Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Παραμύθια της Μαγικής Τράπουλας: Το πουγκί με την αστερόσκονη

ΤΟ ΠΟΥΓΚΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια απομακρυσμένη πόλη, τη Λακουβούπολη, ζούσε ένας αφελής γεράκος, ο κος Κατρακύλας. Διόλου τυχαίο αυτό το παρατσούκλι, αν λάβουμε υπόψη μας το ότι η ζωή του ήταν γεμάτη σκαμπανεβάσματα, αφού από εύπορος, έγινε φτωχός και έπειτα τρελός, αλλά και το ότι δεν είχε αφήσει λακκούβα για λακκούβα!!!!!! Σε όλες είχε πέσει!!!!!

Ήταν λοιπόν φημισμένος σε ολόκληρη την περιοχή ως ο αλαφροΐσκιωτος του χωριού. Γι’αυτό το λόγο, επειδή όλοι τον φοβόντουσαν, τον είχαν περιορίσει σε ένα μικρό σπιτάκι και δεν τον άφηναν να βγει καθόλου έξω! Το μόνο πράγμα που του κρατούσε συντροφιά σε αυτήν τη μοναχική και μίζερη ζωή, ήταν το δώρο που του είχε κάνει το μονάκριβο εγγονάκι του λίγο πριν αυτό μετακομίσει και χαθούν για πάντα… Από τότε που τον απομόνωσαν, είχε χάσει κάθε επαφή! Ήταν ένα πουγκί με αστερόσκονη, την οποία αν φυσούσες, μπορούσε να σου πραγματοποιηθεί η πιο βαθιά επιθυμία σου! Υπήρχε όμως ένας περιορισμός….. Ίσχυε μόνο για μία ευχή. Ο κος Κατρακύλας δεν την είχε ακόμα σπαταλήσει….

Για κακή του τύχη όμως, ένα μεσημέρι κυκλοφόρησε στο χωριό η φήμη ότι ο παππούς είχε υπό την κατοχή του ένα μαγικό μέσο! Μια και δυο λοιπόν ένα βράδυ εισβάλλει στο σπίτι του ένας απελπισμένος και φτωχός ληστής και κλέβει το πουγκί με την αστερόσκονη! Μόλις το επόμενο πρωί ο κος Κατρακύλας πήρε μυρωδιά για το τι συνέβη, έχασε κάθε ελπίδα που είχε για να ξανασυναντήσει τον εγγονό του. Μην έχοντας λοιπόν άλλον άνθρωπο στον κόσμο, άλλη ψυχή να του κρατεί συντροφιά, αποφάσισε κατακλυσμένος από την απελπισία που ένιωθε, να πάει να τον βρει!

Έπρεπε όμως να βρει έναν τρόπο ώστε να μη γίνει αντιληπτός από τους κατοίκους του χωριού. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει λοιπόν ένα πρωινό και ξεκινά στα κρυφά το μακρινό του ταξίδι…. Δίχως να είναι σίγουρος για το αν θα ξαναγυρίσει…..

Μόλις βγήκε έξω, όλα του φαίνονταν καινούρια! Ο Ήλιος ήταν πιο λαμπερός, ο ήχος των πουλιών ήταν σαν ψίθυρος…… σαν τα πουλιά να του έλεγαν κάτι στα κρυφά! Αισθανόταν πως η φύση ήταν μαζί του!

Όλη αυτή η γαλήνη όμως και η ευαισθησία της ψυχής του διακόπηκαν μέσα σε μια στιγμή!!!!!! Μια τεράστια λακκούβα μπήκε στο δρόμο του και έκανε τον Κατρακύλα να χάσει την ισορροπία του! Καθώς έπεφτε, και ενώ πίστευε πως αυτή τη φορά δεν θα ξανασηκωνόταν, ένιωσε ένα χέρι να τον κρατάει. Ένα χέρι γνώριμο ….και τρυφερό ……ήταν ο εγγονός του!!!!!

«Παππού είσαι καλά; Μήπως χτύπησες; Έλαβα το γράμμα που μου έστειλες!» του είπε το παιδί δείχνοντας του έναν φάκελο που κρατούσε στα χέρια του. Ο φάκελος έγραφε απ’έξω:

«Όταν όλα θα φαίνεται πως έχουν χαθεί, και νιώθεις πως η ζωή θέλει κάτι να σου πει, βαλε το χέρι στην καρδιά, και άκουσε την προσεκτικά! Γιατί είναι η μόνη που θα σου μιλήσει ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ!!!»

«Την άκουσα πάππου!!! Μου είπε πως έπρεπε να έρθω να σε δω! Μου έλειπες!»

«Χαίρομαι γιε μου …..Αυτό το γράμμα στο έστειλα πριν πολλά χρονιά! Όταν πρωτοέφυγες! Αλλά μάλλον θα άργησε λίγο να φτάσει….», απάντησε ο Κατρακύλας έτοιμος να καταρρεύσει.

«Μα πώς;» αναρωτήθηκε το αγόρι. «Και γιατί έφτασε τώρα; Είναι αργά!!!», είπε ο εγγονός κάπως θυμωμένα.

«Ποτέ δεν είναι αργά γιε μου!». Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του… «Θυμάσαι ένα δώρο που μου είχες κάνει πριν φύγεις; Δεν το είχα χρησιμοποιήσει μέχρι εχθές το βράδυ, όταν κατάλαβα πως ερχόταν η ώρα μου… Γι’αυτό άνοιξα το πουγκί και ευχήθηκα να έρθεις να με δεις! Μα σήμερα το πρωί το πουγκί δεν ήταν εκεί!!! Κάποιος το έκλεψε! Γι’αυτό ξεκίνησα να έρθω να σε βρω…. αλλά μάλλον η ευχή έπιασε!!!!!!!!»

«Έπιασε παππού, έπιασε!!! Και τώρα είμαι εδώ!», είπε το αγοράκι χαμογελώντας και χαϊδεύοντας τον παππού του στο μάγουλο.

«Σε ευχαριστώ πολύ…. Τώρα άσε η αναχώρηση μου να είναι ο τελευταίο δώρο για μένα…. Σε παρακαλώ να είσαι δυνατός! Όπως ο παππούς σου…»

Ήσυχος πλέον και με ήρεμη την καρδούλα του, ο κος Κατρακύλας ήταν έτοιμος να φύγει…

«Αντίο Αντωνάκη, αντίο…..» είπε και έκλεισε τα μάτια του για πάντα.

Το αγόρι μόλις είδε τον πολυαγαπημένο του παππού να αργοπεθαίνει, έχασε τη γη κάτω απ’τα πόδια του! Στενοχωριόταν, αλλά κατά βάθος ήξερε πως ο παππούς του τώρα θα ξεκουραζόταν, και δεν θα ξαναέπεφτε ποτέ…

Ο κος Κατρακύλας τελικά αποδείχτηκε πολύ πιο έξυπνος απ’όσο νόμιζαν όλοι ….Δίδαξε σε όλους να ακούν την καρδιά τους …Δεν έχασε την ελπίδα και το θάρρος του και έτσι το όνειρο του πραγματοποιήθηκε. Ξεπέρασε όλα τα εμπόδια που εμφανίστηκαν και δεν τα έβαλε κάτω, παρά με υπομονή και αισιοδοξία αντιμετώπισε τα γεγονότα!

Η κηδεία έγινε στο Παρίσι, όπου έμενε ο Αντώνης .Εκεί θα έχει κάποιον να του ανάβει το καντηλάκι και να προσεύχεται γι’αυτόν. Θα είναι πάντα κοντά στον πολυαγαπημένο του εγγονό. Και… όσο για τον ληστή, δε χρησιμοποίησε πουθενά την αστερόσκονη και καταδικάστηκε ισόβια για ληστεία, καθώς μάλλον ο Κατρακύλας δεν ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε κλέψει. Και οι κάτοικοι του χωριού μετάνιωσαν για τη συμπεριφορά τους. Έκριναν ένα βιβλίο από το εξώφυλλο του και αυτό τους τύφλωσε με αποτέλεσμα να καταστρέψουν τη ζωή ενός αγαθού ανθρώπου…. Τουλάχιστον μετά το θάνατο του κανείς δεν τον ξανακατηγόρησε και όλοι έζησαν ήσυχα. Και για να τελειώσουμε και τυπικά, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλυτέρα!!!!

ΤΕΛΟΣ

Ομάδα «ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΕΝΙΑ ΑΛΑΝΙΑ»

Γρήγορης Μαρκάκης

Ανδριάνα Αγόρου

Τηλέμαχος Νικολάου

Τζίνα Πουρουτίδου


Ένα ακόμη παραμύθι από τα παιδιά της Α' Λυκείου στο Ίλιον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου