Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Προστάτης σε δύσκολη εποχή



Άλλη μια όμορφη ιστορία που βγήκε μέσα από το παραμυθο- εργαστήρι μας στο Σεμινάριο Δημιουργίας Παραμυθιού.
Αυτή τη φορά συγγραφέας είναι η Μαρία Ρουμελιώτου που μας μεταφέρει σε μια μέρα του 1941 στην Ηρακλειά της Κατοχής...

"Προστάτης σε δύσκολη εποχή"

                                                                                            Αύγουστος του 41



   Αβιταμίνωση είπαν οι γιατροί, όταν είδαν τις πληγές σ’ολο του το σώμα. Ίσως φταίνε οι φωνές της μάνας του κάθε πρωί. ‘’Νικήτα φάε το αρανιστό* σου και τρέχα να φέρεις γάλα και χόρτα απ’το λιβάδι, τα αδέρφια σου θα ξυπνήσουν όπου να’ναι’’. Ίσως πάλι, φταίει που σιχάθηκε το γάλα. Γάλα με χόρτα. Γάλα με αλεύρι, γάλα με αυγά. ‘’Αχαριστία θα μου πουν αν με ακούσουν’’, σκέφτεται κάθε φορά που τον πιάνει το παράπονο. ‘’Να είστε χαμογελαστοί και να νιώθετε τυχεροί. Στην αθήνα οι άνθρωποι πεθαίνουν’’, ακούει τη μάνα του να τους λέει, κάθε μεσημέρι μετά τη προσευχή. Και είχε δίκιο. Δεν είναι λίγοι οι συγγενείς που επιστρέφουν στο νησί και λένε ιστορίες, που τα μικρά παιδιά δεν πρέπει ν’ακούν. ‘’Η κατοχή είναι σκληρή’’ λένε ‘’και κάνει τους ανθρώπους να ξεχνάνε ποιοι είναι’’. Ίσως πάλι, να φταίει που είναι μεγαλύτερος απ’τα αδέρφια του και η Ηρακλειά μεγάλη για τα μέτρα του.
    Μόλις βάλει λοιπόν μια μπουκιά στο στόμα του, φεύγει μ’ένα καλάθι και ένα σιχλάκι ‘’για να ζήσουν τα μωρά’’, όπως λέει η μάνα του συχνά. Ο ήλιος ήταν λάβρος αυτή την εποχή και οι αποστάσεις μεγάλες για τα μικρά του πόδια. Αλλά πρέπει να κάνει υπομονή όπως του είχε πει ο πατέρας του. ‘’Με άφησες υπεύθυνο και θα τα καταφέρω. Η Ποθητή και ο Κλεάνθης θα μεγαλώσουν, δεν θα πάθουν ότι έπαθε ο Φάνης, της Ρηνιός, στο υπόσχομαι. Πάλι καλά που έχουμε το ασύρματο στο σχολείο και μαθαίνω ότι είσαι καλά από τον δάσκαλο και παίρνω δύναμη’’. Μονολογεί καθώς προχωράει.
  Στο δρόμο λοιπόν για το λιβάδι, συνάντησε τη Ξενιώ, αγκαλιά με τον μικρό Μιχάλη, να του φωνάζει από μακριά ‘’ Έϊ Νικήτα, να προσέχει τις νεραΐδες, μην πας στα περιβόλια’’. Αλλά εκείνος ήξερε ότι οι νεραΐδες  ήταν για τους αφελείς. Οι ντόπιοι τις χρησιμοποιούσαν  για να μην τους κλέβουνε σύκα, απ’τα περιβόλια τους. Έτσι κι αλλιώς όμως είχε άλλη δουλειά. Έπρεπε να γεμίσει το καλάθι με χόρτα και το σιχλάκι με γάλα. Αλλιώς φανταζόταν να ακούει τα κλάματα των μικρών μέχρι εκεί. ‘’Και τι δεν θα έδινα να μάθω σ’αυτά τα μικρά ανθρωπάκια τι πάει να πει υπομονή’’, λέει πολλές φορές στη μάνα του και βάζουνε τα γέλια. Με δυσκολία μάζεψε τα χόρτα και το σιχλάκι σαν να του φάνηκε βαρύ. Ζαλίστηκε λίγο, αλλά είπε ότι ήταν ο ήλιος. Και τότε είδε, κάτι γυναίκες με μακριά άσπρα φορέματα και μαύρα μακριά μαλλιά να έρχονται κοντά του. Δεν λέγανε τίποτε άλλο, πέρα απ’το όνομα του και ένιωθε να τον χαϊδεύει ο αέρας, καθώς ολοένα πλησίαζαν κοντά του. Αμέσως, θυμήθηκε τη μέθη που του είχε περιγράψει ο πατέρας του ότι φέρνει το κρασί. Όταν κάθε Κυριακή έπινε στο καφενείο με τους φίλους του. Χαμογελούσε σαν να ήταν σε έκσταση, χωρίς να μπορεί ν’αντισταθεί στα χάδια τους και ένιωθε ότι τις ακολουθούσε χωρίς να νιώθει τα πόδια του. Όσο απομακρυνόταν από το Λιβάδι, τόσο ένιωθε τις πληγές του να τον πονούν. Το ευχάριστο συναίσθημα έφευγε και στη θέση του ερχόταν ο πόνος και η απελπισία. ‘’Μακάρι να ήσουν εδώ, να πολεμούσες για μένα, να με πήγαινε σπίτι ασφαλή’’ έλεγε, ενώ δάκρια πότιζαν την άμμο που πατούσε . Σαν να τον άκουσε ο θεός και τον λυπήθηκε, βρέθηκε μόνος πάνω από μια σπείρα. Ένα σημάδι στη γη, που έλεγαν οι παλιοί ότι εκεί έθαβαν τους θησαυρούς τους οι πειρατές. Ίσως ήταν και το σημάδι που έδιωξε τις νεραΐδες, έλεγαν ότι ήταν μαγικό. Βρήκε μια πέτρα και άρχισε να σκάβει με όση δύναμη του είχε απομείνει. Μετά από λίγο άρχισε να φαίνεται το στόμιο από ένα γυάλινο μπουκάλι. Τότε ήταν που έσκαβε με μανία και ας τον πόναγε όλο του το κορμί. Ήθελε να δει τι ήταν τόσο σημαντικό που αναγκάστηκαν να το θάψουν. Όταν έβγαλε το μπουκάλι με το πράσινο υγρό, δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του.  Έβαλε λίγο λάδι στο στόμα του και λιποθύμησε. ‘’Αβιταμίνωση μου είπαν  πατέρα’’, έγραφε σ’ένα μουσκεμένο χαρτί το επόμενο πρωί, λίγο πριν πάρει τον δρόμο για το λιβάδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου