Άρθρο μου στο σημερινό φύλλο της εφημερίδας Δρόμος της αριστεράς
Η Ελλάδα που χάνεται
(ή μήπως έχει ήδη χαθεί; )
Μπήκε ο Βουλευτής στη Βουλή,
βόλτες από δω κι από κει,
θρονιάστηκε σα διάνος στην Αθήνα.
Και μην τον είδατε το φίλο, το λεβέντη,
απ' το χωριό μας δεν περνάει ούτε για
γλέντι
κι όσα μας είχε τάξει ήτανε
λαγοί με πετραχείλια.
Γεια και χαρά σας βρε πατριώτες
κι εμέ οι παππούδες μου ήταν αγρότες,
γεια σας.
Διονύσης Τζεφρώνης, από
τα «Αγροτικά» του Θωμά Μπακαλάκου
Ήρθαν έτσι τα πράγματα
που τις μέρες του μεγάλου αγώνα των αγροτών βρέθηκα να διαβάζω δυο βιβλία από
διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας. Την Ήπειρο και τη Θεσσαλία.
-Ο ένας από τους
συγγραφείς, ο Νίκος Χ. Καραβασίλης δεν είναι πια στη ζωή, όμως η οικογένειά του
έχει φροντίσει να εκδίδει τα βιβλία του. «…χάθηκαν αμνημόνευτοι» ο τίτλος της
συλλογής διηγημάτων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Εντύπωσις» στην Άρτα.
Στην πραγματικότητα θα τα
χαρακτήριζα ως κομμάτια προφορικής ιστορίας, ώστε αυτοί που χάθηκαν
αμνημόνευτοι να αποκτήσουν όνομα, υπόσταση, ιστορία.
Ο Νίκος Χ. Καραβασίλης
γεννήθηκε στους Μελισσουργούς και έζησε στη Άρτα όπου τέλειωσε το εξατάξιο
Γυμνάσιο και ασχολήθηκε επαγγελματικά με το εμπόριο. Όμως οι μεγάλες του αγάπες
ήταν η μουσική και η λογοτεχνία. Διετέλεσε μάλιστα μέλος του ΔΣ και Αντιπρόεδρος
του περίφημου Μορφωτικού Συλλόγου Άρτας «Ο Σκουφάς».
Με την εξαιρετική του
γραφή και τις ιστορίες που μοιάζουν παραμύθια, ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή,
αλλά συχνά ταξιδεύει και στο πιο μακρινό παρελθόν. Όπως γράφει και ο Γιάννης
Καλπούζος στον πρόλογο της 3ης έκδοσης του βιβλίου, «το μεγάλο του
προτέρημα είναι η γλώσσα. Γλώσσα κέντημα, μαθητεία για τους νεότερους, μεστή,
ευέλικτη και σοβαρή. Με αξιοζήλευτη χρήση λέξεων της ντοπιολαλιάς και αρμονική
σύζευξή τους με την ομιλουμένη δημοτική…
…Οι διηγήσεις του
προσφέρουν και ποικίλες γνώσεις για τη ζωή εκείνων των χρόνων στα χωριά, για τη
φορολογία, τον άρπαγα, μοχθηρό και μακελάρη Αλή Πασά, για τις αρχές και τις
αξίες, για τη κοινοτική αλληλοβοήθεια και στήριξη…»
Είναι μάλιστα εξαιρετικός
ο τρόπος που μιλά για τα τοπόσημα των Μελισσουργών και της ευρύτερης περιοχής.
Βοηθώντας να τους «διαβάσουμε». Συντηρεί τη μνήμη σαν πολύτιμη κιβωτός. Θα
γελάσετε, θα συγκινηθείτε, θα θελήσετε κι εσείς να βρεθείτε εκεί, να δείτε με
τα μάτια σας τους τόπους στους οποίους αναφέρεται.
-Το δεύτερο βιβλίο είναι
το «Απίστευτα κι όμως …γραλιστινά -63 ιστορίες με ονομασία προέλευσης» του Θωμά
Βούρδα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οσελότος. Πιο σύντομες εδώ οι αφηγήσεις
με πολύ έντονο το στοιχεί του χιούμορ και της σάτιρας. Κι αν στο εξώφυλλο
βλέπετε ένα γουρούνι με παχιά φρύδια, δεν είναι τυχαίο.
Την εποχή που δόθηκε για
πρώτη φορά σύνταξη στους αγρότες που είχαν συμπληρώσει το 65ο έτος
επί κυβέρνησης Καραμανλή, με τα χρήματα αυτά η οικογένεια αγόρασε ένα
γουρουνάκι που το μεγάλωσε, όπως συνηθιζόταν τότε. Λόγω της προέλευσης των
χρημάτων το ονόμασαν …Καραμανλή! Που να ήξεραν πόσο εύστοχη θα αποδεικνυόταν η
ονοματοδοσία στις μέρες μας!
Ο συγγραφέας γεννήθηκε
και μεγάλωσε στον Ελληνόπυργο Καρδίτσας
(παλιά ονομασία Γράλιστα) του δήμου
Μουζακίου. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λάρισας και στο Πάντειο
Πανεπιστήμιο. Δίδαξε σε πολλά σχοελία και συνταξιοδοτήθηκε το 2001 από το 7ο
Δημοτικό της Λάρισας, στο οποίο διετέλεσε διευθυντής επί σειρά ετών.
Και εδώ ο συγγραφέας μας
μεταφέρει με τον δικό του, απολαυστικό τρόπο κομμάτια της τοπικής ιστορίας και
συντηρεί τη μνήμη και τη γλώσσα.
Οι ντοπιολαλιές χάνονται
και παντού κυριαρχεί το ιδίωμα των Αθηνών. Μαζί εμ την περιφρόνηση του
αγροτικού κόσμου από αυτούς που νομίζουν πως είναι «πρωτευουσιάνοι», χρόνια
τώρα έχουμε την απαξίωση τόσο της γλώσσας, όσο και της προφοράς κάθε περιοχής.
Ο Θωμάς Βούρδας με βαθιά
γνώση της γλώσσας μας βοηθά να αντιληφθούμε την αξία της μέσα από τα αφηγήματά
του.
«Ανατρέχοντας κάποιος το
περιεχόμενο των πονημάτων μου ίσως θα μπορούσε να τα κατατάξει στην κατηγορία
των ηθογραφημάτων, γιατί εμπεριέχουν ήθη και έθιμα των κατοίκων του χωριού μου,
δοσμένα όμως με έναν χιουμοριστικό τρόπο…
…Άλλοι, ίσως πιο ειδικοί,
να τα εντάξουν κάλλιστα στον τομέα της κοινωνιολογίας, αφού καταπιάνονται
πρώτιστα και βασικά με κοινωνικά φαινόμενα, όπου, φυσικά, πρωταγωνιστικό ρόλο
παίζουν άνθρωποι του χωριού…»
Σε κάθε περίπτωση αυτά τα
δυο βιβλία μας μιλάνε για μια Ελλάδα που χάνεται, αν δεν έχει χαθεί ήδη.
Σίγουρα δεν νοσταλγεί
κανείς τις σκληρές συνθήκες στις οποίες έζησαν και μεγάλωσαν γενιές και γενιές
Ελλήνων, αλλά βλέπουμε πως μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά.
Η τραγική Κοινή Αγροτική
Πολιτική, η απουσία πραγματικής στήριξης και σχεδιασμού σε ό,τι αφορά στη
γεωργία και στη κτηνοτροφία, ο καταστροφικός όσο και ψευδεπίγραφος
«Καποδίστριας» και ο «Καλλικράτης» έδωσαν αποφασιστικό πλήγμα στις κοινότητες
και αναπαρήγαγαν τον υδροκεφαλισμό που χαρακτηρίζει τη χώρα σε επίπεδο
Περιφέρειας, Νομού και Δήμου.
Τα χωριά σβήνουν ένα -ένα
σαν κεριά. Ο πληθυσμός γερνά συνεχώς, εγκαταλείπεται ο πρωτογενής τομέας. Και
μαζί σβήνουν γλώσσα, παραδόσεις αποκόπτονται οι άνθρωποι από τις ρίζες τους και
φυσικά χάνεται και η αλληλεγγύη.
Έτσι αποδυναμωμένοι
γινόμαστε όλοι έρμαια εννοώ κράτους που λειτουργεί πλέον με όρους συμμορίας.
Ευτυχώς υπάρχει ακόμη
αντίσταση.
Το δείχνουν τα μπλόκα των
αγροτών, το δείχνουν και οι προσπάθειες ανθρώπων όπως οι δυο συγγραφείς που δεν
γράφουν μόνο για το χθες, αλλά αφήνουν μια σημαντική παρακαταθήκη για όλους
εμάς και κυρίως για τις γενιές που έρχονται.
Ίσως το μεγάλο σκοτάδι να
το διαδεχθούν μέρες φωτεινές!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου