Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

Οι περιπέτειες του Ζαμπαντή: Ο Ζαμπαντής και τα τέρατα

 Με το εργαστήρι της "Παραμυθοκουζίνας" στο 1ο Δημοτικό Σχολείο του Παπάγου ξεκινήσαμε μια σειρά περιπετειών με ήρωα τον Ζαμπαντή. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το 1ο επεισόδιο με τον τίτλο "Ο Ζαμπαντής και το μαγεμένο φαγητό" ή αλλιώς "Ο Ζαμπαντης και οι πειρατές". Ακολουθεί το 2ο επεισόδιο: "Ο Ζαμπαντής και τα τέρατα".



Στο μεταξύ έχουμε και το τραγούδι από ένα άλλο επεισόδιο: "Ο Ζαμπαντής και το τιρκουάζ τριαντάφυλλο"

Δημιουργοί και εικονογράφοι οι:

Άγγελος Διαμαντόπουλος

Βασίλης Διαμαντόπουλος

Σέσποινα Κάντζαρη

Μυρτώ Μαθιουδάκη

Αντώνης Ρόμπος

O Zαμπαντής και τα τέρατα



...Λίγες μέρες αργότερα, ο Ζαμπαντής επισκέφθηκε ένα πάρκο στο κέντρο της πόλης όπου κατοικούσε. Ήταν  απίστευτο το πόσος κόσμος βρισκόταν εκεί. Έλεγαν  πως διαδραματιζόταν μία σημαντική συνάντηση. O Ζαμπαντής προσπαθούσε απεγνωσμένα να ακούσει τι συνέβαινε. Αλλά, το κατάλαβε με ένα διαφορετικό τρόπο. Άκουσε έναν περίεργο ήχο από πίσω του, σαν κάτι να χύνεται. Γύρισε και είδε ένα πράσινο μεγαλόσωμο τέρας που κρατούσε ένα κούφιο κλαδί. Και ποιος άλλος να ήταν, παρά ο Βασίλης ο Μούχλας. Ήταν πάντοτε ο πιο άτακτος από όλα τ’ άλλα τέρατα της περιοχής.

Δυο φορές τον χρόνο πήγαινε σε πάρκα και σε δημόσιους χώρους κρατώντας το κούφιο κλαδί του. Όμως τον τελευταίο καιρό εμφανιζόταν όλο και πιο συχνά, σκορπώντας μούχλα οπουδήποτε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι της πόλης ν’ ανησυχήσουν και να προσπαθήσουν να προειδοποιήσουν κατοίκους και άλλων πόλεων. Αλλά πρώτα έπρεπε να βρουν μια δραστική λύση για την καθαριότητα της περιοχής τους από τη αποκρουστική μούχλα.



Ο Ζαμπαντής κοίταξε γύρω του μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια. Όλοι στην συγκέντρωση ήταν τώρα πανικοβλημένοι. Παιδιά που κατέβαιναν βιαστικά απ’ τις κούνιες, γονείς που έπιαναν απ’ το χέρι τα μικρά παιδιά τους για να φύγουν όσο πιο γρήγορα γινόταν, κοπέλες με τσάντες από ψώνια που φοβούνταν μήπως λερωθούν τα μαλλιά ή τα ρούχα τους... Αντιθέτως, υπήρχε ένα γεγονός που επαναλαμβανόταν απαράλλαχτο, σαν κανόνας: Όποιος προσπαθούσε να νικήσει το τέρας, πλημμύριζε από μούχλα.

Για αυτόν τον λόγο και ο ίδιος  ακολούθησε τον πιο ασφαλή δρόμο, να τρέξει ταχύτατα ως το σπίτι του. Κι ας εγκατέλειπε το πάρκο. Θα το επισκεπτόταν αργότερα, μία πιο ήσυχη στιγμή, μια πιο λαμπρή μέρα. Όμως ακόμη, δεν είχε γλιτώσει εντελώς απ’ τον Βασίλη τον Μούχλα. Την επόμενη μέρα, μόλις άνοιξε την βρύση της κουζίνας του, ένα περίεργο πράσινο υγρό άρχισε να κυλάει, αντί για νερό. Ήταν αρκετά πηχτό και μούσκεψε όλο το δωμάτιο. Ακόμη και όταν έκλεισε την βρύση, η μούχλα συνέχισε να σκορπίζεται και να κολλάει στους τοίχους. Τότε επίσης, ξεπρόβαλε το τέρας. Και αυτό σήμαινε μια τεράστια μάχη καθαριότητας και βρωμιάς.

-         Τι θα κάνεις τώρα; ρώτησε το τέρας γελώντας.

-         Αυτό που φοβάσαι περισσότερο. Θα σκεπάσω τη μούχλα σου με σαπούνι και νερό.

-         Ώσπου να βρεις μια βρύση με καθαρό νερό, θα έχω βρωμίσει όλο το σπίτι σου, αυτό που εσύ φοβάσαι.

-         Δεν χρειάζομαι νερό, έχω και οινόπνευμα. απάντησε ο Ζαμπαντής.

Χωρίς να χάσει διόλου χρόνο, έτρεξε και έφερε τα δύο απαραίτητα αντικείμενα. Η μούχλα σιγά- σιγά μαζεύτηκε και τελικά χάθηκε μέσα στις σαπουνόφουσκες. Το τέρας βρέθηκε στο πάτωμα. Τα μάτια του έκλειναν.

-         Κατάφερες να με νικήσεις, αυτό ωστόσο δεν σημαίνει πως τελείωσες με εμάς. Μην πεις πως δεν σε προειδοποίησα. ψιθύρισε την τελευταία του φράση.

Ο Ζαμπαντής αρχικά δεν πίστεψε τα λόγια του Μούχλα. Αλλά έναν μήνα μετά ένα νέο πλάσμα βρέθηκε σε εκείνη την πόλη για να πανικοβάλλει ξανά τους κατοίκους, αυτή τη φορά ήταν τριπλάσιο σε μέγεθος απ’ τον Βασίλη Μούχλα. «Μην πεις πως δεν σε προειδοποίησα.» Αυτές οι λέξεις χόρευαν στο μυαλό του Ζαμπαντή. Ο Βασίλης Μούχλας είχε δίκιο.

 Το τέρας αυτό, προτού επισκεφθεί τους κατοίκους και λεκιάσει οτιδήποτε βρισκόταν γύρω του, περιπλανήθηκε στο έρημο πάρκο. Δεν έμελλε όμως να μείνει έρημο για πολύ. Μια τερατίνα βρέθηκε να τον ακολουθεί κρυφά. Τη λέγανε Μίλα Μουχλίτα και λάτρευε τις λάσπες και τις βρομιές όπως κι εκείνος. Αυτή η συνάντηση τελικά εξελίχθηκε σε ρομαντικό ειδύλλιο. Μέρες αργότερα, ο δήμαρχος της πόλης έστειλε τον Ζαμπαντή σε μία ανέφικτη αποστολή: Να εντοπίσει το τέρας όσο βρίσκεται στην πελώρια σπηλιά του και να το παγιδεύσει ώστε να μην προλάβει να προκαλέσει την εκκένωση και άλλων περιοχών εξαιτίας της μούχλας. Φυσικά, δε γνώριζε πως τα τέρατα ήταν δύο και είχαν εδώ και καιρό εγκαταλείψει τη σπηλιά επειδή ήταν φανερή στους ανθρώπους και κυρίως στους επίδοξους κυνηγούς τους.



Ο Ζαμπαντής έσπευσε να πραγματοποιήσει την εντολή του δημάρχου. Έτρεχε μέσα στο λιοπύρι για αμέτρητη ώρα ώστε να εντοπίσει και να εξερευνήσει τη σπηλιά. Όταν επιτέλους έφτασε εκεί, μπήκε μέσα προσεκτικά ψηλαφίζοντας τα τοιχώματα μήπως και χαθεί μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Συνέχισε να βαδίζει αργά και μακρόσυρτα, και το κάθε βήμα του τον έφερνε πιο κοντά στο άγνωστο. Και η ώρα περνούσε…

Κάποια στιγμή ο Ζαμπαντής συνειδητοποίησε πως ήταν ολομόναχος στη σπηλιά και πως μάταια αναζητούσε τα τέρατα. Γύρισε στο δήμαρχο με σκυμμένο το κεφάλι από την απογοήτευση. Εκείνος δε δεχόταν συζήτηση. Έδιωξε οργισμένος τον Ζαμπαντή λέγοντας πως είναι ανίκανος. Εν τω μεταξύ, στο πολυπόθητο για τη μούχλα πάρκο, οργανωνόταν γάμος μεταξύ του Μεγάλου Μούχλα και της Μίλα της Μουχλίτας. Όλα τα τέρατα της ευρύτερης περιοχής ήταν προσκεκλημένα. Άξαφνα όμως τον γάμο διέκοψε η αστυνομία καθαριότητας μετά από καταγγελία των κατοίκων της πόλης.

Επειδή τα τέρατα παραήταν τεράστια για το μέγεθος των κελιών στις φυλακές, όταν διέπρατταν κάποια «παρανομία μούχλας» όπως την έλεγαν, έμπαιναν τιμωρία. Και όχι τόσο απλή και λιτή όσο ακούγεται. Αυτή τη φορά βάλθηκαν να καθαρίσουν το πάρκο απ’ όλες τις στρώσεις βρωμιάς. Ενοχλήθηκαν τόσο που από μέσα τους γινόταν μια έκρηξη ηφαιστείου και η λάβα ήταν τα λόγια που μουρμούριζαν για τους κατοίκους και την αστυνομία.

Μία εβδομάδα  αργότερα, πραγματοποιήθηκε η περίφημη συνάντηση στο πλέον καθαρό πάρκο. Ο δήμαρχος ξανακάλεσε στο γραφείο του το Ζαμπαντή παρ’ όλη την αποτυχία την προηγούμενη φορά. Του ζήτησε να ερευνήσει την υπόθεση που κρυβόταν πίσω από το πάρκο. Εκείνος, φοβούμενος την αποτυχία παρακάλεσε την μάγισσα των ευχών, Αφροξυλάνθη, την οποία φώναζαν Αφρό, να τον βοηθήσει. Εκείνη δέχτηκε μ’ ένα φωτεινό χαμόγελο και σφύριξε δυνατά. Ο Μεγάλος Μούχλας έτρεξε ως εκείνη. Με κάποιο μυστηριώδη τρόπο η Αφρό είχε κατορθώσει να κάνει το τέρας να την υπακούει. Αλλά αυτό είναι ξεκάθαρα άλλη υπόθεση.



-         Πες μας, γιατί διάλεξες αυτό το πάρκο να λερώσεις;

-         Τυχαία το διάλεξα…

-         Μόνο όσοι λένε ψέματα μιλάνε με τέτοια φωνή. Πες τώρα την αλήθεια.

-         Συγγνώμη, απλά δεν συμπαθώ το πολύ πλήθος.

-         Συγχαρητήρια! Μας βοήθησες στην έρευνά μας. Τώρα πήγανε στο σπίτι, μπες στην ντουλάπα και κλειδώσου!

-         Εντάξει, φυσικά.

Η μάγισσα στράφηκε προς τον Ζαμπαντή και του έριξε ένα βλέμμα, σαν να έλεγε «τόσο εύκολο». Αλλά τότε ξαναήρθαν τα λόγια του Βασίλη Μούχλα στο μυαλό του. Δηλαδή ακόμη να ξεφορτωθούν τα τέρατα που σκορπούσαν ανατριχιαστική μούχλα; Πριν καν προλάβει να ολοκληρώσει την σκέψη του, συνάντησε την Μίλα την Μουχλίτα, την σύζυγο του εγκλωβισμένου τέρατος. Εκείνη κοίταξε επίμονα την μάγισσα.

-         Απαγορεύεται να ξαναπλησιάσεις τον Μούχλα μου, είπε, αλλιώς θα υπάρξουν συνέπειες…. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου