Σάββατο 3 Ιουνίου 2023

Οι περιπέτειες στη μαγική χώρα

 


Οι περιπέτειες στη μαγική χώρα

Συγγραφή ομαδικού παραμυθιού από τη Δ1 τάξη - 106o Δημοτικό Σχολείο Αθηνών

Μια φορά και ένα καιρό σε μια χώρα μαγική υπήρχαν δυο δράκοι της Κίνας: ένας δράκος της φωτιάς και ένας του νερού. Κι όταν ο δράκος της φωτιάς έμπαινε σ’ ένα σπίτι ή εστιατόριο, φώτιζε το δωμάτιο ή το εστιατόριο. Και ο δράκος του νερού, όταν πήγαινε κάπου που είχε νερό, το νερό πήγαινε στον δράκο του νερού. Γι’ αυτό όλοι οι άνθρωποι τους φοβούνταν. Μόνο τα παιδιά δεν φοβούνται  τους δράκους.

 



Μια μέρα οι δυο δράκοι πήγαν σ’ ένα αγόρι. Το αγόρι δεν έτρεξε να φύγει μακριά όπως τα άλλα παιδιά και ο δράκος του νερού το ρώτησε:

«Θέλεις να έρθεις στο σπίτι μου, που είναι πολύ βαθιά μέσα στο νερό;».

«Ναι», είπε το αγόρι.

Ο δράκος της φωτιάς το ρώτησε:

«Θέλεις να πας στο σπίτι μου που είναι πολύ μακριά σε ένα βουνό γεμάτο φωτιά;».

«Ναι, αλλά πρώτα θα πάω με τον δράκο του νερού», του απάντησε το αγοράκι.

«Όμως θα ‘ρθεις και στο βουνό μαζί μου, στο ηφαίστειο», του λέει ο δράκος της φωτιάς.

«Εντάξει, μετά όμως. Ναι;».

Στην ίδια μαγική χώρα όπου συνέβαιναν γεγονότα μαγικά, αστεία ή θλιβερά, βρισκόταν ένας πρίγκηπας. Ο πρίγκηπας υποχρεώθηκε να κάτσει σ’ ένα παγκάκι κι ένας περαστικός τον κοίταξε και γέλασε χαιρέκακα.

 



 

Σ’ ένα άλλο μέρος της πόλης την ίδια ώρα ο Μικρός Πρίγκηπας μαγείρευε στην κουζίνα του ωραίο φαγητό για το Πάσχα. Μετά πήγε και αγόρασε μια λαμπάδα. Έπειτα επέστρεψε στο σπίτι του και περίμενε την Ανάσταση με σβησμένα φώτα.

Σε κάποιο χωριό της μαγικής χώρας, μια νεράιδα είχε πρωτόγνωρα πεισμώσει, επειδή της είχε χαλάσει το αλεύρι και δεν μπόρεσε να ζυμώσει ψωμί. Τότε ένα άλογο πήγε στο σπίτι της και χτύπησε το κουδούνι. Προσπάθησε να πάει στο σαλόνι αλλά το σπίτι ήταν φτιαγμένο από φωτιά, αφού ήταν της νεράιδας. Το άλογο αμέσως βγήκε από το σπίτι. Ήταν άνοιξη και όλα ήταν ανθισμένα.

Πολύ μακριά από εκεί, μια πριγκίπισσα πήγε σε μια σχολή για αγελάδες. Πέρασε εξαίρετα και από τα γέλια που έκανε υγράνθηκαν τα μάτια της. Όμως μετά από λίγο της κόπηκαν τα γέλια, όταν σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και είδε ότι κάποιοι άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα σ’ ένα αερόστατο, πυροβολούσαν έναν φοβερό στόχο: έναν τεράστιο αετό.

Στην πρωτεύουσα της μαγικής χώρας, ο καλός Τιραμόλα καθόταν σε μια πολυθρόνα. Όταν πήγε να σηκωθεί, πληγώθηκε από ένα καρφί. Η γυναίκα του έτρεξε κοντά του και του είπε τρυφερά: «Είσαι καλά άντρα μου;».

Πονούσε ο καημένος ο Τιραμόλα και βγήκε μια βόλτα. Εκεί που περπατούσε, τι βλέπει;  Ένα κοάλα να μπαίνει σ’ ένα κατάστημα με φωτιστικά για να ψωνίσει. Μπαίνοντας έσπασε την πόρτα κατά λάθος. Καθώς πήγαινε μέχρι το γραφείο του καταστηματάρχη έσπασε και αυτό. Τότε όλος ο τόπος γέμισε μελάνι. Ο άνθρωπος έβαλε τις φωνές:

«Ε! Γιατί χάλασες το κατάστημά μου;».

Το κοάλα έφυγε τρέχοντας. Φυσικά ο Τιραμόλα γέλασε με την καρδιά του και ξέχασε τον πόνο του.

Σε έναν άλλο δρόμο της πόλης, ο Donald Duck έριξε πάνω του μια μαγική ζακέτα και αναρωτήθηκε αν όλα αυτά που έβλεπε γύρω του ήταν αληθινά ή όχι.



Καθώς περπατούσε, ένας εγκληματίας έπιασε τον Donald και του έδωσε ένα γράμμα το οποίο έλεγε πως η αγαπημένη του Daisy είχε πεθάνει. Ο  Donald άρχισε να κλαίει τόσο πολύ, ώστε κατέληξε να μιλάει τραυλά από τα αναφιλητά. Μετά από ώρα ο εγκληματίας τον φίμωσε για να μην τον ακούει, τράβηξε τη μάσκα που φορούσε και αποκάλυψε πως ήταν τελικά η Daisy! Γέλασαν πολύ και οι δύο. Η Daisy, για να τον κάνει να γελάσει ακόμα πιο πολύ, του είπε για το πάθημα της Κλάραμπελ. 



 Μια νύχτα που η Κλάραμπελ κοιμόταν, έβλεπε στο όνειρό της ότι μύριζε ένα λουλούδι. Ξύπνησε απότομα και πετάχτηκε από το κρεβάτι της. Τότε είδε πως βρισκόταν σε μια μεγάλη γέφυρα μέσα στο δάσος. Επειδή ήταν φοβητσιάρα, ούρλιαξε. Φοβόταν πολύ! Ξαφνικά ακούστηκε ένα «μπουμ» και γύρισε πίσω στο κρεβάτι της.

Ενώ γελούσαν ο Donald και η Daisy, συνάντησαν τον Σεραφίνο. Εκείνος τους είπε πως είχε πάει σ’ ένα νησί που το χαρακτήρισε μέτριο, δεν του άρεσε και πολύ. Τον συμβούλεψαν την άλλη φορά να διαλέξει πιο προσεκτικά τον προορισμό του ταξιδιού του.

Εγώ όμως έχω άλλη στενοχώρια. Όταν είχα πάει στη μαγική χώρα, συνάντησα τους επτά νάνους. Τους βάπτισα με άλλα ονόματα και έφυγα. Μετά από δυο χρόνια που πήγα να τους ξαναδώ, τους βρήκα όλους σκοτωμένους.

 



 

Από τη λύπη μου έριξα κατά λάθος ασημόσκονη στα μαλλιά μου, που μετά δεν έφευγε με τίποτα! Για να ξεχαστώ, άρχισα να διαβάζω κάθε μέρα από ένα διαφορετικό παραμύθι.

Γιατί τελικά, δεν έχουν όλα τα παραμύθια καλό τέλος. Έτσι είναι!

 



 

Εκπαιδευτικός: Αναστασία Ν. Μαργέτη

Συγγραφική ομάδα: Όλοι οι μαθητές της Δ1 τάξης του 106ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου