Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Η Σύρος και μια σπαρταριστή ιστορία για ...λουκούμια!






Άλλη μια ιστορία από το παραμυθο-εργαστήρι του Σεμιναρίου Δημιουργίας Παραμυθιού στο Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης. Ο Β Κύκλος ξεκινά την Πέμπτη 12 Νοεμβρίου.
Ο Νίκος Φώτης -Φεράτης γράφει ένα πραγματικά εκπληκτικό παραμύθι, που γεννήθηκε με αφορμή το ταξίδι μιας  ομάδας από εμάς στη Σύρο για το Σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής

(H Αναπτυξιακή Εταιρεία Κυκλάδων Α.Ε. μέλος του Δικτύου «ΝΗΣΩΝ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ» που αποτελείται από 11 Αναπτυξιακές Εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται στις νησιωτικές περιφέρειες της Ελλάδας, διοργάνωσε στο πλαίσιο του έργου «Ο Πολιτισμός ως εργαλείο ανάπτυξης της νησιωτικής Ελλάδας», εργαστήριο δημιουργικής γραφής το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Σύρο στις 6, 7 και 8 Νοεμβρίου 2015 και περιελάμβανε εργαστήρια και παραγωγή λογοτεχνικών κειμένων -Η φιλοξενία ήταν κάτι παραπάνω από υποδειγματική. Ήταν ...αγαπησιάρικη! Ο Νίκος αν και δεν ήρθε μαζί μας έγραψε την όμορφη ιστορία του. Από τη μεριά μου την αφιερώνω σε όλους τους άνθρωπους που μας χάρισαν αυτό το δημιουργικό τριήμερο στη Σύρο)

Η ιστορία ενός λουκουμιού που δεν ήθελε να το φάνε

Ο Σουλτάνος ήταν έξαλλος!! Είχε σπάσει ακόμα ένα δόντι του, στη προσπάθεια να φάει τη σκληρή καραμέλα που μασούλαγε.
«Μα τον Αλλάχ! Δόντι δεν θα μου μείνει με αυτές τις σκληρές καραμέλες!» φώναζε από τον θρόνο του. «Και σαν να μην έφτανε αυτό· γκρινιάζει και το χαρέμι για τη γεύση των γλυκών που τρώει.» συνέχισε.
Το σκέφτηκε πολύ. Δεν άντεχε άλλο. Θα αποκεφάλιζε τον αρχιζαχαροπλάστη και θα έβρισκε έναν καινούργιο.
Έτσι έστειλε τελάληδες ως τις πιο μακρινές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτοί διατάζανε, τους ζαχαροπλάστες, να παρουσιαστούν στο παλάτι και να δημιουργήσουν ένα γλυκό που θα ήταν μαλακό και με ωραία γεύση. Ο νικητής θα κέρδιζε τον τίτλο του αρχιζαχαροπλάστη της Αυτοκρατορίας και θα μαγείρευε αποκλειστικά για τον Σουλτάνο.

Αυτό άκουσε και ο Χατζή Μπεκίρ, από τη Κασταμονή, που ήταν φημισμένος ζαχαροπλάστης σε όλο τον Πόντο. Ήταν αξεπέραστος στη τέχνη του και για αυτό ψώνιζαν γλυκά από το μαγαζί του Οθωμανοί πασάδες, Ρώσοι στρατιωτικοί και Εβραίοι έμποροι.
Ο ίδιος ήθελε πολύ να υπηρετήσει τον πολυχρονεμένο Μαχμούτ Β’ στην Αυλή του και έτσι βρέθηκε στη Πόλη και στο παλάτι, να ανταγωνίζεται τους καλύτερους ζαχαροπλάστες. Δεν τρόμαζε όμως. Το ήξερε ότι ήταν ο κορυφαίος όλων!
Όμως αυτό το ήξερε και ένας από τους ανταγωνιστές του. Ο μοχθηρός Νάργκις, ένας ζαχαροπλάστης από την Περσία, γνώστης της Μαύρης μαγείας και ορκισμένος εχθρός του Χατζή Μπεκίρ.

Ο ζαχαροπλάστης από τη Κασταμονή, είχε πέσει με τα μούτρα στη ζαχαροπλαστική, στο εργαστήρι που του παραχωρήσανε.
«Θα ρίξω στο καζάνι νερό, ζάχαρη και αλεύρι. Να φτιάξω μαλακή και γλυκιά ζύμη. Θα τα βράσω σε ζωμό από κίτρο και ροδόνερο για γεύση.»
Τα ανακάτεψε για ώρα μέχρι να σχηματίσουν ένα διαφανές μείγμα που κόλλαγε στα χέρια του. Στη συνέχεια πήρε ένα επίπεδο ταψί και αφού το άλειψε με αμυγδαλέλαιο, για να μην κολλήσει, έχυσε μέσα το μείγμα του. Αφότου κρύωσε, το έκοψε σε μικρές μπουκίτσες.
Πήρε μια από αυτές και την δοκίμασε.
Ήταν μαλακή όντως.
Ήταν γλυκιά σίγουρα.
Είχε μόλις δημιουργήσει το πρώτο λουκούμι.
Αλλά δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο. Δεν ήταν αυτό που θα του κέρδισε, τον πολυπόθητο τίτλο.
Αγχωμένος άφησε στην άκρη το ταψί και πήγε στην αποθήκη να ψάξει για άλλα υλικά.

Ο Νάργκις που παρακολουθούσε τον Χατζή Μπεκίρ και είχε φροντίσει να μείνει στην αφάνεια τόσες ώρες, γλίστρησε στο εργαστήρι και πήγε στο τραπέζι με το ταψί.
Πήρε και δοκίμασε ένα λουκούμι.
Ένα κύμα ευχαρίστησης γέμισε το στόμα του και ένα αίσθημα ζήλειας την ψυχή του.
«Τα κατάφερε ο τρισκατάρατος. Έφτιαξε ένα νόστιμο και μαλακό γλυκό. Δεν θα κερδίσει όμως και θα φροντίσω αμέσως για αυτό» σιγοψιθύρισε.
Σήκωσε τα χέρια ψηλά. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Ακατανόητες λέξεις έβγαιναν από τα χείλη του.
Όταν τελείωσε, γύρισε να βγει από το εργαστήριο, λέγοντας μόνο:
«Τώρα θα γίνει η ζωή δύσκολη του Χατζή Μπεκίρ.»

Ο ανυποψίαστος ζαχαροπλάστης, μπήκε μέσα στο εργαστήρι του κρατώντας κάποια βάζα με υλικά. Καθώς τα ακουμπούσε πάνω στο πάγκο, άκουσε από πίσω του μια φωνή.
«Που βρίσκομαι? Τι είναι αυτό το μέρος? Βγάλε με από εδώ?»
Γύρισε και είδε ένα λουκούμι να πηγαίνει πάνω-κάτω στο ταψί και να φωνάζει.
«Μα το μούσι του Προφήτη!! Τι είναι τούτο? Ποια δύναμη έκανε το λουκούμι να μιλά και να κινείται?»
«Άσε με να φύγω άνθρωπε!! Θα με φας όπως τον αδερφό μου!! Δεν είμαι έτοιμος να πεθάνω!!»
Τσίριξε και πήδηξε έξω από το ταψί.
«Έλα πίσω τζαναμπέτικο!!» φώναξε ο ζαχαροπλάστης και ξεκίνησε να το κυνηγάει.
Το λουκούμι χώθηκε πίσω από βάζα με μέλι και τα έριχνε από τα ράφια, σπάζοντας τα σε δεκάδες κομμάτια.
Χοροπήδαγε από ράφι σε ράφι και γκρέμιζε το ένα σκεύος μετά το άλλο.
Ο ανήμπορος Χατζή Μπεκίρ παρακολουθούσε το εργαστήρι του να διαλύεται καθώς το λουκούμι πήδαγε από ταψί σε πιάτο και τρύπωνε μέσα σε τσουβάλια, ψάχνωντας ένα τρόπο διαφυγής.

Ο σαματάς ήταν απίστευτος. Έξω από τη πόρτα είχαν μαζευτεί οι φρουροί μαζί με τους βεζίρηδες και τον Σουλτάνο. Ο θόρυβος είχε ενοχλήσει το χαρέμι του και πήγε να δει ο ίδιος τι συμβαίνει.
Η φρουρά του άνοιξε με δύναμη τις πόρτες του εργαστηρίου και αντίκρισαν τον Χατζή Μπεκίρ βουτηγμένο και λεκιασμένο με σιρόπια. Καθόταν στη μέση του χώρου, αποκαμωμένος από το κυνήγι του ζωντανού λουκουμιού.
«Τι φασαρία είναι αυτή ζαχαροπλάστη? Τι έγινε εδώ μέσα? Για να μου διαλύσεις το παλάτι ήρθες μέχρι εδώ?» φώναξε ο Μαχμούτ
«ΑΑΑΑΑΑΑ» φώναξε το λουκούμι που έχασε την ισορροπία του από το τράνταγμα της πόρτας και έπεσε μέσα σε ένα ανοιχτό σακί με ζάχαρη, δίπλα στον Σουλτάνο.
Ο Χατζή Μπεκίρ το είδε αυτό και άρπαξε την ευκαιρία.
«Πολυχρονεμένε Σουλτάνε μου, εγώ απλά ετοίμαζα το νέο σας γλύκισμα! Είναι αυτή η μπουκίτσα στα αριστερά σας.»
Ο λιχούδης Σουλτάνος, γύρισε και εντόπισε αμέσως το βουτηγμένο στη ζάχαρη λουκούμι.
Με μια αστραπιαία κίνηση βρέθηκε στη παλάμη του Μαχμούτ, λίγα εκατοστά μακριά από το ανοιχτό στόμα του.
«ΜΗΗΗΗΗΗΗΗΗ!!!!!» πρόλαβε να φωνάξει πριν γίνει μια χαψιά.
Ο ουρανίσκος του Οθωμανού μονάρχη πλημμύρισε από γεύση. Η γλώσσα του ηδονίστηκε. Αλλά κυρίως τα δόντια του παρέμεναν ανέπαφα.
Ένιωθε σαν να είχε βρει κάτι χαμένο από καιρό. Ένιωθε ευτυχία.
«Χατζή Μπεκίρ από τώρα και στο εξής σε ονομάζω Χατζή Μπεκίρ Εφέντη, αρχιζαχαροπλάστη της Αυλής μου και της Αυτοκρατορίας μου. Θα έχεις τη χαρά να με υπηρετείς και να μου φτιάχνεις λουκούμια.» φώναζε χαρούμενος.
«Τα γλυκά σου θα γίνουν γνωστά στα πέρατα της επικράτειας μου!» συνέχισε.
Τώρα ήταν η σειρά του Χατζή Μπεκίρ να νιώσει τη καρδιά του να χτυπάει δυνατά από χαρά.
Ήταν επιτέλους εκεί που πίστευε ότι άνηκε! Στη κορυφή της τάξης των ζαχαροπλαστών.
Όσο για τον Νάργκις. Αυτός παρακολουθούσε όλη αυτή την ώρα, αθέατος, τρώγοντας το καπέλο του, από τα νεύρα του.
Σίγουρα δεν ήταν ούτε γλυκό, ούτε και μαλακό!!
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου