Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

Μια ιστορία μυστηρίου από το εργαστήρι μας

 


Μια ιστορία που έγραψε η Μαριαλένα Πορίχη, μαθήτρια της 2ας Γυμνασίου στο 1ο Γυμνάσιο Χαλανδρίου στο πλαίσιο του εργαστηρίου "Ο κόσμος της Πηνελόπης Δέλτα" που γίνεται στο Αετοπούλειο του Δήμου Χαλανδρίου (Διαδικτυακά)

Περίληψη

Ένα κορίτσι έκανε κούνια λίγο πιο έξω από το δάσος. Καθώς η βροχή έπεφτε ανάλφρη και το θρόισμα των φύλλων ακουγόταν ανατριχιαστικά μαζί με το σφύριγμα του ανέμου μια, φαινομενικά, ήσυχη νύχτα, μια σπαραχτική τσιρίδα θα ακολουθούσε και θα έσπαγε την ηρεμία αυτής της νύχτας...

 

 

Ιστορία μυστηρίου-θρίλερ

Ήταν μία, φαινομενικά, ήσυχη και συννεφιασμένη νύχτα. Την προηγούμενη είχε βρέξει και τώρα είχε υγρασία. Καθώς βάδιζα, άκουγα κάθε θρόισμα του ανέμου, που σφύριζε νωχελικά, ρίχνοντας φύλλα στη λάσπη τα οποία τσαλαπατούσαν μικρά ζωάκια που έτρεχαν, καμιά λεπτομέρεια δεν έμενε απαρατήρητη. Ανέλαβα την υπόθεση ενός μικρού κοριτσιού, που μυστηριωδώς, χάθηκε. Πριν λίγες ώρες ήταν, που ερεύνησα το τελευταίο σημείο που εθεάθη. ήταν μια κούνια, παλιά και σκουριασμένη, λίγο πιο έξω από το δάσος. Ο άνεμος την κούναγε και έβγαζε ένα τρομαχτικό τρίξιμο, λες και κάθε ανάμνηση, κάθε στιγμή που αυτή η κούνα υπηρέτησε τον πρωταρχικό σκοπό της, πέθανε μαζί και με τον χρήστη και κάτοχο των αναμνήσεων αυτών.

