Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Η Παραμυθοκουζίνα κλείνει τα τέσσερα και θυμάται -μέρος πρώτον

25 Οκτωβρίου του 2011, η Παραμυθοκουζίνα ξεκίνησε το ταξίδι της στον κόσμο και στο διαδίκτυο. Νονοί και ιδρυτές της η Στεφανία Βελδεμίρη από τη Θεσσαλονίκη και ο Κώστας Στοφόρος από την Αθήνα.
Η πρώτη στάση της ήταν στο Θησείο.
Η Στεφανία ζωγράφισε μια χειροποίητη τράπουλα, αυτήν εδώ:



Η τράπουλα έφτασε στην Αθήνα, περπάτησε ως το Θησείο και προσγειώθηκε στο "Τέχνης Βήματα" του Γιάννη Μαθιουδάκη. Εκεί με μια όμορφη παρέα άρχισαν να φτιάχνοντια τα πρώτα παραμύθια της Παραμυθοκουζίνας.

Το πρώτο παραμύθι που δημοσιεύτηκε ήταν της της Αναστασίας Κολλινιάτη, που πήγαινε τότε στην 5η Δημοτικού...

Περιπέτεια στην αρχαία Αθήνα



Ένα πρωινό ξύπνησα και όλα γύρω μου είχαν αλλάξει. Βρισκόμουνα σε μια άλλη εποχή! Έκπληκτη βγήκα στο δρόμο και τότε είδα την Αθήνα έτσι όπως ήταν παλαιά. Μετά βγήκα στο δρόμο εκεί υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που μιλούσαν. Ξαφνικά είδα τον Περικλή. Είχε ένα κράνος, μελαχρινά μαλλιά και φορούσε έναν άσπρο μανδύα και σανδάλια και κατευθύνονταν προς τα κάπου. Τον ακολούθησα. Μια στιγμή διέκρινα πάνω από το κεφάλι του τον ιερό ναό της Ακρόπολης, συνέχισα να τον ακολουθώ μέχρι που σταμάτησε.

Εκεί ήταν κάτι σαν παζάρι. Είδα πολλούς ανθρώπους που φώναζαν και μιλούσαν μεταξύ τους. Στη μέση της αγοράς ήταν πολλοί κίονες μαζεμένοι. Τότε έτρεξα να προλάβω τον Περικλή και τότε του είπα.

Εγώ: Εσύ δεν είσαι ο Περικλής ο πρώτος πολίτης;
Περικλής: Είμαι και πολύ καλός ρήτορας. Μου λέει. Πως σε λένε;
Εγώ: Αναστασία!
Περπατούσαμε και συζητούσαμε μέχρι που ανεβήκαμε στο λόφο της Ακρόπολης λίγο πιο εκεί στην Πνηκα. Από ένα σημείο και μετά μου είπε πως δεν μπορώ να πάω στην Εκκλησία του Δήμου.

Εγώ τότε στενοχωρήθηκα! Εκείνος όμως μου λέει σε πέντε λεπτά θα αρχίσει η συζήτηση. Εγώ πήγα στα γρήγορα γρήγορα πίσω στην αγορά και πήρα περούκες και μανδύες και καλά σανδάλια. Έφτασα ακριβώς πέντε λεπτά μετά από τότε που μου είπε ο Περικλής. Εκεί στην είσοδο ήταν πολύ άντρες. Μπαίνω και εγώ μέσα. Αρχίσανε όλοι να συζητάνε και να κουτσομπολεύουν για τα προβλήματα της κοινωνίας. Στην μέση του κουτσομπολιού, ακούγεται ένας πάρα πολύ δυνατός ήχος και η γη κουνήθηκε ελαφρά. Ο Περικλής παρακάλεσε όλους να φύγουν. Όταν έφευγαν στην έξοδο πήγα λίγο στα δέντρα και εκεί έβγαλα την περούκα και το μανδύα. Μετά έκανα τον κύκλο και πέρασα μπροστά από την ομάδα οπού εκεί άρχισα να κουτσομπολεύω με τον Περικλή. Συζητούσαμε τι ήταν αυτό το βουητό. Κατεβηκαμε στην αγορά μετά κοιτάζαμε τι ήταν αυτός ο θόρυβος και άμα είχε γίνει ζημιά στα έργα της Ακρόπολης. Στην Ακρόπολη όλα είχαν καταρρεύσει ευτυχώς ήταν όλοι απέξω και δεν πέθαιναν. Όμως είχε γίνει μεγάλη ζημιά. Γιατί όταν έπεσε κάτω η οροφή της Ακρόπολης έγινε κατολίσθηση και είχαν πέσει μεγάλοι βράχοι αλλά και σπασμένα κομμάτια κιόνων. Μετά εγώ και ο Περικλής τρέξαμε να βρούμε τον Ευκλείδη και το Φειδία. Έπειτα τρέξαμε όλοι στην Ακρόπολη, ήταν σαν αχούρι και ήταν εγκαταλειμμένη. Εγώ έβγαλα την φωτογραφική μηχανή και τράβηξα φωτογραφίες και βίντεο. Ο Ευκλείδης φώναζε να πάμε να φέρουμε τον Αρχιμήδη ίσως μπορούσε να μας βοηθήσει να φέρουμε πάνω τα μαρμαρά και τα σπασμένα να μπορέσουμε να τα επεξεργαστούμε. Ο Ευκλείδης έτρεξε στην αγορά εγώ πήγα κάτω στα μάρμαρα και τα ακούμπησα. Πήρα ένα μικρό κομμάτι και το έβαλα στην τσάντα μου . Μετά εμφανίστηκε ο Αρχιμήδης με τον Ευκλείδη και ο Περικλής. Μαζί οι τέσσερεις απήγαμε σπίτι και φάγαμε σουβλάκι. Εκεί που μασουλάγαμε μου ήρθε μια ιδέα πώς να μεταφέρουμε τα μάρμαρα. Τότε φώναξα:


Εγώ: Ξερώ τι θα κάνουμε.
Αρχιμήδης: Τι;
Εγώ: Θα τα σύρουμε, τα μάρμαρα με ξύλα από κάτω μέχρι την κορυφή.
Περικλής: και τι θα τα κάνεις τα ξύλα όταν τελειώσεις;
Εγώ: Θα φτιάξετε πλοία!
Ευκλείδης: Τέλεια ιδέα!

Δυστυχώς νύχτωσε και εγώ πήγα σπίτι μου. Στο δρόμο έβγαλα πολλές φωτογραφίες και βίντεο. Μετά κοιμήθηκα. Το επόμενο πρωί έτρεξα προς την Εκκλησία του δήμου. Έβαλα την περούκα και τον μανδύα. Λίγο πριν τελειώσει η Εκκλησία του Δήμου βγήκα και πήγα παντού στον ιερό λόφο της Ακρόπολης. Εκεί μου είπε ένας εργάτης να κάνω άκρη γιατί τα έργα για να μεταφερθούν τα μάρμαρα είχαν ήδη αρχίσει. Εγώ έτρεξα στο εργοτάξιο για να βρω τον Περικλή. Εκεί έβγαλα φωτογραφίες και βίντεο. Ο Περικλής μου έδωσε λίγα αρχαία νομίσματα εγώ τα έβαλα στην τσάντα και έφυγα. Στο σπίτι μου ονειρεύτηκα ότι είχα γυρίσει πάλι στην σύγχρονη Αθήνα. Όλα στην τσάντα μου είχαν διατηρηθεί. Έτρεξα στο μουσείο της Ακρόπολη οπού παρέδωσα όλες της φωτογραφίες που είχα βγάλει και τα νομίσματα.

-----------------------------------------------------------------------------------------
Από  την Αθήνα, η Παραμυθοκουζίνα πήγε στη Θεσσαλονίκη  και στο ...μυστικό εργαστήρι της Στεφανίας γεννήθηκαν νέα παραμύθια, όπως η "Περιπέτεια στον Παρελθώνα", η "Ιστορία μιας κολοκύθας και άλλα:






...Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου