Meeting ID: 978 4951 0845
Passcode: 852429
Ο μικρός Ποδηλάτης
του Δημήτρη Κωνσταντίνου
Κάθε πρωί ο Γιωργάκης έκανε βόλτες με το γαλάζιο ποδήλατό του
και γύριζε όλο το χωριό με αυτό. Όλος ο κόσμος τον θαύμαζε, όλοι τον αγαπούσαν:
-
Αυτό το παιδί θα
γίνει πρωταθλητής ποδηλασίας μια μέρα να μου το θυμηθείς! έλεγε η κυρά Μαρία
στη μαμά του Γιωργάκη.
-
Μπορεί Κυρά
Μαρία. Ας γίνει ό,τι τον ευχαριστεί.
Καθώς μεγάλωνε
ο Γιωργάκης τόσο πιο πολύ αγαπούσε το ποδήλατο και μια μέρα ζήτησε από τη μαμά
του να σταματήσει το μπάσκετ, να τον γράψει σε έναν όμιλο ποδηλασίας, επειδή
βαριόταν στο μπάσκετ και το αγαπημένο του άθλημα είναι η ποδηλασία.
-
Είσαι σίγουρος
Γιώργο μου, θες να αφήσεις το μπάσκετ;
-
Ναι μαμά είμαι
πολύ σίγουρος και θα δεις στο τέλος πως το άθλημα που μου ταιριάζει πραγματικά
είναι η ποδηλασία.
-
Εντάξει
παιδί μου θα το συζητήσουμε και με τον μπαμπά σου και θα σε γράψουμε στην
ποδηλασία.
Μετά από λίγες μέρες ο Γιώργος έκανε το πρώτο του μάθημα στη
νέα του δραστηριότητα. Όταν τελείωσε το μάθημά του γύρισε στη μαμά του
κατενθουσιασμένος.
-
Σου το είπα μαμά η ποδηλασία είναι το
αγαπημένο μου άθλημα. Μια μέρα λοιπόν ο προπονητής, είπε στον Γιώργο στην
επόμενη προπόνηση να έρθει με την μαμά του μαζί, επειδή ήθελε να της μιλήσει
για κάτι πολύ σημαντικό. Έτσι λοιπόν ο Γιώργος ειδοποίησε τη μαμά του ότι ήθελε
να της μιλήσει ο προπονητής. Την επόμενη μέρα, όταν ο Γιώργος τελείωσε την
προπόνηση, η μαμά του είχε ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.
-
Τι
συνέβη μαμά την ρώτησε ο Γιώργος. Τι ήθελε να σου πει ο προπονητής;
-
Ο
προπονητής σου ήθελε να μου πει ότι είσαι έτοιμος και αν το θες και εσύ μπορείς
να πας στους πανελλήνιους αγώνες που γίνονται στη Θεσσαλονίκη.
-
Φυσικά μαμά και
θέλω! πότε θα γίνουν;
-
Στις
12 Μαΐου.
-
Τέλεια,
θα είμαι πανέτοιμος είπε αποφασιστικά ο Γιώργος.
Την ημέρα των αγώνων πολλά παιδιά
μεγαλύτερα του Γιώργου και μικρότερα, με τα ποδήλατά τους και τους προπονητές
τους ήταν έτοιμα να αγωνιστούν. Ο Αγώνας ξεκίνησε και ο Γιώργος ήταν τελευταίος
από τους 8 διαγωνιζόμενους. Τα τελευταία 100 μέτρα όμως, με μερικές
ορθοπεταλιές πέρασε μπροστά και τερμάτισε στην πρώτη θέση. Μετά από λίγη ώρα
έγινε η απονομή και ο Γιώργος είχε κρεμασμένο στον λαιμό του το χρυσό μετάλλιο.
Έτσι έναν μήνα μετά ο Γιώργος,
πήγε στο χωριό του με καμάρι σαν πανελλήνιος πρωταθλητής που ήταν και έκανε στη
φύση μεγαλύτερες αποστάσεις από την προηγούμενη χρονιά. Καθώς περνούσε από το
ποτάμι άκουσε έναν υπόκωφο θόρυβο κάτι σαν βογγητό σαν κλάμα. Ένα μικρό αγόρι
ήταν κουλουριασμένο στην όχθη. Είχε στραμπουλήξει το πόδι του και δεν μπορούσε
να σηκωθεί.
Ο
Γιώργος πρόθυμα έσκυψε και σήκωσε το παιδί. Όμως πώς μπορούσε να τον μεταφέρει
στο χωριό;
Μόνο
το ποδήλατο είχε στη διάθεσή του. Χωρίς δεύτερη σκέψη ανέβασε το αγόρι στη σέλα
και με κόπο οδήγησε το ποδήλατο
κρατώντας συγχρόνως το παιδί στη θέση του.
Έτσι,
έφτασε στο χωριό, όπου τον υποδέχτηκαν όλοι ως ήρωα. Είχαν ανησυχήσει γιατί το
αγόρι έλειπε πολλές ώρες και δεν ήξεραν που βρισκόταν. Όλο το χωριό ήταν σε
συναγερμό και ένιωσαν αγαλλίαση όταν είδαν ότι σώθηκε.
Ο
Γιώργος ένιωσε να ψηλώνει από υπερηφάνεια έχοντας προσφέρει στο χωριό χαρά. Το
ποδήλατό του φάνταζε λαμπερό και έγινε ο πρωταγωνιστής της ημέρας
Άλλη μια όμορφη ιστορία από το εργαστήριό μας για τον Αντώνη Σαμαράκη
Η «Ερυθρή
Λάμψη»
της Νάγιας Τζαφέρη
Ήταν
άνοιξη. Σάββατο πρωί και όπως πάντα είχαμε βγει οικογενειακώς βόλτα στον
κεντρικό πεζόδρομο της πόλης. Η διαδρομή γνωστή, χίλιες φορές την είχαμε
ξανακάνει. Το αγαπημένο μου σημείο ήταν πάντα, όταν σταματούσαμε να χαζέψουμε
στο μικρό μαγαζάκι με τα ποδήλατα, στην στροφή για το σπίτι.
Όμως
εκείνη τη μέρα δεν ήταν σαν τις άλλες. Με το που το είδα στην βιτρίνα…αυτό
ήταν! Ένα λαμπερό, κατακόκκινο ποδήλατο με μαύρη σέλα και ρόδες ασπρόμαυρες.
Το
ερωτεύτηκα! Ενθουσιάστηκα! Το παλιό μου ποδήλατο, άλλωστε είχε αρχίσει να είναι
μικρό για μένα. Σκέφτηκα ότι είχε έρθει η ώρα να πάρει την θέση του στην
αποθήκη μέχρι να βρούμε σε ποιόν θα το χαρίσουμε.
Όταν
κοίταξα το ταμπελάκι με την τιμή, που κρεμόταν από το τιμόνι, έχασα λίγο από
τον ενθουσιασμό, αλλά δεν τα παράτησα! «Τι λες μαμά; Μπορούμε;» την ρώτησα.
«Όμορφο είναι, αλλά θα δούμε» απάντησε η μαμά. Η μαμά δεν υπόσχεται εύκολα, αν
κάτι δεν είναι σίγουρο… Δύσκολα τα πράγματα, σκέφτηκα. Ένα φως ελπίδας έλαμψε
μέσα μου όταν ο μπαμπάς έσκυψε και μου ψιθύρισε: «Κάποιος έχει γενέθλια σε δύο
μήνες…».
Οπότε
δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, παρά υπομονή. Κάθε φορά που περνούσα από το
μαγαζί, το χαιρετούσα και περίμενα. Μέχρι που μια μέρα δεν το είδα στη βιτρίνα.
Οι ελπίδες μου έσβησαν. Απογοητεύτηκα… πάει…το αγόρασε κάποιος άλλος.
Το είχα ονειρευτεί πολλές φορές. Ότι το οδηγούσα και πήγαινε πολύ γρήγορα. Τα
μαλλιά μου κυμάτιζαν στον αέρα. Ένιωθα σαν να πετούσα. Έκανα λούπες και στροφές
και δεν το χόρταινα. Μετά την πρώτη κρυάδα το ξανασκέφτηκα. «Δεν πειράζει. Θα
πάρω κάποιο άλλο.»
Αλλά
τελικά… Δεν μπορώ να περιγράψω τι χαρά έκανα, όταν την μέρα των γενεθλίων μου
το είδα παρκαρισμένο στο κατώφλι του σπιτιού μας! Είχε και ένα ψάθινο καλαθάκι
στο μπροστινό μέρος! Αποδείχτηκε ότι οι
γονείς το είχαν αγοράσει και γι’ αυτό δεν ήταν στη βιτρίνα! Αμέσως τους
ευχαρίστησα πολύ και υποσχέθηκα να το φροντίζω σαν τα μάτια μου. Κρέμασα
κορδέλες στο τιμόνι και στόλισα με λουλουδάκια το καλάθι του.
Και
αυτή είναι η ιστορία για το πώς απέκτησα το πιο αγαπημένο μου ποδήλατο, που
είναι μέχρι σήμερα πιστό σε εμένα και μου χαρίζει βόλτες και γέλια και ευτυχία.
Α! Και ξέχασα να σας πω…Το ονόμασα «Ερυθρή Λάμψη». Αυτή η «φιλία» δεν θα
τελειώσει ποτέ!
Τα δέντρα μας εμπνέουν...
Η Αμύρσα Γιαννακάκη μας έφτιαξε ένα ιδιόρρυθμο σκηνικό.
Πάντα στο πλαίσιο του εργαστηρίου για τον Αντώνη Σαμαράκη
Το Ποδήλατο
του Ιάσονα Στοφόρου
Το αγαπημένο μου χόμπι είναι το ΠΟΔΗΛΑΤΟ.
Κάθε σαββατοκύριακο πηγαίνω στην θειά μου την Αμερσούδα και κάνω τρεις γύρους γύρω από το σπίτι της και μετά λιποθυμώ γιατί είμαι παχουλούλης.
Οι φίλοι μου κάνουν ποδήλατο χωρίς καν να ξερνάνε και για αυτό τους θαυμάζω.
Σε αντίθεση, εγώ όλες τις εργάσιμες μέρες κάθομαι σπίτι και τρώω μπάμιες της γιαγιάκας της Αρσινόης και μετά βάφλες με παγωτό βλέποντας Dragon Ball Super.
Οι φίλοι μου από την άλλη που είναι καλοί στα σπορ μου προτείνουν καθημερινά να πάμε καμιά βολτίτσα με τα ποδήλατα να πάμε και να ζητήσουμε τις δουλειές σπιτιού από τον Αλεξάκο, που μόνο με βία μας τις δίνει.
Εγώ βαριέμαι και τελικά μένω μόνος μου στο δωμάτιο μου, είτε να παίζω «Call of Duty: Warzone» είτε να ακούω κάτι τραγούδια που μιλάνε για παρδαλά κατσίκια. Η μαμά μου βλέπει που παίρνω βάρος όλο και πιο γρήγορα και ανησυχεί.
Με πηγαίνει στον γιατρό, αυτός μου λέει να κάνω δίαιτα και γυμναστική και εγώ παίρνω το παγωτό στο χέρι και φωνάζω ένα απλό «όχι».
Η μαμά μου λοιπόν με έστειλε στο γυμναστήριο επιτόπου, μέχρι που κατάλαβα πως πρέπει να προσέχουμε την υγεία μας.
Τώρα, ζω μια πιο υγιεινή ζωή και κάνω τακτικά
ποδήλατο! Σας προτείνω λοιπόν παιδιά, να προσέχετε την υγεία σας για να ζήσετε
μια ποιοτική ζωη!
Μια νέα ιστορία που μόλις βγήκε από το εργαστήριό μας
Με έμπνευση από το "Ποδήλατο" του Αντώνη Σαμαράκη (Από το "Ζητείται Ελπίς") και την "Ποδηλάτισσα" του Οδυσσέα Ελύτη, όπως τη διαβάσαμε από το βιβλίο της Κατερίνας Τζαβάρα "Μαγικές διαδρομές στη τέχνη -Οδυσσέας Ελύτης" των εκδόσεων Διάπλους
ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
του Νίκου Μικελάκη
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Ο ουρανός είχε βαφτεί με
κιτρινοκόκκινα και μωβ σύννεφα. Μέχρι να επέστρεφε σπίτι του στον Ασπρόπυργο με
το τρίκυκλο θα είχε βραδιάσει. Αυτή θα ήταν η τελευταία του στάση και θα
συνέχιζε μέσω της Αττικής οδού για τον προορισμό του. Ήξερε ότι κάθε Τετάρτη το
βιβλιοπωλείο είχε παραλαβές και έβγαζε τις κούτες του αργά το απόγευμα. Η
ιδιοκτήτρια ήταν ιδιαίτερα φιλική μαζί του. Ντυμένη πάντα στα μαύρα, μ’ένα
σύννεφο στο βλέμμα, δούλευε ως αργά. Κάποιες φορές την είχε πετύχει πίσω από το
γραφείο, κρυμμένη πίσω από τα γυαλιά της να διαβάζει, να γράφει, να σημειώνει
παραγγελίες.
«Όλο δουλειά, δουλειά, κυρία;» της είχε πει ένα απόγευμα
Τεταρτης, όπως κι αυτό. «Γιατί δεν πας σπίτι σου να ξεκουραστείς;»
«Γιατί αυτό είναι πια το σπίτι μου. Η οικογένειά μου είναι τα
βιβλία και οι πελάτες μου».
Την είδε να βουρκώνει, να σκύβει το βλέμμα. Εκείνος αμήχανος
στην απρόβλεπτη έκβαση της συζήτησης μπόρεσε να αρθρώσει μόνο ένα «Συγνώμη».
«Κυρία, μπορώ να κάνω εγώ κάτι για σας. Εσείς τόσα κάνετε για
μένα. Οι κούτες αυτές είναι το μεροκάματό μου. Σας παρακαλώ..πείτε μου..»
Εκείνη σκούπισε τα δάκρυά της και τον κοίταξε στα μάτια.
«Έχεις χρόνο να μου κάνεις λίγο παρέα; Δεν θα αργήσεις να πας
σπίτι σου;»
«Έχουν συνηθίσει να αργώ. Ξέρουν ότι γυρνάω όλη την Αθήνα! Όμως
πείτε μου γιατί είστε τόσο στενοχωρημένη;»
«Γιατί τα έχασα όλα σε μια στροφή του δρόμου. Χάθηκαν όλα, και
εγώ μαζί τους.»
Τα έλεγε αυτά χωρίς να κλαίει, όπως πριν. Σαν να ήταν κάποια
άλλη, σαν να ήταν ζωντανή νεκρή.
«Θέλεις να μιλήσω εγώ για μένα;»
Έτσι ξεκίνησε η φιλία τους. Της μίλησε για την πόλη του, το
Μπαγκλαντές, τις ταλαιπωρίες που πέρασε μέχρι να φτάσει στην Ελλάδα. Τις άθλιες
συνθήκες στους καταυλισμούς και την προσπάθειά του να ανοίξει ένα δικό του σπιτικό.
Δεν είχε κλείσει τα τριάντα, όμως έδειχνε πολύ μεγαλύτερος. Τα είχε όμως
καταφέρει. Έμενε σε μια ισόγεια γκαρσονιέρα στον Ασπρόπυργο με τη γυναίκα του
και τα δύο του παιδιά. Ο ιδιοκτήτης την είχε για αποθήκη. Τον είχε στη δούλεψή
του καιρό και είχε εκτιμήσει την εργατικότητα και την τιμιότητά του. Μια μέρα
του είπε. «Θα σου δώσω την αποθήκη να μείνεις με την οικογένειά σου τσάμπα. Το
μόνο που χρειάζεται να βάλεις εσύ είναι ο κόπος σου. Τα υλικά δικά μου». Μέσα
σε τρεις μήνες το σοβάντισε, το έβαψε, έφτιαξε τα υδραυλικά, τις ντουλάπες.
Από εκείνη την μέρα κάθε Τετάρτη περνούσε από την κυρία
Ουρανία να μαζέψει τις κούτες της. Τον τελευταίο καιρό, εδώ και ένα μήνα, δεν
την είχε συναντήσει. Είχε αρχίσει να ανησυχεί, μήπως κάτι είχε συμβεί. Ρώτησε
την προηγούμενη εβδομάδα τον μανάβη που ήταν απέναντι αν ήταν καλά, και εκείνος
τον διαβεβαίωσε ότι δεν συμβαίνει κάτι. Ήταν τόσο ευγενικός που του έδωσε και
κάποιες κούτες που του είχαν περισσέψει.
Έστριψε τον δρόμο και το μπροστινό φως του τρίκυκλου φώτισε τη
βιτρίνα του βιβλιοπωλείου. Ήταν πάλι κλειστό. Σταμάτησε απ’έξω να μαζέψει όσες
κούτες υπήρχαν, όταν ξαφνικά η πόρτα άνοιξε.
«Γειά σου Χασάν. Σε ευχαριστώ για τους χαιρετισμούς σου. Μου
είπε ο Σάκης, ο μανάβης…»
«Ο Θεός να σ’ έχει καλά κυρία Ουρανία. Πολύ πράμα άφησες
σήμερα!»
«Είναι όλης της εβδομάδας….Όταν τελειώσεις θέλω να έρθεις μέσα,
γιατί έχω κάτι…για σένα. Όχι ακριβώς για σένα…θα δεις…»
Μάζεψε βιαστικά τις κούτες και κοντοστάθηκε έξω από την πόρτα.
«Σύγνωμη κυρία Ουρανία, δεν μπορώ να μπω μέσα είμαι βρώμικος.
Υπάρχει κάποια δουλειά που θέλεις να κάνω;»
«Όχι. Θέλω να δώσεις ένα μικρό δωράκι στη Μαρία σου.»
«Δωράκι, μα γιατί;»
«Μα για τα γεννέθλιά της. Εσύ δεν μου είχες πει ότι γεννήθηκε την
ημέρα του Ευαγγελισμού και ότι λόγω της παρέλασης παραλίγο να γεννούσατε στο
ταξί!»
«Ε ναι… που το θυμηθήκατε;»
«Πλησιάζει η μεγάλη μας γιορτή. Ξέρεις, και την κόρη μου Μαρία
την έλεγαν. Θα κλείσει τα πέντε της η μικρή σου, έτσι δεν είναι; Τι πιο ωραίο
δώρο από ένα ποδήλατο;».
«Ποδήλατο; Όχι όχι δεν είναι σωστό να το πάρω. Είναι ακριβό!»
«Είναι ακριβό γιατί είναι της κόρης μου. Πιστεύω ότι και
εκείνη με χαρά θα το έδινε. Μπες μέσα να το δεις. Είναι σχεδόν καινούριο!»
«Πράγματι, ολοκαίνουριο!»
«Δεν την άφηνα να βγαίνει συχνά βόλτες. Φοβόμουν μήπως την
χτυπήσει κανένα αμάξι, μην έχει κάποιο ατύχημα πέφτοντας.»
«Ναι, καταλαβαίνω…».
«Που να ‘ξερα ότι δεν θα έφευγε από το ποδήλατο, αλλά με το αμάξι
μας»
Ο Χασάν έσκυψε το κεφάλι.
«Μα Χασάν τι σου συμβαίνει, δεν χαίρεσαι;»
«Πολύ …μα μήπως το χρειάζεστε…;»
«Το ποδήλατο αυτό δεν κατάφερε να εκπληρώσει τις επιθυμίες της
και έφταιγα εγώ. Ήμουν υπερπροστατευτική, απαγορευτική. Θέλω να το πάρεις για
τη Μαρία και να το χαρεί όπως δεν το χάρηκε εκείνη!»
«Σας ευχαριστώ…δεν ξέρω τι άλλο να πω!»
«Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Θέλω μόνο να της δώσεις κάτι
ακόμα!»
«Και άλλο δώρο; Όχι, όχι δεν είναι σωστό. Πώς θα μπορούσαν να
ανταποδώσω;»
«Θα ανταποδώσει η Μαρία. Της έχω νερομπογιές, ξυλομπογιές,
μαρκαδόρους και μπλοκ ζωγραφικής. Θέλω όποτε έχει διάθεση να μου ζωγραφίσει μια
βόλτα με το ποδήλατο. Αυτό είναι το
μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να μου κάνει η Μαρία.
Πέρασαν δύο εβδομάδες και ο Χασάν επέστρεψε στο βιβλιοπωλείο
της κυριάς Ουρανίας. Απόγευμα Τετάρτης. Όμως και πάλι ήταν κλειστό. Μάζεψε τις
κούτες και πριν φύγει άφησε τη ζωγραφιά κάτω από την πόρτα. Δύο κορίτσια
οδηγούσαν τα ποδήλατά τους η μια δίπλα στην άλλη σ’ένα καταπράσινο γεμάτο
λουλούδια αγρό. Στο βάθος μια θάλασσα, ο ήλιος, τα γαλάζια σύννεφα και ένα
σπίτι. Το δικό τους σπίτι. Ο ουρανός
είχε δύο μάτια, τον ήλιο και τη σελήνη και ένα πλατύ άσπρο συννεφένιο χαμόγελο.
«Μπαμπά θα καταλάβει ότι ο ουρανός είναι εκείνη;»
«Ποια είναι στον ουρανό αγάπη μου; Σου μίλησε η μαμά;»
«Μα η κυρία Ουρανία φυσικά; Με τέτοιο όνομα, ποιος άλλος θα
μπορούσε να είναι στον ουρανό…;»