Χάιδευα την φωτογραφία με το χέρι μου λες και ήξερα αυτό το παιδί από παλιά. Η ησυχία ήταν ανατριχιαστική. Ακολουθούσα τις πατημασιές στη λάσπη. Ήταν φρέσκες. Παρατηρώντας το μέρος τριγύρω, κατάλαβα ότι το κορίτσι δεν ήταν μόνο. Σπασμένα κλαδιά, γρατζουνιές σε κορμούς δέντρων, πεσμένα δέντρα, ενώ σε (μεγάλης απόστασης) σημεία διάκρινες κι άλλες πατημασιές, παρόμοιες με λύκου. Άρχισε να ψιχαλίζει. Περπάταγα πιο γρήγορα, μήπως προλάβαινα τις πατημασιές προτού γίνουν ένα ομογενές μείγμα. Καθώς «έτρεχα», συνειδητοποίησα ότι οι πατημασιές του κοριτσιού γίνονταν πιο βαθιές και ασύμμετρες, ενώ έβλεπες και συχνά στίγματα από χέρια. Ήμουν πια σίγουρος. Κάποιος, ή μάλλον, κάτι, την κυνηγούσε. Σιγά σιγά τα στοιχεία μου εξαφανίζονταν, από τη βροχή που όλο και δυνάμωνε, αλλά, άλλα στοιχεία έβγαιναν στην επιφάνεια. Σκισμένα κομμάτια ρούχου και όλο και περισσότερα πεσμένα δέντρα. Την ησυχία των σταγόνων που έπεφταν είπε να διαταράξει μία αστραπή που τη συνόδεψε μία τσιρίδα. Μία εκκωφαντική, κοριτσίστικη, απελπισμένη, γεμάτη φόβο τσιρίδα, έσκισε τον ουρανό στα δύο. Ήξερα ότι ήμουν κοντά. Όσο περισσότερο πλησίαζα, τόσο μεγαλύτερη γινόταν η ταραχή μου και η αγωνία μου. Ξαφνικά ο αέρας κόπασε, μα εξακολουθούσα να ακούω φύλλα να κουνιούνται. Αυτά δεν ήταν φύλλα δέντρων, αλλά θάμνων, σαν κάποιο ζώο να έτρεχε. Γύριζα τον φακό μου γύρω γύρω μα, τίποτα. Καθώς βάδιζα, επιφυλακτικά, ο φακός μου φώτισε μια σπηλιά. Μπήκα μέσα, και, σκανάροντας το εσωτερικό της, απομακρύνθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ήταν γεμάτη κόκαλα. Ξαφνικά, άλλη μια τσιρίδα, πιο δυνατή και σπαραχτική από την άλλη αντηχεί στα αυτιά μου Ερχόταν από πίσω μου. Γύρισα και άρχισα να πλησιάζω αργά, φωτίζοντας το κάθε μου βήμα. Ένιωθα κάποιον να με καρφώνει με τα μάτια του. Ξάφνου μια σκοτεινή φιγούρα πετάχτηκε μπροστά μου σε ταχύτητα αστραπής και μου έπεσε ο φακός. Έχασα το φως μου! Γύρω ήταν πίσσα σκοτάδι. Προσπάθησα να προσαρμόσω τις αισθήσεις μου να είναι σε εγρήγορση, ενώ εγώ ανακτούσα την ψυχραιμία μου. Άκουγα βήματα, να σχίζουν φύλλα στην πορεία τους να με βρουν καθώς πλησίαζαν. Ξάφνου σιωπή. Για πολύ ώρα δεν άκουγα, δεν έβλεπα, δεν καταλάβαινα τίποτα, μέχρι που ένας κεραυνός αντήχησε. Έσπασε τη μονοτονία της σιωπής και του σκοταδιού και, στο δευτερόλεπτο του φωτός, μια σκιά ξεπρόβαλλε μπροστά μου. Γύρισα πίσω αργά. Δυο κόκκινα μάτια με κάρφωναν. Έλαμπαν απόκοσμα. Η βροχή έπεφτε απαλά και εγώ στο σοκ μου καθόμουν ακίνητος και κοίταζα. Έμοιαζε με λύκο αλλά στα 2 πόδια. Τα δόντια του ήταν κόκκινα από το αίμα, και, προσέχοντας προσεχτικά, συνειδητοποίησα ότι κάτι ήταν κολλημένο στα δόντια του. Ένα κομμάτι ύφασμα... Πια ήμουν σίγουρος για την κατάληξη του κοριτσιού. Οπισθοχώρησα αργά και μεθοδικά. Στο πρώτο βήμα του πλάσματος άρχισα να τρέχω. Άκουγα τα νύχια του να καρφώνονται στα δέντρα από τα οποία πιανόταν. Ένα -ένα έβγαζαν κρότους και έσπαγαν. Κοιτώντας πίσω μου φάνηκε, ότι δεν με κυνήγαγε για να με φάει, αλλά για να «παίξει» μαζί μου. Καθώς έτρεχα, αισθήματα πανικού άρχισαν να με κατακλύζουν. Κρύος ιδρώτας με έλουζε ενώ η βροχή έπεφτε ανέμελα. Κάθε φορά ποι οι ουρανοί έκαναν εξάψεις φωτός, εγώ γύρναγα πίσω και έβλεπα όλο και  πιο κοντά. Παρανοούσα, αλλά ήμουν σίγουρος ότι έβλεπα ένα χαμόγελο να ξανοίγεται στο πρόσωπο του τέρατος. Ξαφνικά σκόνταψα και έπεσα και χτύπησα το κεφάλι μου σε μια πέτρα. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι, είναι εκείνη η ανατριχιαστική, σπαραχτική κραυγή του τέρατος, πριν μαυρίσουν όλα...

Ένιωθα κάποιον να με τραβάει, « Ernald! Ernald! ». Ξύπνησα. Ήμουν στο νοσοκομείο. Τότε ήταν που κατάλαβα. Όλα ήταν όνειρο. Ένα αρρωστημένο παιχνίδι του εγκεφάλου μου για να μου θυμίσει-«Ernald, η κόρη σου πέθανε και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να τη σώσεις...».         

 

 

Ernald

Ο Ernald είναι ένας διάσημος ντεντέκτιβ, που μένει στη Σκωτία. Το αστυνομικό δαιμόνιο τον κατακλύζει και είναι ένα αχτύπητο δίδυμο μαζί με τον μικρό του αδερφό Kameron. Η σύζυγός του πέθανε στην εγκυμοσύνη της. Περίμενε δίδυμα και μόνο το ένα επιβίωσε. Ο Ernald από τότε είναι υπερπροστατευτικός και αγαπάει την κόρη του όσο τίποτε άλλο. Η μικρή Don, στα οχτώ της χάθηκε. Την ώρα που πήγαινε ο Ernald να την πάρει από το σχολείο ένας άγνωστος την παρέλαβε προσποιούμενος τον αδερφό του. Ο Ernald ξεσήκωσε όλο το αστυνομικό τμήμα στο πόδι για να τη βρουν. Ένα χρόνο μετά, το κορίτσι, ανήμερα των γενεθλίων του, βρέθηκε πνιγμένο στην θάλασσα. Από τότε ο Ernald έπαθε κατάθλιψη και είχε συχνά συναισθηματικές καταρρεύσεις. Σιγά σιγά άρχισε να αρρωσταίνει και να χάνει τις αισθήσεις του. Όλο και πιο συχνά μεταφερόταν στο νοσοκομείο ενώ άρχισε να έχει κι άλλα νευρολογικά περιστατικά σαν το αναφερόμενο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου