Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Η Περιπέτεια ενός Συριανού Λουκουμιού Μαστίχα (Ένα αριστοκρατικό λουκούμι!)





Νομίζω ότι θα πρέπει να απευθυνθούμε στους παρασκευαστές λουκουμιών στη Σύρο και αν εκδώσουμε τις ιστορίες σε βιβλίο. Η μια είναι καλύτερη από την άλλη.
Αυτή τη φορά παίρνει τη σκυτάλη η Ελένη Πεταλά.
Όλες οι ιστορίες γράφτηκαν από τους μαθητές του Σεμιναρίου Δημιουργίας Παραμυθιού που στις 19 Νοεμβρίου ξεκινά το νέο του ταξίδι.
Το θέμα που έπερεπε να αναπτυθχθεί ήταν

‘’Η περιπέτεια ενός Συριανού λουκουμιού που δεν ήθελε να το φάνε’’

Μπορείτε να διαβάσετε και την πρώτη ιστορία εδώ και τη δεύτερη εδώ


Περισσότερα λουκούμια ...προσεχώς!

‘’Η περιπέτεια ενός Συριανού λουκουμιού που δεν ήθελε να το φάνε’’

Γλυκοχάραζε σιγά σιγά στο πανέμορφο νησί της Σύρου.. Τα πορτοκαλί χρώματα του ουρανού σκορπούσαν μια χαρούμενη αύρα και έδιναν την αίσθηση ότι κάτι πολύ όμορφο επρόκειτο να συμβεί. Και πράγματι, ξημέρωνε η περίφημη γιορτή του Λουκουμιού!

Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, όλοι οι λουκουμοποιοί του νησιού έβαζαν τα δυνατά τους για να φτιάξουν τα καλύτερα Συριανά λουκούμια που είχαν φτιάξει ποτέ! Το λιμάνι του νησιού γέμιζε με πάγκους, τους οποίους στόλιζαν τα πολύχρωμα λουκούμια. Κοντά τους, θα έβρισκε κανείς και χαλβαδόπιτες, μέλι, τυριά αλλά και το περίφημο αλλαντικό ‘’λούζα’’. Η παραδοσιακή μουσική της Σύρου ξεχυνόταν από τα όργανα των ντόπιων μουσικών, καλώντας τους Συριανούς να σύρουν τον χορό.

Όλοι οι κάτοικοι του νησιού, μικροί και μεγάλοι, που κάθε χρόνο περιμένουν με ανυπομονησία αυτήν την ημέρα, είχαν κατέβει στο λιμάνι, φορώντας τα καλά τους. Μεγάλη γιορτή βλέπεις η γιορτή του Λουκουμιού! Κόσμος από τα κοντινά νησιά κατέφθανε συνεχώς, περαστικοί ταξιδιώτες σταματούσαν εντυπωσιασμένοι. Όλη η ατμόσφαιρα, μια γιορτή!

Και τα λουκούμια, που φυσικά είχαν την τιμητική τους εκείνη την ημέρα, έδειχναν αρχοντικά και μεγαλοπρεπή. Τα χρώματά τους ήταν τόσο ζωντανά, σαν να ξεπήδησαν από πίνακα ζωγραφικής. Περήφανα, είχαν φορέσει  τον πλούσιο σε ζάχαρη άχνη κατάλευκο μανδύα τους, που φορούσαν μόνο σε τέτοιες περιστάσεις και στέκονταν όλο καμάρι στους πάγκους των δημιουργών τους. Έτοιμα για να δοκιμαστούν επί τόπου από τους περαστικούς, να αγοραστούν και στην συνέχεια να φαγωθούν. Όλες οι οικογένειες των λουκουμιών, ένιωθαν μεγάλη συγκίνηση εκείνη την ημέρα και δεν έβλεπαν την ώρα, να χαρίσουν την μοναδική απόλαυση της γεύσης τους στον ουρανίσκο του περαστικού που θα τις αγόραζε.

Πρώτη και καλύτερη η οικογένεια Τριαντάφυλλο, η πιο αριστοκρατική όλων. Με τους ευγενείς τρόπους της, περίμενε υπομονετικά και με αξιοπρέπεια, να πραγματοποιήσει τον σκοπό της. Η πολυπόθητη στιγμή βέβαια δεν αργούσε να έρθει, αφού η οικογένεια αυτή ήταν αγαπητή από τους ανθρώπους.

Έπειτα η οικογένεια Περγαμόντο, μια οικογένεια κοσμογυρισμένη, όλο χάρη και υπερηφάνεια. Μπορούσε να σου διηγηθεί τόσες ιστορίες από τα ταξίδια της, να σου μεταφέρει τόσες εικόνες. Εξίσου αγαπητή από τους ανθρώπους, πραγματοποιούσε με ευχαρίστηση, τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε.

Και τέλος, η οικογένεια Μαστίχα, μια οικογένεια της λαϊκής τάξης, εργατική, ζυμωμένη με την ζωή, αλλά και πολύ φιλοσοφημένη. Περίμενε και εκείνη υπομονετικά να πραγματοποιήσει τον σκοπό της. Σε αυτήν την οικογένεια όμως, υπήρχε ένα λουκούμι που φίλοι και συγγενείς τον αποκαλούσαν ‘’αντάρτη’’. Αυτό το λουκούμι, δεν ήθελε για κανέναν λόγο να δεχτεί ότι ο τελικός προορισμός του ήταν να φαγωθεί από τον άνθρωπο. ‘’Για αυτό γεννηθήκαμε παιδί μου’’, προσπαθούσε μάταια να του εξηγήσει η μάνα του, ‘’για να χαρίζουμε απόλαυση στους ανθρώπους. Αυτή είναι η αποστολή μας. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση από αυτήν’’.

‘’Μα δεν σε καταλαβαίνω πραγματικά. Τόσα χρόνια είσαι φίλος μου και δεν μπορώ να καταλάβω τι έχεις πάθει. Γιατί αρνείσαι να δεχτείς την ίδια μας την φύση; Εσύ, που είσαι το πιο σκεπτόμενο λουκούμι από όλα τα λουκούμια που γνωρίζω!’’, προσπαθούσε επίσης μάταια να τον μεταπείσει ο καλύτερός του φίλος.

‘’Μα ακριβώς επειδή είμαι σκεπτόμενο λουκούμι, δεν θέλω να καταλήξω στον ουρανίσκο κανενός! Αρνούμαι να δεχτώ ότι ήρθα σε αυτήν την ζωή μόνο και μόνο για να χαρίσω κάποια απόλαυση δευτερολέπτων σε κάποιον που τελικά δεν πρόκειται να εκτιμήσει την ομορφιά μου, ούτε την εξωτερική ούτε την εσωτερική. Αφού αμέσως θα καταβροχθίσει το επόμενο λουκούμι και θα νιώσει όπως ακριβώς ένιωσε και όταν καταβρόχθισε εμένα! Καμία διαφορά! Ας καταβροχθίσει λοιπόν τα λουκούμια που επιθυμούν να μείνουν πιστά σε αυτόν τον σκοπό!’’

Ο φίλος του ξεφύσησε αγανακτισμένος.

‘’Εγώ όπως στο έχω ξαναπεί, έχω άλλα όνειρα για την ζωή μου. Θέλω να γυρίσω τον κόσμο, να σπουδάσω, να γνωρίσω και άλλα λουκούμια από άλλους πολιτισμούς, να γεμίσω εμπειρίες!’’

‘’Τι να σου πω, εσύ δεν παίρνεις από λόγια.. Και έτσι όπως πας, θα το φας το κεφάλι σου’’, απάντησε ο φίλος του απογοητευμένος.

‘’Μαμά να πάρουμε αυτά τα λουκούμια;’’, ρώτησε η Άννα την μαμά της δείχνοντας την παρέα της οικογένειας Μαστίχα.

‘’Όχι, όχι, φύγετε μακριά. Εγώ έχω άλλα σχέδια για την ζωή! Να φύγετε!’’, αναφώνησε το λουκούμι.

‘’Όχι και άλλα Άννα μου. Έχουμε πάρει ήδη αρκετά. Του χρόνου πάλι!’’, απάντησε η μαμά και τράβηξε την μικρή Άννα από τον πάγκο.

‘’Ουφφφ’’ ξεφύσησε ανακουφισμένο, το λουκούμι που δεν ήθελε να φαγωθεί.

Είχε πια βραδιάσει για τα καλά και η γιορτή είχε τελειώσει. Οι λουκουμοποιοί  μάζευαν τους πάγκους τους και τα λουκούμια που δεν είχαν αγοραστεί, για να τα τοποθετήσουν στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων τους.

Την επόμενη μέρα, ένας επισκέπτης, μπήκε στο ζαχαροπλαστείο όπου έμενε ‘’ο αντάρτης’’ με την οικογένειά του και παρατηρούσε την βιτρίνα με τα λουκούμια. ‘’Καλημέρα’’ είπε ο κυρ-Αντώνης που είχε το ζαχαροπλαστείο. ‘’Μπορώ να σας βοηθήσω;’’

‘’Καλημέρα’’, απάντησε ο επισκέπτης. ‘’Ξέρετε, είμαι περαστικός. Απόψε επιστρέφω στο Παρίσι, όπου μένω με την οικογένειά μου και σκέφτομαι να πάρω ένα κουτί λουκούμια για την κόρη μου. Της αρέσουν πολύ.’’

‘’Παρίσι??? Το ακούσατε αυτό παιδιά? Είπε Παρίσι? Εμένα να πάρεις, εμένα σε παρακαλώ! Είμαι ο πιο ανοιχτόμυαλος από όλους, είμαι ο μόνος που επιθυμώ διακαώς να γνωρίσω άλλους πολιτισμούς’’, χοροπηδούσε και ξεφώνιζε ‘’ο αντάρτης΄’’. Οι υπόλοιποι τον κοιτούσαν σιωπηλοί και αγανακτισμένοι, όπως πάντα.

‘’Νομίζω πως θα πάρω αυτά τα δύο κουτιά’’, είπε ο επισκέπτης και έδειξε το κουτί Τριαντάφυλλο και το κουτί Μαστίχα.

‘’Δεν το πιστεύω! Επιτέλους θα δικαιωθώ! Θα ταξιδέψω, θα κάνω νέους παριζιάνικους φίλους, θα αποκτήσω εμπειρίες! Παρίσι σου’ρχομαι!’’, ούρλιαζε ενθουσιασμένο και εκτός ελέγχου από την χαρά του, το λουκούμι που δεν ήθελε να φαγωθεί.

Και έτσι οι δύο οικογένειες ταξίδεψαν και έφτασαν στο Παρίσι. Μόλις έφτασαν στο σπίτι, η κόρη ρίχτηκε χαρούμενη στην αγκαλιά του μπαμπά της για να τον υποδεχτεί.

‘’Σου έφερα ένα δώρο που θα σου αρέσει πολύ’’, είπε ο μπαμπάς και της έδωσε τα δύο πακέτα με τα λουκούμια.

‘’Λουκούμια!’’ αναφώνησε η μικρή όλα χαρά και άνοιξε αμέσως το κουτί που φιλοξενούσε την οικογένεια Μαστίχα.

‘’Εμένα, εμένα να πάρεις!’’ αναφώνησε το γνωστό μας λουκούμι. ‘’Θέλω πολύ να μου γνωρίσεις τον κόσμο, να ανταλλάξουμε εμπειρίες, να μάθω καινούρια πράγματα!’’

Και η μικρή διάλεξε πράγματι αυτό το λουκούμι, έτοιμη να το βάλει στο στόμα της. ‘’Όχι, μηηη!! Δεν είμαι προορισμένος για αυτόν τον σκοπό! Είμαι διαφορετικό λουκούμι εγώ!’’ Την στιγμή εκείνη ο σκύλος της ο Σεφ, που στεκόταν δίπλα της, γάβγισε κουνώντας ανυπόμονα την ουρά του. Η μικρή τον κοίταξε και χαμογέλασε: ‘’Αν και τα σκυλιά δεν κάνει να τρώνε γλυκά, ορίστε Σεφ. Θα σου χαρίσω την πρώτη μου μπουκιά’’ .

‘’Όχι, όχι σε σκύλο, αυτό είναι κατάντια!!’’, πρόλαβε να αναφωνήσει ‘’ο αντάρτης’’ πριν βρεθεί στον ουρανίσκο του σκύλου.

΄΄Τελικά αποφάσισα να διαλέξω από τα άλλα λουκούμια’’, είπε η  μικρή κλείνοντας το κουτί με την οικογένεια Μάστιχα και ανοίγοντας το άλλο, με την οικογένεια Τριαντάφυλλο.

Τα υπόλοιπα λουκούμια της οικογένειας Μαστίχα, έμειναν στο κουτί να χασκογελούν με τον φίλο τους. Που αντί για τις γνωριμίες με άλλα λουκούμια και πολιτισμούς, γνώρισε τον ουρανίσκο ενός σκύλου από το Παρίσι!








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου