Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Εμφανίστηκε ο ψεύτικος ήρωας: Μεγάλο μπέρδεμα! -μπορείς να γράψεις τη συνέχεια;)


Με αφορμή τις Ψηφιακές γειτονιές ξεκινήσαμε ένα παραμυθάκι με τίτλο
"Οι περιπέτειες της Ελένης και του Γιωργάκη στις Ψηφιακές γειτονιές", που θα το φτιάξουμε ακολουθώντας βήμα -βήμα τα τραπουλόχαρτα της "Μαγικής Τράπουλας"
Το ξεκίνησε η Στεφανία: (τραπουλόχαρτο Απαγόρευση)

"...Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια πόλη πολύ πολύ όμορφη, όπου όλοι ήταν χαρούμενοι και γελαστοί. Θα σκέφτεστε τώρα "αααααααα τι ωραία πόλη" όμως καθόλου έτσι δεν ήταν... Υπήρχε βλέπετε ένας νόμος που έλεγε "Απαγορεύεται να κλαις" και η τιμωρία για τους παραβάτες ήταν τόσο αυστηρή που ούτε να τη γράψω δεν μπορώ...."
Το συνεχίζει η Ασπασία: (τραπουλόχαρτο Παράβαση)
"...Αυτή η πόλη λεγόταν Μπλογκόπολη. Σε αυτήν την πόλη, οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν άγνωστοι μεταξύ τους. Δεν γνώριζαν τους γείτονές τους. Δεν είχαν συναντηθεί ποτέ. Ή μάλλον, τους γνώριζαν αλλά με έναν περίεργο τρόπο. Γινόταν το εξής: όλα τα σπίτια είχαν τις πόρτες ανοιχτές και όποιος ήθελε να επισκεφτεί κάποιον για να δει τι κάνει, τον επισκέπτονταν όποτε ήθελε. Πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Ο επισκέπτης παρακολουθούσε τον σπιτονοικοκύρη από την μισάνοιχτη πόρτα και άλλες φορές από το παράθυρο και μετά, αν είχε να του πει κάτι, του άφηνε ένα μήνυμα στην πόρτα και έφευγε.
Ο σπιτονοικοκύρης, κάποια στιγμή, πήγαινε στην πόρτα, διάβαζε όλα τα μηνύματα και γέμιζε ένα σακούλι - το σακούλι της ψυχής του - με διάφορα ευχάριστα συναισθήματα. Άλλοτε χαρά, άλλοτε ενθουσιασμό, άλλοτε έκπληξη. Αλλά πάντα το γέμιζε. Και μερικές φορές απαντούσε σε αυτά τα μηνύματα. Άλλες πάλι όχι. Υπήρχαν βέβαια και σπιτάκια που δεν είχαν ποτέ μηνύματα στην πόρτα.
Υπήρχαν σπιτάκια μικρά και μεγάλα. Καινούρια και παλιά. Και συνεχώς χτίζονταν καινούρια σπιτάκια και η πόλη μεγάλωνε και πλήθαινε από κατοίκους. Σε έναν τέτοιο σπιτάκι κατοικούσαν και η Ελένη και ο Γιωργάκης με τους γονείς τους.
Οι πολίτες και ας μη βλέπονταν μεταξύ τους, περνούσαν πολύ πολύ όμορφα. Για αυτό, ο Δήμαρχος της πόλης και το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισαν να φέρουν μαζί όλους τους πολίτες αυτής της πόλης, για να γνωριστούν. Και έτσι διοργάνωσαν μία μεγάλη γιορτή. Μία γιορτή, στην οποία όλοι θα φορούσαν το καλύτερό τους χαμόγελο, θα έπαιρναν μαζί και ένα σακούλι γεμάτο ανυπομονησία, ενθουσιασμό και χαρά και θα πήγαιναν να γνωρίσουν τους συμπολίτες τους.
Όλοι οι πολίτες ήξεραν τον νόμο "Απαγορεύεται να κλαις" οπότε δεν πήραν μαζί χαρτομάντηλα. Εάν το έκαναν, αυτό θα συνιστούσε ΠΑΡΑΒΑΣΗ στο νόμο! Και δεν ήθελαν να τον παραβούν.
Σε αυτή τη γιορτή λοιπόν, αποφάσισε να πάει και η μαμά της Ελένης και του Γιωργάκη. Και πήγαν και οι 3 μαζί, με το σακούλι τους γεμάτο ανυπομονησία, ενθουσιασμό και χαρά και ΧΩΡΙΣ χαρτομάντηλα..."
Η τρίτη συνέχεια με το τραπουλόχαρτο "Βλάβη - έλλειψη", από την Κορίνα :
"...Όλοι είχαν καθίσει στις καρέκλες τους και είχαν ανοίξει τα tablets τους για να συνδεθούν διαδικτυακά και να γνωρίσουν τους συμπολίτες τους,όταν ξαφνικά έγινε το εξής τρομερό που κανείς τους δεν είχε προβλέψει,μια ΒΛΑΒΗ στην κεραία του τοπικού δικτύου που έβγαλε εκτός λειτουργίας  τους υπολογιστές,τα κινητά και όλα τα συναφή μέσα που θα τους έφερναν σε επαφή! Η ΕΛΛΕΙΨΗ  αυτή έφερε τα πάνω κάτω στο πρόγραμμα των διοργανωτών.Και τώρα τι κάνουμε;, Αναρωτήθηκαν όλοι.Ένα νεαρό παιδί πλησίασε δειλά δειλά και είπε:Έχω ακούσει από τη γιαγιά μου ότι παλιά οι άνθρωποι δεν χρειάζονταν την τεχνολογία για να επικοινωνήσουν μεταξύ τους,αρκούσε μόνο να βρίσκονται στον ίδιο  χώρο και όπως βλέπω σήμερα είμαστε όλοι μαζεμένοι σε αυτή την πλατεία οπότε μήπως;  "

Το συνεχίζει η Ασπασία:
Τραπουλόχαρτο #4: Ο Ήρωας φεύγει από τον τόπο του

"...οπότε μήπως να αφήσετε όλοι σας τα tablets και τα κινητά στην άκρη και να μιλήσετε μεταξύ σας; Αυτά σας βοηθούν να επικοινωνείτε όταν είστε μακριά. Τώρα όμως που είστε όλοι μαζί, δεν τα χρειάζεστε".

Το παιδάκι αυτό ήταν ο Γιωργάκης που είχε έρθει σε αυτή τη μεγάλη γιορτή μαζί με την αδερφούλα του την Ελένη και τη μαμά του.

Ξαφνικά, σαν κάτι μαγικό να συνέβη. Άφησαν όλοι την τεχνολογία στην άκρη και άρχισαν να μιλάνε μεταξύ τους! Ο καθένας, μιλούσε με τον διπλανό του. Γνώριζε ο ένας τον άλλον. Συστήνονταν. Χαμογελούσαν. Αγκαλιάζονταν! Αντάλλασαν μεταξύ τους τη χαρά και τον ενθουσιασμό που είχαν φέρει μέσα στο σακούλι τους.

- "Γεια σου, είμαι η χ. Εσύ ποια είσαι;"
- " Γεια σου χ! Εγώ είμαι η ψ. Αυτή που τότε σου είχε αφήσει το μήνυμα "μπλα...μπλα...μπλα..." στην πόρτα και μου είχες απαντήσει "μπλα...μπλα...μπλα..."".
- "Πόσο χαίρομαι που σε γνωρίζω ψ μου!"
- "Εγώ να δεις, χ μου!"

Λίγο πιο κάτω, μία άλλη γνωριμία λάμβανε χώρα:

- "ν μου! Τι κάνεις; Είμαι η ζ! Πόσο πιο όμορφη είσαι από κοντά!!! Τότε που ερχόμουν σπιτάκι σου και σε παρατηρούσα από το παράθυρο, φαινόσουν τόσο κουρασμένη και διαφορετική..."
- "Ώστε εσύ είσαι η ζ! Πόσο χαίρομαι που είσαι σήμερα εδώ! Τι όμορφα που περνάμε όλοι μαζί εδώ!"

Όλοι τους, μαμάδες-μπαμπάδες, αφανείς ήρωες που γράφουν τη δική τους ιστορία μέσα στα σπιτάκια τους. Αφανείς ΗΡΩΕΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΥΣ, τη δική τους γειτονιά, και ήρθαν όλοι μαζί σε εκείνη τη γιορτή της Μπλογκόπολης για να γνωριστούν μεταξύ τους..."

Και πάλι συνεχίζει η Ασπασία:
(Τραπουλόχαρτο 5 -Αποστολή)



"...για να ανταλλάξουν τα δώρα που έφεραν μέσα στα σακούλια τους: χαρά, ενθουσιασμό, ελπίδα, έμπνευση.
Για να μοιραστούν εμπειρίες, συναισθήματα και σκέψεις.
Για να μοιραστούν όλοι μαζί τη θετική ενέργεια που υπήρχε διάχυτη στον χώρο.
Για να ακούσουν και να ακουστούν!
Για να εμπνεύσουν και να εμπνευστούν!
Αυτή ήταν και η ΑΠΟΣΤΟΛΗ..."

Το συνεχίζει ο Κώστας
(Τραπουλόχαρτο 6 -Συνάντηση με τον Δωρητή)


"...Η αλήθεια είναι πως όλοι τα είχαν λίγο χαμένα με τη βλάβη. Είναι δύσκολο να ξε-μάθεις την τεχνολογία. Τους έπιασε άγχος. Τα παιδιά προσπαθούσαν μάται να τους ηρεμήσουν και να τους παρασύρουν σε ένα παιχνίδι.
Τότε έκανε την εμφάνισή του ένας ψηλός και λεπτός άντρας. Φορούσε στρογγυλά γυαλάκια και είχε γένια. Μιλούσε σιγανά και ήρεμα:
-Ήρθε η ώρα να ακούσετε λίγο τον εαυτό σας. Θα ήθελα -για αρχή- να σκεφτείτε την αναπνοή σας. Πάρτε μια βαθιά ανάσα...  Τώρα, που βρισκόμαστε όλοι στον ίδιο χώρο πήρατε όλοι κάτι από την ανάσα των άλλων. Βλέπετε πως χαλαρώνετε; Νομίζω πως μπορώ τώρα να σας μιλήσω για το δώρο που έφερα..." 

Το συνεχίζει η  Σοφία

(Τραπουλόχαρτο 7- Μαγικά Δώρα)
"Το δώρο που έφερα λέγεται τίποτα!"
 "Τίποτα;" Βουή στην αίθουσα και απογόητευση. "Μας κοροϊδεύεις;" φωνάζει από το βάθος της αίθουσας ένας αγριεμένος μεγάλος με κοστούμι
"Μα γιατί θυμώνετε;" είπε με ήρεμη φωνή ο ψηλός και λεπτός άνδρας. "Όταν μας χαρίζουν κάτι, πρώτα λέμε ευχαριστώ. Χαμογελάμε και εκτιμούμε την ομορφιά του. Τη διαφορετικότητά του. Τη σκέψη του ανθρώπου που μας το χάρισε. Το παίρνουμε μαζί μας και τελικά το τοποθετούμε κάπου όμορφα και ξεχωριστά"
Στο μπερδεμένο πλήθος ξεπροβάλλουν λίγα, ελάχιστα χαμόγελα. Μια λάμψη στα μάτια! Ανάμεσά τους ο Γιωργάκης και η Ελένη, έχουν καταλάβει!
 ...και συμπλήρωση από την  Ασπασία: 

Η συνέχεια του παραμυθιού (με μικρή παρέμβαση της Παραμυθοκουζίνας)...

"Ο Γιωργάκης και η Ελένη ήξεραν τι θα πει στη συνέχεια ο ψηλός άντρας. Γιατί απλούστατα αυτοί τον είχαν καλέσει:
"...το δώρο που έφερα, και ονόμασα "τίποτα" για την ακρίβεια δεν είναι ένα μόνο. Είναι 4! Είναι σαν αυτά που φέρατε και εσείς μέσα στα δικά σας σακούλια: χαρά, ενθουσιασμό, ελπίδα, έμπνευση! Κάποιοι άλλοι ίσως το θεωρούσαν τίποτα, αλλά -είμαι σίγουρος πως για εσάς είναι τα ...πάντα:

Λοιπόν, ακούστε με προσεκτικά. Ακούστε τι θα κάνουμε. Θα κάνουμε ανταλλαγή. Θα τα μοιράσουμε μεταξύ μας!
Θα δώσουμε σε κάποιον τη ΧΑΡΑ μας και θα πάρουμε τη δική του. Θα δώσουμε σε κάποιον άλλον τον ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟ μας και θα πάρουμε τον δικό του. Θα δώσουμε σε κάποιον τρίτο την ΕΛΠΙΔΑ μας και θα πάρουμε τη δική του! Και τέλος, θα δώσουμε σε κάποιον τέταρτο την ΈΜΠΝΕΥΣΗ μας και θα πάρουμε τη δική του.
Κατά αυτόν τον τρόπο, θα γεμίσουμε τα σακούλια μας με τα δώρα των άλλων! Πώς σας φαίνεται η ιδέα;

Και όταν πια φύγουμε από αυτή τη μεγάλη γιορτή και φτάσουμε στο σπίτι μας, τότε θα αρχίσουμε να αδειάζουμε τα σακούλια με την ησυχία μας και να επεξεργαζόμαστε τα δώρα που φέραμε μαζί μας. Δεν είναι μαγικό; Δεν είναι αυτά τα δώρα μαγικά; Για σκεφτείτε λίγο..."

Και πάλι συνεχίζει η Ασπασία:
(Τραπουλόχαρτο #8: Εμφανίζεται ο αντίπαλος)

"...και εκείνη τη στιγμή, παρεμβαίνει και πάλι εκείνος ο αντιδραστικός, αγριεμένος μεγάλος με κουστούμι:

- "Μας κοροϊδεύεις;;; Μας κοροϊδεύεις! Είναι σίγουρο! Αυτά που περιγράφεις δεν είναι δώρα. Είναι συναισθήματα. Όμορφα συναισθήματα και τίποτα παραπάνω".

Και ο ψηλός, λεπτός άντρας του απαντά με έκπληξη και απορία μαζί:

- "Μα τι λες; Αν δεν είναι τα όμορφα συναισθήματα δώρα, τότε τι είναι;;;!!! Υπάρχει πιο όμορφο δώρο από το να παίρνεις και να δίνεις χαρά; Eνθουσιασμό; Ελπίδα; Έμπνευση; Για κάποιους ανθρώπους που δεν τα έχουν, αυτά είναι τα πάντα!"

και Ο "ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ" ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ και πάλι αντιδραστικός και αρνητικός:

- "Ναι, αλλά εγώ τα έχω ήδη. Δεν τα θέλω. Τι ήρθα να κάνω εδώ σήμερα; Να πάρω κάτι που ήδη έχω; Δεν έχει νόημα."

Και ο ψηλός, λεπτός άντρας του απαντά με σιγουριά:

- "Ήρθες για να τα μοιραστείς! Είναι διασκεδαστικό το να μοιράζεσαι! Και τόσο όμορφο..."

Και εκείνη τη στιγμή, ο Γιωργάκης και η Ελένη χαμογέλασαν. Αυτός ο ψηλός, λεπτός άντρας ήταν ο μπαμπάς τους! Τον είχαν καλέσει να έρθει μαζί τους σε αυτή τη μεγάλη γιορτή της πόλης τους, αλλά λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων είχε αρνηθεί. Τελικά όμως τα κατάφερε! Τα άφησε όλα για να είναι εκεί σήμερα. Ναι, ήταν εκεί. Μαζί τους! Και είναι τόσο σοφός..."



Το συνεχίζει η Ασπασία:
Τραπουλόχαρτο #9: Διαβολικές ικανότητες του αντιπάλου

"Τα αδερφάκια ήταν πολύ χαρούμενα και ευτυχισμένα! Και πήγαν να συνεχίσουν το παιχνίδι τους μαζί
με τα υπόλοιπα παιδάκια της Μπλογκόπολης που είχαν έρθει με τους γονείς τους σε αυτή τη μεγάλη γιορτή. Η μαμά τους ήδη παρακολουθούσε κάποιες γυναίκες, μπλογκογειτόνισσες της, να μιλάνε. Είχαν ανέβει σε ένα βάθρο και μιλούσαν για το πώς ξεκίνησαν να χτίζουν το σπιτάκι τους στη δική τους γειτονιά...

Όμως, λίγο πιο πέρα η συζήτηση μεταξύ των δύο αντρών συνεχιζόταν. Ο αντιδραστικός μεγάλος άντρας δε σταμάτησε εκεί. Συνέχισε να αντιδρά:

-"Για εσάς μπορεί να είναι διασκεδαστικό το να μοιράζεστε, για εμένα όμως καθόλου. Ό,τι έχω, θέλω να το κρατήσω για τον εαυτό μου. Δε θέλω να το δώσω σε κανέναν. Άλλωστε, αυτά τα όμορφα συναισθήματα που έχω, τα κέρδισα με κόπο και θυσίες. Γιατί να τα προσφέρω έτσι απλόχερα;"

Κάποιοι συμπολίτες που παρακολουθούσαν τη συζήτηση μεταξύ των δύο αντρών, άρχισαν να επηρεάζονται από τον "αντίπαλο" του ψηλού, λεπτού άντρα. Και άρχισαν να τάσσονται με το μέρος του.

-"Συμφωνώ μαζί σας κύριε. Τη σήμερον ημέρα, ό,τι έχεις, δεν το δίνεις" λέει ο ένας.

-"Και εγώ συμφωνώ μαζί σας. Ξέρετε τι τράβηξα εγώ για να έχω την 'ελπίδα'; Και τώρα θα την δώσω νομίζετε έτσι απλόχερα; " λέει ένας άλλος.

-"Όχι, όχι, δε δίνω τίποτα. Η 'έμπνευσή' μου είναι μόνο για να δημιουργώ εγώ. Δεν την χαρίζω σε κανέναν" λέει ένας τρίτος...

Ο ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ είχε καταφέρει με τις ΔΙΑΒΟΛΙΚΕΣ ΤΟΥ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ, να τους πείσει. Όμως..."


Συνεχίζει ο Κώστας
(Τραπουλόχαρο 10- Αγώνας ανάμεσα στον ήρωα και στον αντίπαλό του)


"...η Ελένη κι ο Γιωργάκης εμφανίστηκαν ξαφνικά μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά. Κι εκεί που φαινόταν ο μπαμπάς τους να χάνει τη μάχη (αφού ήταν πάντα καλός στις πράξεις, αλλά στα λόγια δεν τα κατάφερνε και πολύ καλά), η Ελένη τους έδειξε μια ζωγραφιά που είχαν φτιάξει όλοι μαζί. Ο αντίπαλος χλώμιασε μόλις την είδε..."

Το συνεχίζει η Στεφανία :
(Τραπουλόχαρτο 11/ Ο ήρωας νικά τον αντίπαλο)

"...Η ζωγραφιά, έδειχνε ένα χωριό! Με σπίτια μικρά που είχαν κεραμίδια για σκεπή και κήπους και πολλά πολλά χρωματιστά λουλούδια και δέντρα με φρούτα! Όλοι έμειναν άφωνοι και μαγεύτηκαν! Όλοι μαζί φτιάξαμε ένα όμορφο ζωγραφιστό χωριό. Όλοι μαζί μπορούμε να φτιάξουμε και μια όμορφη αληθινή Μπλογκόποπη! Ας ξεκινήσουμε με αληθινά λουλούδια σε όλα τα Μπλογκομπαλκόνια! Με την αληθινή τους μυρωδιά, ο αντίπαλος, έχασε τις διαβολικές του ικανότητες και έτσι έχασε και τη μάχη και τους υποστηρικτές τους που άρχισαν γενναιόδωρα να μοιράζονται..."

...και συμπηρώνει η Λένα:



    «Άλλοι πάλι λένε πως η ζωγραφιά ήταν μαγική. Απεικόνιζε από τη μια τη Μπλογκόπολη με τους κατοίκους της να ασχολούνται μόνο με τα tablet τους και να επικοινωνούν μόνο μέσω αυτών. Η άλλη η εικόνα έδειχνε μια Μπλογκόπολη με χρώματα, λουλούδια που ακόμα και από την ζωγραφιά αναδύονταν αρώματα. Επίσης όλοι οι κάτοικοι ευτυχισμένοι να ζουν με όλα τα συναισθήματα  που δίνουν νόημα και αξία στη ζωή μας. Όλα ήταν εκεί, και το γλέντι θα ξεκινούσε για πάντα. Βλέποντας ο αντίπαλος τη μαγική εικόνα κοκκίνισε, κιτρίνισε, πρασίνισε, τα λόγια χάθηκαν από το στόμα του τον άφησαν μόνο με τον εγωιστή εαυτό του. «Καιρός να πάρω πόδι»,  σκέφτηκε, «τα γέλια και η αγάπη με νίκησαν» και τσαφφφ έγινε καπνός και χάθηκε. «Τελικά όταν υπάρχει αγάπη και πραγματική επαφή κάθε αντίπαλος νικιέται», σκέφτηκαν τα δυο αδέλφια Ο Γιωργάκης κ η Ελένη. Μακάρι όλοι να παραδειγματιστούν και όλες οι πόλεις να γίνουν σαν την δική τους, που πια θα ζουν σαν κάθε ημέρα να είναι μοναδική και δίπλα τους θα βρίσκουν πάντα υποστήριξη και μια ζεστή αγκαλιά που κανένα tablet όσο σύγχρονο και ακριβό κι αν είναι, δεν μπορεί να προσφέρει. Και έτσι δυνατοί και ενωμένοι περίμεναν για τυχόν νέες προκλήσεις. ΓΙΟΥΠΙΙΙΙ φώναξαν όλοι μαζί κι άρχισαν να ξεφαντώνουν...»

 Το συνεχίζει η Ασπασία:
(Τραπουλόχαρτο 12/ Η επιστροφή του ήρωα)


"...και πρώτος και καλύτερος ο ίδιος ο αντιδραστικός μεγάλος άντρας, που επέστρεψε από το πουθενά! Ξαφνικά, σαν κάτι να άλλαξε μέσα του. Κατάλαβε ότι όλα αυτά τα όμορφα συναισθήματα που κουβάλησε μαζί του τόσο δρόμο μέσα σε ένα σακούλι, δεν τα κουβάλησε για να τα πάρει πάλι πίσω. Τα κουβάλησε για να τα μοιραστεί με τους άλλους συμπολίτες του. Τα κουβάλησε για να τα ανταλλάξει με τα δικά τους. Άλλωστε, τι νόημα είχε να τα φορτωθεί τόσο δρόμο αν ήταν να τα πάρει πάλι πίσω;

Η Ελένη και ο Γιωργάκης, χαμογέλασαν. Ήταν πολύ χαρούμενοι και οι δύο. Με τη ζωγραφιά τους, είχαν καταφέρει κάτι μαγικό. Κάτι που δεν κατάφερνε ο μπαμπάς τους με λόγια, το κατάφεραν αυτοί με μία όμορφη, πολύχρωμη, παιδική ζωγραφιά. Πόσο δύναμη μπορεί να έχει μία παιδική ζωγραφιά...!!!

Τότε, ένιωσαν αμέσως ως μικροί ήρωες! Ήθελαν να ζωγραφίσουν και άλλα πολλά πολύχρωμα χωριουδάκια με σπιτάκια με κήπους και χρωματιστά λουλούδια και δέντρα με φρούτα. Όσο πιο πολλά χωριουδάκια ζωγράφιζαν, τόσο πιο μεγάλοι και τρανοί ήρωες θα γίνονταν. Και με αυτόν τον τρόπο θα κατάφερναν να κάνουν πράγματα που δυσκολεύονται να κάνουν οι μεγάλοι. Αυτή η σκέψη, τα γέμισε ενθουσιασμό.

Τα δύο αδερφάκια, αφού έδωσαν μία μεγάλη αγκαλιά στον μπαμπά τους, ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ ως ΗΡΩΕΣ πίσω στους φίλους τους. Για να συνεχίσουν να δημιουργούν ζωγραφιστά χωριουδάκια.

Ο μπαμπάς τους, πήγε και κάθισε δίπλα στη μαμά τους για να παρακολουθήσουν μαζί τις γειτόνισσές τους που εξιστορούσαν τη δική τους ιστορία για το πως έχτισε η καθεμία το σπιτάκι της.
Κάποια στιγμή, ο μπαμπάς λύγισε και βούρκωσε. Τότε τον είδε η μαμά και του είπε:

- "Σκούπισε αμέσως τα δάκρυά σου. Υπάρχει νόμος ότι απαγορεύεται να κλαίμε. Η μη τήρηση του νόμου έχει συνέπειες. Οι παραβάτες θα διώκονται από τη γιορτή. Και στη συνέχεια από την πόλη. Η γιορτή είναι για να χαρούμε και να περάσουμε καλά! Και η πόλη μας είναι η πόλη του γέλιου και της χαράς!"

- "Δεν τον άκουσα αυτόν τον νόμο. Πότε βγήκε;"

- "Τον ανακοίνωσε ο (ν)τελάλης της πόλης, όταν μας ανακοίνωσε για τη μεγάλη γιορτή. Μας είπε ρητώς ότι απαγορεύεται να κλάψουμε. Και ότι απαγορεύεται να είμαστε στενοχωρημένοι. Η γιορτή είναι για να χαρούμε. Αφού να φανταστείς ούτε χαρτομάντηλα δεν επιτρεπόταν να έχουμε μαζί. Τόσο αυστηρός είναι ο νόμος!"

- "Ναι, αλλά ο νομοθέτης, δεν σκέφτηκε κάτι. Ότι δεν κλαις μόνο όταν είσαι στενοχωρημένος. Κλαις και όταν είσαι χαρούμενος. Κλαις από χαρά. Και εγώ για αυτό κλαίω αυτή τη στιγμή. Από χαρά και συγκίνηση".

- "Ο νόμος είναι νόμος και είναι αυστηρός".

Και ο μπαμπάς σκούπισε τα δάκρυά του με τα δάχτυλα..."

 Το συνεχίζει η Ασπασία:
(Τραπουλόχαρτο 13: Ο ήρωας φτάνει αγνώριστος στο σπίτι του)



"...και απευθυνόμενος στη μαμά:

- "Νομίζω ήρθε η ώρα να πάρω τα παιδιά και να φύγουμε. Σε λίγο νυχτώνει. Πρέπει να κάνουν μπάνιο και να κοιμηθούν"

- "Ναι, δίκιο έχεις. Εγώ θα καθίσω μέχρι το τέλος! Δε χάνω με τίποτα το πάρτυ που θα ακολουθήσει! Άσε που έχω ακόμη πολλές γειτόνισσες να γνωρίσω από κοντά. Από την ώρα που ήρθα παρακολουθώ ομιλίες και δε μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω με κόσμο".

- "Και εγώ θα παρακολουθήσω τη συνέχεια της γιορτής από το σπίτι. Έχει ζωντανή μετάδοση από ότι έμαθα. Εκεί τουλάχιστον, δεν υπάρχει βλάβη στο δίκτυο και θα μπορώ να παρακολουθήσω από τον υπολογιστή μου. Άσε που θα μπορώ να συγκινηθώ με την ησυχία μου χωρίς να με δει κάποιος μπλογκοτροχονόμος..."

Και ο μπαμπάς, αφού χαιρέτισε τη μαμά με ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο και αφού έγνεψε "Καληνύχτα" στους γύρω συμπολίτες του, σηκώθηκε από την καρέκλα του και πήγε να βρει τα αδερφάκια που έπαιζαν και ζωγράφιζαν μαζί με άλλα παιδάκια, λίγο πιο πέρα.

Μόλις πλησίασε, μία έκπληξη τον περίμενε. Η Ελένη και ο Γιωργάκης, αφού είχαν εξαντλήσει τη δημιουργική φαντασία τους πάνω σε ό,τι είχαν βρει μπροστά τους, σε κόλλες χαρτί, σε πάγκους και καρέκλες, δημιούργησαν και στα ρούχα τους. Οι λευκές τους μπλούζες είχαν μεταμορφωθεί σε δημιουργικούς καμβάδες. Τις είχαν γεμίσει με σπιτάκια με κόκκινα κεραμίδια, λουλούδια, δέντρα με φρούτα και πολλά πολύχρωμα μπαλόνια που τα κρατούσαν δύο χαμογελαστά παιδάκια. Ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι. Και μάλιστα, αυτά τα δύο παιδάκια ήταν πιασμένα χέρι-χέρι και φορούσαν το καθένα από μία κόκκινη μπέρτα. Ήταν μικροί σούπερ ΉΡΩΕΣ!

Και κάπως έτσι, ΑΓΝΩΡΙΣΤΑ, έφτασαν στο σπίτι τους..."


Το συνεχίζει ο Κώστας:
(Τραπουλόχαρτο 14/ Ο ψεύτικος ήρωας)

"...Την ίδια ώρα εμφανίστηκε στη Μπλογκόπολη ο ...μπαμπάς! Θα μου πείτε, τώρα,  "πως γίνεται αυτό;" Εμείς τον είχαμε αφήσει να πηγαίνει τα παιδιά στο σπίτι. Τι συνέβη; Ο μάγος Ροκαμβόλ δραπετεύοντας από ένα άλλο παραμύθι, είδε στη Μαγική του Σφαίρα τα όσα συνέβησαν στη Μπλογκόπολη. Και ο μάγος αυτός σιχαινόταν τα γέλια και τη χαρά:
"Θα δουν τι θα πάθουν", είπε με τη φωνή του που έμοιαζε με τρίξιμο παλιάς πόρτας: Και χοπ! Μεταμφιέστηκε στο μπαμπά!!
"Καλή μου, άφησα τα παιδιά στη γιαγιά και είπα να σου κάνω έκπληξη", είπε μόλις είδε τη μαμά. Αυτή χάρηκε, αλλά νευρίασε και λιγάκι..."



 Το συνεχίζει η Ασπασία: 
(Τραπουλόχαρτο 15/ Στον ήρωα αναθέτουν έναν δύσκολο άθλο)



- "Εσύ δεν είπες ότι στο σπίτι θα μπορείς να το ευχαριστηθείς καλύτερα αφού θα μπορείς να συγκινηθείς με την ησυχία σου χωρίς να σε δει η μπλογκοτροχαία; Το καλό που σου θέλω, μην αρχίσεις πάλι να βουρκώνεις γιατί αγαπώ αυτή την πόλη. Δε θέλω να γίνεις η αιτία να μας διώξουν"

- "Στο υπόσχομαι ότι αυτή τη φορά θα συγκρατηθώ. Δε θα κλάψω. Αν και είναι λίγο δύσκολο, με τόσο έντονα και ευχάριστα συναισθήματα που μου γεννώνται βλέποντας από κοντά όλους αυτούς τους υπέροχους γείτονες που έχουμε. Μα πώς δεν τους είχαμε συναντήσει τόσο καιρό;"

Φυσικά ο μάγος Ροκαμβόλ, είχε παρακολουθήσει την προηγούμενη στιχομυθία μαμάς και μπαμπά από τη μαγική του σφαίρα, οπότε κατάλαβε τώρα για ποια δάκρυα του μιλούσε η μαμά. Και φυσικά η υπόσχεση που έδωσε στη μαμά ήταν πέρα για πέρα αληθινή. Σιγά μην χύσει δάκρυα χαράς και συγκίνησης ένας μάγος που σιχαινόταν τα γέλια και τη χαρά. Ήταν πολύ εύκολο να μην το κάνει!

Η ώρα περνούσε. Η μαμά απολάμβανε τις ομιλίες και τις παρουσιάσεις των μπλογκογειτονισσών της. Η καθεμία είχε να διηγηθεί και μία διαφορετική ενδιαφέρουσα εμπειρία.

Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, ο μπαμπάς - ο πραγματικός - με τον υπολογιστή του αγκαλιά, έκανε το ίδιο από τον καναπέ του. Είχε βάλει τα παιδιά για ύπνο και παρακολουθούσε σε ζωντανή μετάδοση τη μεγάλη αυτή γιορτή της πόλης!

Παρακολουθούσε με έντονο ενδιαφέρον. Η συγκίνηση κορυφώθηκε, όταν εμφανίστηκε στο πάνελ ένας μπαμπάς με τις ίδιες ανησυχίες, αγωνίες, συναισθήματα σαν και αυτόν. Ναι, υπήρχε εκεί έξω ένας άλλος μπαμπάς που τολμούσε να μιλήσει δημοσίως για τη δική του εμπειρία. Ο λόγος του πολύ συγκινητικός.

Ο μπαμπάς μας δεν άντεξε. Άρπαξε ένα πακέτο χαρτομάντηλα με μεγάλη άνεση. Άλλωστε, δεν μπορούσε να τον εντοπίσει η μπλογκοτροχαία πίσω από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του. Δάκρυα συγκίνησης έτρεξαν στα μάγουλά του! "Αυτόν τον μπαμπά, θέλω να το γνωρίσω από κοντά" σκέφτηκε! "Προλαβαίνω να πάω! Άλλωστε, μετά τις ομιλίες θα γίνει μεγάλο πάρτυ! Ευκαιρία να τον γνωρίσω εκεί"

Το να καθίσει στο σπίτι γνωρίζοντας ότι όλη η Μπλογκόπολη γιορτάζει στην κεντρική πλατεία, του φάνταζε ΆΘΛΟΣ! Και μάλιστα ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΟΣ...

Και χωρίς να το πολυσκεφτεί, αρπάζει το τηλέφωνο και τηλεφωνεί στη γιαγιά να έρθει στο σπίτι να προσέχει τα παιδιά που κοιμόταν.

Εντωμεταξύ, στην πλατεία της μπλογκόπολης κάποια στιγμή οι ομιλίες τελείωσαν και το πάρτυ ξεκίνησε. Η μαμά πήρε αγκαζέ τον μπαμπά (τον μάγο δηλαδή που νόμιζε ότι ήταν ο μπαμπάς) και πήγαν να γνωρίσουν από κοντά πολύ κόσμο, να χορέψουν, να γελάσουν και να διασκεδάσουν.

Πώς θα το έκανε αυτό όμως ένας μουρτζούφλης μάγος που απεχθάνεται τα γέλια και τη χαρά; Πώς θα χόρευε και θα γελούσε και θα διασκέδαζε; Κάτι τέτοιο δεν ταίριαζε στον τρόπο ζωής του. Ήταν ενάντια στη φιλοσοφία του. Έπρεπε να σκεφτεί μία λύση. Έπρεπε να σκορπίσει τη μιζέρια και την θλίψη γύρω του!

Την πρώτη φορά, όταν έριξε τα μαγικά του ξόρκια και χάλασε το τοπικό δίκτυο για να στενοχωρηθούν όλοι που δε θα λειτουργούσαν τα tablets και τα κινητά τους, δεν τα κατάφερε. Αυτό τους έφερε πιο κοντά γιατί ενίσχυσε την διαπροσωπική επαφή!

Την δεύτερη φορά, όταν μεταμφιέστηκε σε έναν ψηλό μεγάλο αντιδραστικό άντρα με στόχο να πείσει τους συμπολίτες τους να μη ανταλλάξουν τα όμορφα συναισθήματά τους, δεν τα κατάφερε και πάλι. Γιατί τότε εμπνεύστηκαν η Ελένη και ο Γιωργάκης και έφτιαξαν μία υπέροχη ζωγραφιά που έκανε τους υποστηρικτές του να αλλάξουν γνώμη και να μην ακούσουν τα ανόητα επιχειρήματά του.

Αυτή τη φορά όμως, έπρεπε πάση θυσία να σκεφτεί έναν τρόπο να σπείρει τη διχόνια και τη δυστυχία.

Εκείνη την ώρα, βλέπει τον πραγματικό μπαμπά να φτάνει από μακριά. Δεν είχε άλλο χρόνο στη διάθεσή του. Φοβήθηκε μήπως αποκαλυφθεί. "Καλή μου, είδα έναν γείτονα που παρακολουθώ καιρό από τη μισάνοιχτη πόρτα του σπιτιού του. Πάω να τον γνωρίσω. Επιστρέφω σε λίγο". Και φεύγει.

Εντωμεταξύ ο πραγματικός μπαμπάς φτάνει στο πάρτυ και αρχίζει να αναζητά τη μαμά μέσα στο πλήθος..."

 Το συνεχίζει ο Κώστας:
(Τραπουλόχαρτο 17/ Αναγνώριση του ήρωα)

"..."Τι έγινε αγάπη μου; Μίλησες με το γείτονα;"
Ο μπαμπάς μένει ακίνητος:
"Μα τι λες; Ποιο γείτονα; Δε χαίρεσαι καθόλου που με βλέπεις;"
Είναι η σειρά της μαμάς να εκπλαγεί:
"Και βέβαια χαίρομαι. Όσο και πριν δυο λεπτά που είμασταν μαζί!"
"Τι;;;"
Εκείνη τη στιγμή να και ο Ροκαμβόλ. Η μαμά αλλά και όσοι τους βλέπουν μένουν αποσβολωμένοι: Δυο ολόιδιοι άντρες που φοράνε και τα ίδια ακριβώς ρούχα. Μια κυρία ντυμένη στα κόκκινα, με κόκκινα μαλλιά και γυαλιά πετάγεται μπροστά τους:
"Δεν ήξερα πως είχες δίδυμο αδερφό! Πολύ ωραία ιδέα να βάλετε τα ίδια ρούχα. Καλά! Να σας βγάλω μια φωτογραφία;"
Η μαμά κοιτάζει μια τον ένα και μια τον άλλο!
Ο Ροκαμβόλ και ο μπαμπάς λένε ταυτόχρονα: "Ποιός είναι αυτός ο απατεώνας;"
Πώς θα ανγνωρίσει τώρα η μαμά ποιός είναι ο πραγματικός; Κι αν κάνει λάθος; Η Μπλογκόπολη κινδυνεύει! Μόνο ο Γιωργάκης και η Ελενίτσα θα μπορούσαν να σώσουν τη κατάσταση. Αλλά αυτοί βρίσκονται στη γιαγιά τους. Ή μήπως όχι;"


Μπορείς να το συνεχίσεις; Γράψε τη συνέχεια ως σχόλιο κάτω από την ανάρτηση 






1 σχόλιο:

  1. Τραπουλόχαρτο #15: Στον ήρωα αναθέτουν έναν δύσκολο άθλο

    Η συνέχεια του παραμυθιού...

    - "Εσύ δεν είπες ότι στο σπίτι θα μπορείς να το ευχαριστηθείς καλύτερα αφού θα μπορείς να συγκινηθείς με την ησυχία σου χωρίς να σε δει η μπλογκοτροχαία; Το καλό που σου θέλω, μην αρχίσεις πάλι να βουρκώνεις γιατί αγαπώ αυτή την πόλη. Δε θέλω να γίνεις η αιτία να μας διώξουν"

    - "Στο υπόσχομαι ότι αυτή τη φορά θα συγκρατηθώ. Δε θα κλάψω. Αν και είναι λίγο δύσκολο, με τόσο έντονα και ευχάριστα συναισθήματα που μου γεννώνται βλέποντας από κοντά όλους αυτούς τους υπέροχους γείτονες που έχουμε. Μα πώς δεν τους είχαμε συναντήσει τόσο καιρό;"

    Φυσικά ο μάγος Ροκαμβόλ, είχε παρακολουθήσει την προηγούμενη στιχομυθία μαμάς και μπαμπά από τη μαγική του σφαίρα, οπότε κατάλαβε τώρα για ποια δάκρυα του μιλούσε η μαμά. Και φυσικά η υπόσχεση που έδωσε στη μαμά ήταν πέρα για πέρα αληθινή. Σιγά μην χύσει δάκρυα χαράς και συγκίνησης ένας μάγος που σιχαινόταν τα γέλια και τη χαρά. Ήταν πολύ εύκολο να μην το κάνει!

    Η ώρα περνούσε. Η μαμά απολάμβανε τις ομιλίες και τις παρουσιάσεις των μπλογκογειτονισσών της. Η καθεμία είχε να διηγηθεί και μία διαφορετική ενδιαφέρουσα εμπειρία.

    Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, ο μπαμπάς - ο πραγματικός - με τον υπολογιστή του αγκαλιά, έκανε το ίδιο από τον καναπέ του. Είχε βάλει τα παιδιά για ύπνο και παρακολουθούσε σε ζωντανή μετάδοση τη μεγάλη αυτή γιορτή της πόλης!

    Παρακολουθούσε με έντονο ενδιαφέρον. Η συγκίνηση κορυφώθηκε, όταν εμφανίστηκε στο πάνελ ένας μπαμπάς με τις ίδιες ανησυχίες, αγωνίες, συναισθήματα σαν και αυτόν. Ναι, υπήρχε εκεί έξω ένας άλλος μπαμπάς που τολμούσε να μιλήσει δημοσίως για τη δική του εμπειρία. Ο λόγος του πολύ συγκινητικός.

    Ο μπαμπάς μας δεν άντεξε. Άρπαξε ένα πακέτο χαρτομάντηλα με μεγάλη άνεση. Άλλωστε, δεν μπορούσε να τον εντοπίσει η μπλογκοτροχαία πίσω από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του. Δάκρυα συγκίνησης έτρεξαν στα μάγουλά του! "Αυτόν τον μπαμπά, θέλω να το γνωρίσω από κοντά" σκέφτηκε! "Προλαβαίνω να πάω! Άλλωστε, μετά τις ομιλίες θα γίνει μεγάλο πάρτυ! Ευκαιρία να τον γνωρίσω εκεί"

    Το να καθίσει στο σπίτι γνωρίζοντας ότι όλη η Μπλογκόπολη γιορτάζει στην κεντρική πλατεία, του φάνταζε ΆΘΛΟΣ! Και μάλιστα ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΟΣ...

    Και χωρίς να το πολυσκεφτεί, αρπάζει το τηλέφωνο και τηλεφωνεί στη γιαγιά να έρθει στο σπίτι να προσέχει τα παιδιά που κοιμόταν.

    Εντωμεταξύ, στην πλατεία της μπλογκόπολης κάποια στιγμή οι ομιλίες τελείωσαν και το πάρτυ ξεκίνησε. Η μαμά πήρε αγκαζέ τον μπαμπά (τον μάγο δηλαδή που νόμιζε ότι ήταν ο μπαμπάς) και πήγαν να γνωρίσουν από κοντά πολύ κόσμο, να χορέψουν, να γελάσουν και να διασκεδάσουν.

    Πώς θα το έκανε αυτό όμως ένας μουρτζούφλης μάγος που απεχθάνεται τα γέλια και τη χαρά; Πώς θα χόρευε και θα γελούσε και θα διασκέδαζε; Κάτι τέτοιο δεν ταίριαζε στον τρόπο ζωής του. Ήταν ενάντια στη φιλοσοφία του. Έπρεπε να σκεφτεί μία λύση. Έπρεπε να σκορπίσει τη μιζέρια και την θλίψη γύρω του!

    Την πρώτη φορά, όταν έριξε τα μαγικά του ξόρκια και χάλασε το τοπικό δίκτυο για να στενοχωρηθούν όλοι που δε θα λειτουργούσαν τα tablets και τα κινητά τους, δεν τα κατάφερε. Αυτό τους έφερε πιο κοντά γιατί ενίσχυσε την διαπροσωπική επαφή!

    Την δεύτερη φορά, όταν μεταμφιέστηκε σε έναν ψηλό μεγάλο αντιδραστικό άντρα με στόχο να πείσει τους συμπολίτες τους να μη ανταλλάξουν τα όμορφα συναισθήματά τους, δεν τα κατάφερε και πάλι. Γιατί τότε εμπνεύστηκαν η Ελένη και ο Γιωργάκης και έφτιαξαν μία υπέροχη ζωγραφιά που έκανε τους υποστηρικτές του να αλλάξουν γνώμη και να μην ακούσουν τα ανόητα επιχειρήματά του.

    Αυτή τη φορά όμως, έπρεπε πάση θυσία να σκεφτεί έναν τρόπο να σπείρει τη διχόνια και τη δυστυχία.

    Εκείνη την ώρα, βλέπει τον πραγματικό μπαμπά να φτάνει από μακριά. Δεν είχε άλλο χρόνο στη διάθεσή του. Φοβήθηκε μήπως αποκαλυφθεί. "Καλή μου, είδα έναν γείτονα που παρακολουθώ καιρό από τη μισάνοιχτη πόρτα του σπιτιού του. Πάω να τον γνωρίσω. Επιστρέφω σε λίγο". Και φεύγει.

    Εντωμεταξύ ο πραγματικός μπαμπάς φτάνει στο πάρτυ και αρχίζει να αναζητά τη μαμά μέσα στο πλήθος..."

    ΑπάντησηΔιαγραφή