάουν ευθύς και αφήνουσιτην ποθητήν τροφήν,υπό τα δένδρα φεύγουσαι90και υπό τους βράχους·

ιθ΄

Ούτως, εις τα παράλιαασιατικά, τα πλήθηαγαρηνά αναρίθμηταβλέπω να επισωρεύονται,95όμως ματαίως.

κ΄

Σάλπιγγα μεγαλόφθογγος«οι Σάμιοι», κράζει, «οι Σάμιοι»,και ιδού τα πόδια τρέμουσιμυρίων ανδρών και αλόγων100θορυβουμένων.

κα΄

«Οι Σάμιοι»· —και εσκορπίσθησαντων απίστων αι φάλαγγες.—Α, τί, ω δειλοί, δεν μένετενα ιδείτε, αν το σπαθί μας105κοπτερόν είναι;

κβ΄

Έρχονται, πάλιν έρχονταιχαράς ημέραι, ω Σάμος·το προμηνύουν οι θρίαμβοιπολλοί και θαυμαστοί,110που σε δοξάζουν.

κγ΄

Νήσος λαμπρά ευδαιμόνει·ότε η δουλεία σε αμαύρωνε,σ’ είδον· άμποτε νά ’λθωνα φιλήσω το ελεύθερον115ιερόν σου χώμα.

κδ΄

Εάν φιλοτιμούμεθανα την ξαναποκτήσομενμ’ ίδρωτα και με αίμα,καλόν είναι το καύχημα120της αρχαίας δόξης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου