Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Ομόνοια: Ένα παραμύθι


Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πρέβεζας και το Αρχαιολογικό Μουσείο Νικόπολης  διοργάνωσαν διαγωνισμό / έκθεση λόγου και εικόνας με τον γενικό τίτλο «Αν όλοι οι άνθρωποι της γης πιάναν γερά τα χέρια…» στο πλαίσιο της δράσης
«Μουσεία για την Ισότητα. Πολυμορφία και κοινωνική συνοχή»  που όρισε το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων ( ICOM ) για τον εορτασμό της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων 2020

Στον διαγωνισμό συμμετείχε με ένα πολύ όμορφο παραμύθι η μαθήτριά μου στα περσινά Σεμινάρια του Βιβλιοπωλείου Οσελότος στα Ιωάννινα
Το μοιράζομαι μαζί σας -με την άδειά της:

Ομόνοια

της Νένας Εξάρχου

Πάουλ Κλέε: το έργο του είχε σημαντική συμβολή στη διαμόρφωση των ...

Απομεσήμερο, περασμένες τρεις. Η Αϊσέ έλεγξε για μια τελευταία φορά αν οι γονείς της είχαν κοιμηθεί. Πατώντας ξανά στα νύχια των ποδιών γύρισε στο δωμάτιό της. Κλείδωσε την πόρτα. Προχώρησε προς το ξύλινο τραπεζάκι με τα βιβλία και έβαλε το χέρι της πίσω από τη στοίβα που είχε σχηματιστεί στην αριστερή πλευρά του γραφείου της. Άγγιξε το γνώριμο μικρό κουτάκι. Έσπρωξε σιγά σιγά το ξύλινο καπάκι του στο πλάι και ανέσυρε αυτό που έψαχνε. Το μαγικό φλουράκι που είχε βρει στη λίμνη κοντά στο σπίτι της. Το πίεσε με δύναμη στο κέντρο της αριστερής της παλάμης. Το φλουρί άρχισε να αλλάζει χρώμα και να λιώνει ώσπου έγινε ένα με το δέρμα της. Τότε όλο της το σώμα άρχισε να συρρικνώνεται, τα πόδια της άρχισαν να λεπταίνουν, τα χέρια της μάκρυναν και πάνω τους φύτρωσαν φτερά, η μύτη της μεταμορφώθηκε σε ένα μακρόστενο πορτοκαλοκόκκινο ράμφος. Κοίταξε ευχαριστημένη τον καθρέφτη της. Ανέβηκε προσεκτικά στο περβάζι του ανοιχτού της παραθύρου και ξεκίνησε πετώντας την καθιερωμένη απογευματινή της βόλτα. Κάθε μέρα μετά την απογευματινή προσευχή, όταν οι γονείς της έπαιρναν τον υπνάκο τους, έβγαινε κρυφά μεταμορφωμένη σε πελαργό για να συναντήσει τη φίλη της τη Ρεβέκκα. Πάντα κρυφά από τους γονείς της γιατί ποτέ δε θα δέχονταν να έχει φίλη μια «άπιστη», όπως θα τη χαρακτήριζαν. Οι ίδιες ανησυχίες ταλαιπωρούσαν και τη Ρεβέκκα, καθώς ούτε οι δικοί της γονείς θα ενέκριναν αυτή τη φιλία. Ευτυχώς, όμως, οι γονείς τους, παρά τις όποιες διαφορές τους, είχαν μια κοινή συνήθεια: τις δυο-τρεις ώρες απογευματινού ύπνου.

Έτσι, λοιπόν, η Αϊσέ είχε αρκετό χρόνο να τα αφιερώσει στη φίλη της έως τις 6 που συναντούσε την ξαδέρφη της τη Γκιουλμπαχάρ για την καθημερινή της μελέτη. Η Γκιουλμπαχάρ είχε αναλάβει να τη διδάξει άλγεβρα, ζωγραφική και καλλιγραφία. Ήταν πολύ αυστηρή δασκάλα και, παρόλο που περνούσε την Αϊσέ μόλις πέντε χρόνια, της συμπεριφερόταν σαν να την περνούσε εικοσιπέντε. Στη σκέψη αυτή η Αϊσέ κούνησε ενοχλημένη το κεφάλι της και συνέχισε να πετά ακόμα πιο γρήγορα. Δεν θα χαλούσε το απόγευμά της με το να σκέφτεται την άποψη που είχε για αυτήν η Γκιουλμπαχάρ. Άλλωστε πλησίαζε στο λιβάδι όπου την περίμενε η Ρεβέκκα. Ευτυχώς η πελαργίσια μορφή της ήταν πολύ πιο σβέλτη από την ανθρώπινη. Προσγειώθηκε τη στιγμή που έφτανε και η Ρεβέκκα τρέχοντας.

-Δεν άργησα, έτσι; της είπε η φίλη της μόλις προσγειώθηκε

Η Αϊσέ κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και την αγκάλιασε με τα απρόμαυρα φτερά της που άρχισαν σιγά σιγά να ξαναγίνονται χέρια. Κάθισαν στο γρασίδι λέγοντας τα νέα τους. Έπειτα η Ρεβέκκα έβγαλε από το δισάκι της το χαρτί με τη ζωγραφιά που είχαν αφήσει μισοτελειωμένη.

-Τι χρώμα θες να τον κάνουμε τον ουρανό; ρώτησε την Αϊσέ.
-Μωβ;
-Έλα τώρα, Αϊσέ! Και στην προηγούμενη έτσι τον κάναμε.
-Ναι, Ρεβέκκα, και βγήκε πολύ ωραίος. Τον έχω στο δωμάτιό μου και δε χορταίνω να τον κοιτάζω. Γιατί να μην έχεις κι εσύ μια ίδια ζωγραφιά;
-Εντάξει, αν το πάρουμε έτσι, εγώ κράτησα εκείνη με τα κίτρινα δέντρα και δεν ξανακάναμε κίτρινα δέντρα.
-Κάποια στιγμή θα ξανακάνουμε, απάντησε η Αϊσέ.
-Τότε, ας αφήσουμε και τον μωβ ουρανό για την ώρα. Να τον κάνουμε βυσσινί;
-Με μωβ σύννεφα;
-Έγινε!

Ρίχτηκαν ξανά στη δουλειά γεμάτες κέφι. Τελείωσαν αρκετά γρήγορα και είχαν το χρόνο να καμαρώσουν το έργο τους όσο ήθελαν προτού αποχωριστούν ξανά.
Η Γκιουλμπαχάρ, όμως, όταν είδε τη ζωγραφιά που κρατούσε η Αϊσέ στο μπαούλο της δεν καμάρωνε καθόλου.

-Τι είναι αυτά τα πράγματα, Αϊσέ; Τέτοια σου έχω μάθει; Εδώ δες πράματα! Μωβ ουρανοί! Πορτοκαλιά δέντρα! Κόκκινα χορτάρια! Σημεία και τέρατα! Πάρ’ το από μπροστά μου και να μην το ξαναδώ! Αν είναι δυνατόν, Αϊσέ! Είσαι δεκατεσσάρων χρονών γυναίκα. Δεν είσαι παιδάκι για να κάνεις ό,τι ανοησία σου κατέβει στο κεφάλι. Αν δεν είσαι σοβαρή, ποιος άντρας θα θελήσει να σε παντρευτεί;

Η Αϊσέ την άκουγε κουνώντας που και που βαριεστημένα το κεφάλι της. Είχε βαρεθεί να την ακούει να της λέει συνεχώς τα ίδια και τα ίδια. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της άκουγε την Γκιουλμπαχάρ να της κάνει όσο κύρηγμα δεν προλάβαιναν να της κάνουν οι γονείς της. Και πάντα τής έλεγε πως έχει μεγαλώσει και πως δεν είναι πια παιδάκι. Με αυτή τη λογική, όμως, αφού μια ζωή ήταν «μεγάλη και όχι πια παιδί», πότε υπήρξε παιδί; Είχε βαρεθεί πια αυτό το βιολί.

Κάποια στιγμή, ακόμα και η Γκιουλμπαχάρ βαρέθηκε τον εαυτό της και σταμάτησε επιτέλους τον εξάψαλμο. Έδωσε πέντε ασκήσεις άλγεβρας στην Αϊσέ και, όσο η μικρή τις έλυνε, ξεφυσούσε θυμωμένη κοιτώντας έξω από το παράθυρο.

-Τελείωσα, εξαδέλφη, είπε με στόμφο η Αϊσέ παραδίδοντάς της το αυτοσχέδιο τεφτέρι της.
Η Γκιουλμπαχάρ έλεγξε σχολαστικά όλες τις ασκήσεις. Σε λίγα λεπτά αποφάσισε να ξαναμιλήσει:
-Ολόσωστα! Μπράβο, Αϊσέ! Σου το έλεγα ότι είσαι έξυπνη. Αρκεί να μη σπαταλάς το μυαλό σου σε ανοησίες. Συνέχισε έτσι και θα πας περίφημα. Και μην ξεχνάς. Αύριο έχουμε ζωγραφική. Αληθινή ζωγραφική, Αϊσέ! Όχι ανοησίες και φαντασιοπληξίες. Έχω πολλές απαιτήσεις, να ξέρεις. Γιατί ξέρω ότι μπορείς να κάνεις πολλά, πρόσθεσε με ένα αυτάρεσκο ύφος καθώς κατέβαιναν μαζί για το δείπνο.

Τις επόμενες μέρες η Αϊσέ τις περνούσε ζωγραφίζοντας. Πρώτα με τη Ρεβέκκα και με τον τρόπο που ήθελε και αμέσως μετά υπό την καθοδήγηση της Γκιουλμπαχάρ και με τον τρόπο που τής επέβαλλε. Ξεκίνησαν από το αποτυχημένο κατά τη γνώμη της τοπίο, γιατί ήθελε να βεβαιωθεί πως η μικρή της ξαδέρφη είχε διώξει τις περίεργες ιδέες από τον νου της. Πολλές ζωγραφιές επαναλαμβάνονταν ξανά και ξανά ώσπου να μοιάζουν με αληθινές. Επέμενε τόσο πολύ στις σωστές αποχρώσεις και στις λεπτομέρειες που στο τέλος η Αϊσέ δεν ήθελε να ξαναπιάσει χρώματα στα χέρια της.

-Μάλλον χρειάζεσαι μια αλλαγή, είπε η Ρεβέκκα σε μία από τις συναντήσεις τους.
-Απαλλαγή χρειάζομαι. Από την Γκιουλμπαχάρ και τα κυρήγματά της. Αλλά, βλέπεις, οι γονείς μου θέλουν να της μοιάσω.
-Και οι δικοί μου γονείς ενοχλούνται που ζωγραφίζω όλη μέρα. Και μάλιστα έτσι. Αλλά δεν θα τους κάνω το χατίρι. Ζωγραφίζουμε έναν διαφορετικό κόσμο. Δεν κάνουμε κακό σε κανέναν.
-Μακάρι να το έβλεπαν όλοι έτσι, είπε θλιμμένα η Αϊσέ. Τέλος πάντων, πρέπει να φύγω. Θα έρθεις αύριο;
-Αύριο η μητέρα μου θα επισκεφθεί μια θεία της. Πρέπει να προσέξω τις μικρές και να μαγειρέψω. Θα σε δω μεθαύριο. Και αν θέλεις μπορούμε να πάμε σε ένα μέρος που ανακάλυψα το προηγούμενο καλοκαίρι σε μια εκδρομή.
-Πού είναι;
-Λίγα μίλια νοτιοανατολικά. Μπορείς να με σηκώσεις πετώντας;
-Το ρωτάς; Όταν είμαι πελαργός σηκώνω και ολόκληρο ταύρο!

Παρόλο που την επόμενη μέρα θα βρισκόταν κλεισμένη στο δωμάτιό της, η Αϊσέ υπέμεινε με άλλη διάθεση τα μαθήματα της Γκιουλμπαχάρ. Ανυπομονούσε να γνωρίσει αυτό το νέο μέρος...

Και ήρθε επιτέλους αυτή η ώρα. Όταν βρήκε ξανά τη Ρεβέκκα δεν ξαναέγινε άνθρωπος ούτε προσγειώθηκε. Κατέβηκε αρκετά χαμηλά για να μπορέσει η φίλη της να πιαστεί από τα πόδια της. Άρχισε να ανεβαίνει ενώ η Ρεβέκκα τής έδινε οδηγίες για το δρόμο που θα ακολουθούσαν. Αναγκάστηκε να μιλά πολύ πιο δυνατά καθώς ο αέρας από τα φτερά της Αϊσέ έκανε το έργο της πολύ πιο δύσκολο. Αλλά και η Αϊσέ έπρεπε να προσέχει και να πετά σε μέρη χωρίς πολλούς ανθρώπους. Ένας πελαργός που πετούσε κουβαλώντας έναν άνθρωπο δεν ήταν και πολύ συνηθισμένο θέαμα.

Παρ’ όλες αυτά τα εμπόδια κατάφεραν κάποια στιγμή να φτάσουν σε ένα ορεινό μονοπάτι γεμάτο περίεργα αγάλματα. Η Αϊσέ άρχισε να παρατηρεί αυτές τις μορφές που έμοιαζαν με ανθρώπινες κι όμως δεν ήταν και ολότελα ανθρώπινες. Κι όμως αυτό το απόκοσμο στυλ το θαύμασε.

-Το ήξερα πως θα σου άρεσαν, της είπε η Ρεβέκκα. Είναι ελεύθερα σαν τις ζωγραφιές μας.
-Κι όταν θα ερχόμαστε θα μπορούμε να τα ζωγραφίζουμε, απάντησε η Αϊσέ καθώς συνέχιζαν τον περίπατό τους. Όσο ανέβαιναν προς την κορυφή του βουνού η βλάστηση πύκνωνε και σιγά σιγά σχηματιζόταν ένα δάσος. Αλλά ακόμα και εκεί δεν έλειπαν τα γλυπτά. Είδαν ένα τεράστιο ψαροκόκκαλο, σιδερένιες μαργαρίτες, ένα μικροκαμωμένο αγοράκι που σκάλιζε πέτρες με τόση αφοσίωση που δεν πρόσεχε καν τι γινόταν γύρω του...

Επειδή, όμως, όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν, έπρεπε να πάρουν το δρόμο του γυρισμού ώστε να είναι στην ώρα τους πίσω στα σπίτια τους. Άρχισαν να κατηφορίζουν βαριεστημένα χωρίς να έχουν προλάβει να χορτάσουν την τόση ομορφιά γύρω τους και υποσχέθηκαν πως στο εξής σε αυτό το μέρος θα ερχόταν για να δημιουργούν.

Ξαφνικά είδαν μια ψηλή και γεροδεμένη κοπέλα κοντά στην ηλικία τους με κατάλευκο δέρμα και μακριά μαύρα μαλλιά να ανηφορίζει βιαστική το μονοπάτι.

-Καλησπέρα σας, τους είπε ξεψυχισμένα. Μήπως είδατε εδώ τριγύρω ένα αδύνατο μελαχρινό αγοράκι;
-Ναι, απάντησε η Αϊσέ. Σε ένα ξέφωτο.
-Θυμάμαι εκείνο το σημείο, συμπλήρωσε η Ρεβέκκα. Έλα, θα σε βοηθήσουμε, πρόσθεσε καθώς τα τρία κορίτσια ανέβαιναν τρέχοντας τον ανήφορο.
Ευτυχώς ο μικρούλης δεν είχε απομακρυνθεί καθόλου από το σημείο όπου σκάλιζε πέτρες.
-Πού ήσουν τόση ώρα, παλιόπαιδο; Έφαγα τον κόσμο να σε βρω! Τι γυρεύεις εδώ πέρα;
-Συγγνώμη, αζελφούλα. Σκάλιζα πέτλες, απάντησε ο πιτσιρίκος με το κεφάλι σκυφτό.
Έπειτα σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε παραπονεμένα την αδερφή του. Ίδιος με θλιμμένο κουτάβι.
-Έλα, τώρα, σταμάτα να με κοιτάζεις έτσι! Με συγχωρείτε για τις φωνές, πρόσθεσε απευθυνόμενη στα άλλα δύο κορίτσια. Τόση ώρα δεν σας ευχαρίστησα. Ούτε καν συστηθήκαμε.
-Αϊσέ, χάρηκα.
-Ρεβέκκα.
-Ελένη, απάντησε η κοπέλα δίνοντάς τους το χέρι της.
-Εσένα πώς σε λένε; ρώτησε η Ρεβέκκα τον μικρό.
-Σόζωλο, απάντησε με το πιο σοβαρό του ύφος.
-Θόδωρος, τον διόρθωσε η αδερφή του.

Τα τέσσερα παιδιά πήραν μαζί τον δρόμο της επιστροφής κουβεντιάζοντας και γελώντας. Η Ελένη ένιωθε πως είχε βρει δύο νέες φίλες πολύ διαφορετικές από τα άλλα παιδιά του χωριού της. Δεν ήθελε να τελειώσει η συζήτησή τους, αλλά η Αϊσέ και η Ρεβέκκα έπρεπε να φύγουν. Της υποσχέθηκαν πως στο εξής θα πήγαιναν εκεί κάθε απομεσήμερο.

Και κράτησαν την υπόσχεσή τους. Κάθε μέρα ήταν εκεί. Περπατούσαν στη φύση, έπαιζαν κρυφτό στο δάσος, θαύμαζαν τις σκαλιστές πέτρες του Θοδωράκη, μάζευαν λουλούδια και έπλεκαν στεφάνια για τα μαλλιά τους... Άρχισαν μάλιστα να μαθαίνουν στην Ελένη να ζωγραφίζει.

-Υπέροχα τα δέντρα, είπε ενθαρρυντικά η Ρεβέκκα.
-Είδες; Είναι εύκολο, συμπλήρωσε η Αϊσέ. Είναι σαν τα κεντήματα που κάνεις με τη μαμά σου. Μόνο που δεν τρυπάς το χαρτί και κουνάς πολύ πιο απαλά το χέρι σου.
Η Ελένη χαμογέλασε πλατιά. Μα σύντομα το χαμόγελό της έσβησε μόλις είδε τον αδερφό της να τρέχει πάλι έξω από το μονοπάτι.
-Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις, Θόδωρε; Γύρνα πίσω τώρα!
Ο μικρός Θοδωράκης έκανε πως δεν την άκουσε και συνέχισε το δρόμο του. Τα βαθυπράσινα μάτια της πετούσαν τώρα σπίθες.
-Άμα σε πιάσω, θα σου πω εγώ! Αν δεν σου τις βρέξω σήμερα, να μη με λένε Ελένη!
Άρχισε να τον κυνηγάει ενώ την ακολουθούσαν κατά πόδας η Ρεβέκκα και η Αϊσέ. Κατάφεραν να τον φτάσουν σε ένα ξέφωτο όπου κρυβόταν κάτω από το άγαλμα μιας μεγαλόσωμης αρκούδας.
-Για έλα έξω, μικρέ, είπε η Ελένη φανερά εκνευρισμένη.
-Όχι! Σέλω να κάτσω με την αλκούζα! Είναι φίλη μου!
-Θοδωράκη, είναι απλώς ένα άγαλμα, του είπε συγκαταβατικά η Ρεβέκκα. Είναι ένα άψυχο μάρμαρο, δεν μπορεί να γίνει φίλη σου.
-Σα γίνει γιατί σα τη βοησήσω. Σα της φτιάξω ματάκια για να βλέπει, απάντησε ο μικρούλης δείχνοντας τις άδειες κόγχες των ματιών στο κεφάλι της.
-Αρκετά! φώναξε η Ελένη χάνοντας την υπομονή της. Θα γυρίσουμε στο χωριό κι αν ξανακάνεις το παραμικρό θα τα πω όλα στη μαμά!

Τα τέσσερα παιδιά άρχισαν να κατηφορίζουν άκεφα. Η Αϊσέ στενοχωριόταν που η Ελένη μάλωσε έτσι τον αδερφό της. Της θύμιζε λίγο την Γκιουλμπαχάρ και αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά την πρόλαβε η Ρεβέκκα.

-Ελένη, σε καταλαβαίνω. Είναι δύσκολο να προσέχεις τα μικρά σου αδέρφια. Κι εγώ καμιά φορά φωνάζω στις δύο αδερφούλες μου. Αλλά ό,τι και να κάνεις είναι μικρά παιδάκια.
-Κι ο Θοδωράκης δεν έκανε τίποτα κακό, συμπλήρωσε η Αϊσέ. Θέλει μόνο να διορθώσει το αγαπημένο του άγαλμα, αυτό είναι όλο.
-Έχετε δίκιο. Το παράκανα. Συγγνώμη, Θοδωράκο, είπε στον μικρό χαϊδεύοντάς του το κεφαλάκι. Σου υπόσχομαι πως αύριο θα πάμε με τα κορίτσια για να φτιάξουμε μάτια για την αρκουδίτσα.

Ο Θοδωράκης άρχισε να χοροπηδά από τη χαρά του και τις αγκάλιασε όλες χαρούμενος.

Τον ίδιο ενθουσιασμό είχε και την επόμενη μέρα, όταν η Αϊσέ μαζί με τη Ρεβέκκα προσγειώθηκαν μπροστά τους. Είχε ήδη βρει δύο όμοιες πέτρες, τις είχε σκαλίσει το πρωί και τώρα κρατούσε στα χέρια του δύο πέτρινα στρογγυλά μάτια με μεγάλα βλέφαρα. Η παρέα ξεκίνησε αμέσως για το σημείο όπου βρισκόταν η μαρμάρινη αρκούδα. Έφτασαν τρέχοντας και ο Θοδωράκης προχώρησε προσεκτικά μπροστά από το πρόσωπο της αρκούδας. Αργά αργά έβαλε τα δύο μάτια στις άδειες κόγχες. Τότε συνέβη κάτι απίστευτο. Η αρκούδα άρχισε να ακτινοβολεί ολόκληρη. Το μαρμάρινο κορμί της άρχισε να αποκτά πυκνό τρίχωμα στο χρώμα του μελιού και τα μάτια της άρχισαν να ανοιγοκλείνουν. Σιγά σιγά ξεπάγωσε και στάθηκε στα πίσω πόδια της.

-Μη με φοβάστε, είπε στα παιδιά που πισωπατούσαν τρομαγμένα. Δεν θα σας κάνω κακό.
-Μπορείς και μιλάς; είπε έκπληκτη η Αϊσέ.
-Ναι, Αϊσέ. Μιλάω με ανθρώπινη φωνή ακριβώς όπως κι εσύ μεταμορφώνεσαι σε πελαργό με το μαγικό σου φλουράκι.
-Πώς τα ξέρεις όλα αυτά; απόρησε η Ρεβέκκα.
-Ακόμα κι όταν ήμουν μαρμαρωμένη άκουγα τα πάντα γύρω μου. Ξέρω πως είστε η Αϊσέ, η Ρεβέκκα, η Ελένη και ο Θόδωρος. Εγώ είμαι η Σιλβάνα.
-Γιατί ήσουν πετρωμένη; ρώτησε διστακτικά η Ελένη.
-Καλή ερώτηση. Αυτή είναι μια μεγάλη ιστορία. Έχετε ώρα να την ακούσετε;
Έγνεψαν καταφατικά και η Σιλβάνα ξεκίνησε:

-Ζω εδώ και αιώνες σε αυτό το δάσος. Από την εποχή που υπήρχε ομόνοια στη γη. Ώσπου κάποιος άνθρωπος πολύ ισχυρός ήθελε να έχει όλη τη δύναμη και τα πλούτη στα χέρια του. Κατασκεύαζε ένα μαγικό φίλτρο για να κάνει τους ανθρώπους να ξεχάσουν ποιοι είναι και να εγκαταλείψουν το βιος τους για να το αρπάξει αυτός. Όμως δεν τα κατάφερε γιατί τον πήρα είδηση και προειδοποίησα τους χωριανούς. Τότε με καταράστηκε να μαρμαρώσω για πάντα και μου πήρε τα μάτια μου. Η κατάρα θα λυνόταν μόνο αν κάποιος μου έδινε καινούρια. Κανείς, όμως, μέχρι τώρα δεν είχε τόση αγνότητα και απλότητα στην ψυχή ώστε να σκεφτεί να το κάνει. Στο μεταξύ, τα πουλιά που ήταν φίλοι μου και κατέβαιναν στο χωριό, μού είπαν πως οι άνθρωποι δεν ήταν όπως πριν. Μπορεί να είχαν γλιτώσει από το φίλτρο του άπληστου συγχωριανού τους, αλλά η αμφιβολία και η δυσπιστία είχαν δηλητηριάσει για πάντα τις ψυχές τους.

Η Αϊσέ δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί στο μάθημα της καλλιγραφίας. Η Γκιουλμπαχάρ θύμωσε μα η μικρή της ξαδέρφη δεν της έδωσε σημασία. Ο νους της έτρεχε στην ιστορία της Σιλβάνα. Πώς να ήταν άραγε ο κόσμος όταν δεν υπήρχε διχόνοια; Όταν κανείς δεν είχε διαφορές με κανέναν και δεν υπήρχαν αντιπάθειες και έχθρες; Σε έναν τέτοιο κόσμο θα μπορούσε να κάνει παρέα με όποιον ήθελε. Δεν θα χρειαζόταν πια να κρύβει τη φιλία της με τη Ρεβέκκα, την Ελένη, τον μικρό Θοδωράκη. Ούτε θα καυγάδιζε κάθε τρεις και λίγο με την Γκιουλμπαχάρ.

Αλλά προς το παρόν αυτό ήταν απλώς ένα όνειρο. Που όμως το ζούσε κάθε απομεσήμερο. Όλοι μαζί εξερευνούσαν τη φύση, έπαιζαν και ζωγράφιζαν. Κι ο μικρός Θοδωράκης μέρα με τη μέρα σκάλιζε όλο και πιο όμορφα πράγματα. Τούς έφτιαξε μάλιστα και τις προτομές τους οι οποίες κοσμούσαν τώρα τις ρίζες του πιο ψηλού δέντρου. Και η Σιλβάνα τούς ξενάγησε σε όλο το δάσος και τους έδειξε ζώα και φυτά που μόνο στα βιβλία είχαν δει μέχρι τότε.

Αυτές οι ώρες έδιναν στην Αϊσέ δύναμη να υπομένει την πλήξη του σπιτιού της και την αποδοκιμασία της Γκιουλμπαχάρ που γινόταν όλο και πιο μεγάλη καθώς την έβλεπε τόσο αφηρημένη κάθε μέρα. Έτσι αφηρημένη ήταν και εκείνο το απόγευμα που επέστρεφε στο δωμάτιό της. Πέταξε προς το παράθυρο χωρίς να προσέξει το χέρι που την άρπαξε από τα πόδια. Προτού το καταλάβει, ένα χοντρό σκοινί της έκλεισε σφιχτά και τα δυο της φτερά.

-Σε τσάκωσα, πουλάκι μου! Ώστε ήταν αλήθεια λοιπόν ότι το έσκαγες κάνοντας μάγια!

Η Αϊσέ γύρισε έντρομη το πελαργίσιο ακόμα κεφάλι της και είδε τον Αλή, τον άντρα της Γκιουλμπαχάρ που ήταν δέκα φορές πιο αυστηρός από την ίδια. Της έδεσε ακόμα πιο σφιχτά τα φτερά και κατέβηκε από το δέντρο. Την έσυρε ως την πόρτα και χτύπησε δυνατά. Η μητέρα της Αϊσέ άνοιξε αμίλητη και θλιμμένη. Έκανε νόημα στον ανηψιό της να περάσει. Αμέσως η Γκιουλμπαχάρ όρμηξε πάνω της και άρχισε να ψαχουλεύει το αριστερό της φτερό. Έπιασε ένα πούπουλο που ήταν κάπως πιο μικρό από τα άλλα και με εντελώς στρογγυλεμένη άκρη. Το τράβηξε με δύναμη και της έμεινε στο χέρι το μαγικό φλουράκι. Η Αϊσέ κραύγασε από τον πόνο καθώς γινόταν ξανά άνθρωπος.

-Είδες, θείε Χασάν; Σας το έλεγα ότι κάτι συμβαίνει! φώναξε χαιρέκακα η Γκιουλμπαχάρ.
-Κόρη μου, γιατί το έκανες αυτό; Πού πήγαινες; της είπε πικραμένη η μαμά της.
-Δεν χρειάζονται γλύκες, Χασρέτ, την έκοψε ο πατέρας και, τραβώντας απότομα την Αϊσέ από το μπράτσο, την οδήγησε στο δωμάτιό της όπου και την κλείδωσε.
-Για να μάθεις να το σκας από το σπίτι σαν τον κλέφτη! Και μάλιστα να πιάνεις και φιλίες με άπιστους! της φώναξε γυρνώντας για τελευταία φορά το κλειδί.
Στο μεταξύ, ακριβώς το ίδιο έκαναν με την κόρη τους ο Ιακώβ και η Εσθήρ.
-Μας ντρόπιασες, Ρεβέκκα, φώναζε η μητέρα της.
-Τίποτα κακό δεν έκανα! Φίλους έκανα!
–Και τι φίλους, ειρωνεύτηκε ο πατέρας της. Αλλόθρησκους! Πώς τόλμησες να μας εξευτελίσεις έτσι, παλιοκόριτσο; Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι σαν εμάς και δεν θα τους ξαναδείς ποτέ!
Και στο σπίτι της Ελένης και του Θοδωράκη τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Η μητέρα τους έξω φρενών περίμενε να έρθει ο άντρας της από τα πρόβατα. Κάποια στιγμή η πόρτα άνοιξε.
-Για έλα, φώναξε μόλις τον είδε. Έλα να ακούσεις τα κατορθώματα του παιδιού και της θυγατέρας σου!
Ο Βασίλης έμεινε άφωνος όταν του τα είπε.
-Αλήθεια, Μαριγώ; Έκαναν τέτοιο πράγμα;
-Όπως σε βλέπω και με βλέπεις!
-Δεν ντρέπεστε, παλιόπαιδα; Τόσα χριστιανόπουλα έχει το χωριό! Με την Οβριά και την Αγαρηνή κάνετε παρέα; Μ’ αυτούς που σταύρωσαν το Χριστό και μ’ αυτούς που μας έσφαξαν;
-Η Ρεβέκκα και η Αϊσέ δεν έκαναν κανένα κακό! τον έκοψε η Ελένη.
-Βγάλε το σκασμό! Και γρήγορα στο δωμάτιό σας! Και να μην ξανακούσω αυτά τα ονόματα!

Για πολλές μέρες τα τέσσερα παιδιά ήταν αναγκασμένα να μένουν μέσα σε τέσσερις τοίχους. Η μοναδική τους απασχόληση ήταν να περιμένουν λίγο ψωμί και νερό δυο φορές την ημέρα. Οι μέρες κυλούσαν θλιβερές, ίδιες κι απαράλλαχτες και τους έπνιγε το άδικο. Ένιωθαν τόση οργή που τους τιμωρούσαν για τη φιλία τους...

Ακόμα περισσότερη οργή ένιωσε η Αϊσέ όταν άνοιξε η πόρτα του δωματίου της και είδε ξανά μπροστά της την Γκιουλμπαχάρ.

-Τι θες εσύ εδώ;
-Αϊσέ, συγγνώμη!
Το χέρι της Αϊσέ προσγειώθηκε στο πρόσωπο της Γκιουλμπαχάρ προτού το συνειδητοποιήσει.
-Σταμάτα να κάνεις τη θλιμμένη! Με χώρισες από τους φίλους μου! Δεν σου αρκεί αυτό; Τι έρχεσαι και με περιπαίζεις;
-Άκουσέ με! Ήρθα για το καλό σου. Δεν περίμενα ότι θα σε τιμωρούσαν τόσο σκληρά. Το έκανα γιατί ανησυχούσα για σένα.
-Το έκανες γιατί είσαι μίζερη και με φθονούσες που ζούσα πιο ελεύθερα από εσένα!
-Ναι, είναι αλήθεια. Από την ώρα που με πάντρεψαν με τον Αλή, η ζωή μου ήταν μόνο κανόνες και τίποτε άλλο. Έτσι, ζήλευα ό,τι όμορφο και ελεύθερο έβλεπα γύρω μου. Αλλά μετάνιωσα, Αϊσέ. Δεν θέλω η μικρή μου εξαδέλφη να ζήσει τα ίδια. Κι όταν πέρασα κρυφά έξω από το σπίτι της Ρεβέκκας και την άκουσα να κλαίει, κατάλαβα πέρα για πέρα το λάθος  μου.
Η Αϊσέ την κοιτούσε χωρίς να μπορεί να πει ούτε λέξη. Ήταν τόσο καλή ηθοποιός η Γκιουλμπαχάρ ή όντως έλεγε την αλήθεια;
-Φύγε, Αϊσέ. Έχω στο δέντρο το άλογό μου. Πάρ’ τον, βρες τη Ρεβέκκα και φύγετε μακριά.
-Να πάρω τον Αριστοτέλη και να φύγω μακριά; Μα, Γκιουλμπαχάρ, εσύ ποτέ δεν αποχωρίστηκες το άλογό σου. Κι αν ο Αλή και οι γονείς μου καταλάβουν τι έκανες;
-Έχω μαζέψει τα πράγματά μου και φεύγω από το σπίτι. Θα πάω σε ένα μέρος που δεν θα με βρει κανείς. Εσύ, τώρα, φύγε. Δεν έχεις χρόνο, της είπε καθώς τη βοηθούσε για να κατέβει στα κλαδιά του δέντρου.
-Να προσέχεις, πρόλαβε να της πει μόλις έπιασε στα χέρια της τα χαλινάρια του Αριστοτέλη.
Ούτε που κατάλαβε πως έφτασε στο σπίτι της Ρεβέκκας. Πήγε κρυφά στην πίσω πλευρά και την είδε στο παράθυρό της. Ένα βλέμμα μόνο αρκούσε. Η Ρεβέκκα άρπαξε τα σεντόνια από το κρεβάτι της, τα έδεσε στο παράθυρο και προσγειώθηκε στη ράχη του αλόγου πίσω από την Αϊσέ. Την αγκάλιασε σφιχτά και εκείνη με τη σειρά της τράβηξε ξανά τα χαλινάρια.
-Τι; Πώς; Πώς το έσκασες, Αϊσέ;
-Δεν έχουμε χρόνο για ιστορίες. Πάμε να βρούμε την Ελένη και τον Θόδωρο.
-Και τι θα κάνουμε;
-Θα ζητήσουμε βοήθεια από τη Σιλβάνα. Αν γίνεται να μας κρύψει για λίγες μέρες μέχρι να φύγουμε μακριά.

Μόλις έφτασαν στο χωριό, κατέβηκαν γρήγορα από το άλογο για να ψάξουν για το σπίτι της Ελένης. Έπρεπε να περνούν απαρατήρητες για το καλό τους.

-Αριστοτέλη, είπε στο άλογο η Αϊσέ, εμείς τώρα είμαστε ασφαλείς. Σε ευχαριστούμε πολύ που μας βοήθησες. Πήγαινε, όμως, να βρεις την Γκιουλμπαχάρ. Εσένα χρειάζεται, εσύ μπορείς να την προστατέψεις.

Το άλογο την κοίταξε για μια στιγμή σαν να κατάλαβε και αμέσως έκανε μεταβολή και έφυγε καλπάζοντας ακόμα πιο γρήγορα. Η Αϊσέ και η Ρεβέκκα περνούσαν αθόρυβα από κάθε σπίτι προσπαθώντας να ακούσουν ή να δουν κάποιο σημάδι των φίλων τους. Είχαν χάσει κάθε ελπίδα όταν ξαφνικά είδαν μια γυναίκα ολόιδια με την Ελένη. Δε χωρούσε αμφιβολία πως αυτό ήταν το σπίτι της και η γυναίκα αυτή πρέπει να ήταν η μαμά της. Την παρακολούθησαν αθόρυβα και την είδαν να κλείνει τα πατζούρια ενός δωματίου. Μέσα ήταν κι ένας άντρας με ένα τεράστιο μουστάκι. Άρα, σε αυτό το παράθυρο δε θα έβρισκαν τους φίλους τους. Το άλλο παράθυρο ήταν ήδη κλειστό. Πλησίασαν.

-Ελένη, ψιθύρισαν.

Καμιά απάντηση. Έσπαγαν το κεφάλι τους να βρουν έναν άλλο τρόπο να της δώσουν να καταλάβει πως ήταν εκεί. Εκτός από το να πετάξουν πέτρες. Δεν ήθελαν να τις καταλάβει κανείς άλλος εκτός από τους φίλους τους. Η Ρεβέκκα τότε είδε κοντά στο άλλο παράθυρο μια φτέρη. Έκοψαν ένα κλαράκι και το έσπρωξαν ανάμεσα στα ξύλα του πατζουριού. Αμέσως άκουσαν τη φωνή της Ελένης:

-Ποιος είναι εκεί;
-Εμείς είμαστε, Ελένη, της απάντησε η Αϊσέ.
-Ήρθαμε να σας πάρουμε, συμπλήρωσε η Ρεβέκκα. Θα βρούμε τη Σιλβάνα και μετά θα φύγουμε μακριά.

Η Ελένη ξύπνησε γρήγορα τον Θοδωράκη και του είπε να μη βγάλει μιλιά. Τα δυο αδέρφια άνοιξαν όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν τα παραθυρόφυλλα. Η Ελένη έδωσε τον Θόδωρο στην αγκαλιά τους και σκαρφάλωσε και η ίδια στο περβάζι. Μόλις πάτησε στο έδαφος ξεκίνησαν όλοι τρέχοντας πιασμένοι χέρι χέρι για το βουνό. Όταν μπήκαν στο δάσος άρχισαν να φωνάζουν τη Σιλβάνα.
-Ελένη! Θόδωρε! Ρεβέκκα! Αϊσέ! Πού είστε; Γιατί δεν ήρθατε τόσες μέρες;
-Σιλβάνα, χρειαζόμαστε βοήθεια. Μπορείς να μας κρύψεις κάπου; Θα σου τα εξηγήσουμε όλα, είπε με μια ανάσα η Ρεβέκκα.
-Από δω, τους είπε κάνοντάς τους νόημα να την ακολουθήσουν σε ένα μονοπάτι που οδηγούσε σε μια σπηλιά.

Στο μεταξύ, όσο τα παιδιά διηγούνταν στη Σιλβάνα όλα όσα πέρασαν, οι δικοί τους αντιλήφθηκαν την απουσία τους. Οι γονείς της Αϊσέ ξεκίνησαν αμέσως για το χωριό με οδηγό τον Αλή που την είχε παρακολουθήσει. Ήταν κάτι παραπάνω από πρόθυμος να τους οδηγήσει ως εκεί γιατί μαζί με την Αϊσέ ήλπιζε να βρει και να τιμωρήσει και τη γυναίκα του που είχε σηκώσει ξαφνικά κεφάλι. Πριν ξεκινήσουν έστειλε τον μικρό του υπηρέτη να ειδοποιήσει όλους τους φίλους του που ήταν κι εκείνοι ιππείς και σκληροτράχηλοι πολεμιστές για να τους βοηθήσουν στην έρευνα γύρω από «αυτό το παλιοχώρι» όπως αποκαλούσε πλέον το χωριό της Ελένης και του Θόδωρου. Οι θείοι του είχαν εντυπωσιαστεί και εκείνος καμάρωνε σαν το παγώνι. Και καμάρωνε ακόμα περισσότερο όταν ήρθαν να τον συναντήσουν οι γονείς της Ρεβέκκας για να τον ρωτήσουν πως να βρουν αυτό το χωριό. Ευχαριστημένος που οι «άπιστοι» είχαν πέσει στην ανάγκη του, τούς έδωσε όλες τις απαραίτητες οδηγίες. Εκείνοι γύρισαν στο σπίτι τους, ετοίμασαν το κάρο τους και ζήτησαν τη βοήθεια των συγγενών τους που τους ακολούθησαν πρόθυμα. Το ίδιο πρόθυμοι να βοηθήσουν ήταν και όλοι οι συγχωριανοί των γονιών της Ελενης και του Θόδωρου. Έτσι, σε λίγες ώρες το χωριό και η γύρω περιοχή γέμισε ανθρώπους που έψαχναν τα τέσσερα παιδιά. Ως την αυγή, που τα νέα είχαν διαδοθεί, είχαν φτάσει κι άλλοι συγγενείς της Ελένης και της Ρεβέκκας.

Για κακή τους τύχη, ο μικρός Θοδωράκης βγήκε από τη σπηλιά για να μαζέψει τις σκαλιστές πέτρες που είχε αφήσει έξω. Ένας χωριανός τον είδε και τον κυνήγησε ως τη σπηλιά. Σταμάτησε τρομαγμένος μόνο όταν πετάχτηκε μπροστά του η Σιλβάνα. Έκανε αμέσως μεταβολή και έτρεξε να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους.

Σε λίγη ώρα είχε γίνει αυτό που φοβόταν οι τέσσερις φίλοι. Οι γονείς τους μαζί με μερικούς συγγενείς έφτασαν έξω από τη σπηλιά. Η Σιλβάνα βγήκε έξω και έσυρε έναν τεράστιο βράχο μπροστά από το άνοιγμα της σπηλιάς έτσι που μόνο μια χαραμάδα άφηνε τα παιδιά να βλέπουν τι γινόταν έξω.

-Τι ζητάτε στο δάσος μου; είπε στο πλήθος.
-Δώσε μας πίσω τα παιδιά μας! φώναξαν με μια φωνή οι έξι γονείς. Ξέρουμε πως τα κρύβεις στη σπηλιά σου!
-Με τη θέλησή τους ήρθαν! Και τώρα βρίσκονται υπό την προστασία μου!
-Τι θες να πεις; Νομίζεις ότι προστατεύεις τα παιδιά μας από εμάς τους ίδιους; της είπε οργισμένος ο Βασίλης.
-Πόσο θράσος έχεις; Εμείς είμαστε γονείς τους, εσύ δεν είσαι τίποτα για αυτά! συμπλήρωσε ο Χασάν.
-Άνοιξε τη σπηλιά τώρα! ούρλιαξε ο Ιακώβ.
-Δεν θα την ανοίξει, γιατί δεν το θέλουμε εμείς! απάντησε η κόρη του.
-Ρεβέκκα! Έτσι κι έρθω εκεί, απάντησε με ύφος απειλητικό.
Έκανε να προχωρήσει, μα η Σιλβάνα τον απώθησε
-Θα μπορούσαμε να το συζητήσουμε αν θέλετε. Ιδιαιτέρως, τους είπε χτυπώντας παλαμάκια με τα δύο μπροστινά της πόδια.

Αμέσως τα δέντρα μετακινήθηκαν σε έναν κύκλο σχεδόν χωρίς κανένα κενό μεταξύ τους. Μέσα στον κύκλο έμειναν μόνο οι έξι γονείς και η Σιλβάνα.

-Λέγε, τι θέλεις να μας πεις; ρώτησαν όλοι μ’ ένα στόμα.
-Τίποτα απολύτως, απάντησε πλησιάζοντάς τους απειλητικά.

Έμεινε για λίγη ώρα σιωπηλή. Ώσπου σήκωσε το μπροστινό της πόδι και τους χτύπησε. Ο Χασάν δέχτηκε σχεδόν όλη την ορμή του χτυπήματος και σωριάστηκε καταγής από τη ζάλη. Ο Ιακώβ και ο Βασίλης άρχισαν να της πετούν πέτρες, μα ήταν τόσο γρήγορη που καμιά δεν την πετύχαινε. Τους πλησίασε ξανά και τίναξε το πόδι της προς το μέρος τους. Τα γαμψά της νύχια γέμισαν τα πόδια τους βαθιές πληγές που αιμορραγούσαν. Τα τέσσερα παιδιά παρακολουθούσαν από τη σχισμή με κομμένη την ανάσα. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι η Σιλβάνα τούς είχε προδώσει.

Στο μεταξύ οι τρεις μάνες προσπαθούσαν να βρουν έναν τρόπο να πλησιάσουν τη σπηλιά. Μα η Σιλβάνα γρύλιζε απειλητικά κάθε φορά∙ όχι πια με ανθρώπινη φωνή, μα σαν αρκούδα. Όταν μάλιστα έσπασαν ένα χοντρό κλαδί και προσπάθησαν κι αυτές να τη χτυπήσουν, το άρπαξε από την άλλη άκρη και τις τίναξε μακριά. Καθώς σηκώνονταν μορφάζοντας από τον πόνο, η αρκούδα προχώρησε μουγγρίζοντας προς τους άντρες τους. Εκείνες έβαλαν φτερά στα πόδια τους και στάθηκαν μπροστά τους σαν ασπίδες. Η αρκούδα τούς γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε. Στο μεταξύ εκείνες στράφηκαν προς τους τραυματισμένους. Έκοψαν κομμάτια από τα ρούχα τους για να δέσουν τις πληγές του Ιακώβ και του Βασίλη. Ο Χασάν προσπάθησε να τις βοηθήσει αλλά ο δεξιός του καρπός είχε πρηστεί.

-Χασάν, το χέρι σου, είπε ο Βασίλης. Είναι στραμπουληγμένο, μην το ζορίζεις.

Ο Ιακώβ έδωσε τον σουγιά του στην Εσθήρ. Εκείνη έκοψε δυο κλαδιά και μαζί με τη Χασρέτ έφτιαξαν νάρθηκα για τον καρπό του Χασάν. Η Μαριγώ παραφύλαγε μήπως ερχόταν ξανά η αρκούδα.

Όταν τα τραύματα δέθηκαν, έδωσαν τα χέρια και οι έξι βοηθώντας ο ένας τον άλλο να σηκωθεί.
-Αυτό ακριβώς ήθελα να δω, άκουσαν τη Σιλβάνα να λέει.

Αμέσως το μελένιο της τρίχωμα άρχισε να ακτινοβολεί όπως τότε που οι τέσσερις φίλοι την ξεμαρμάρωσαν. Τα δέντρα άρχισαν να παίρνουν ξανά τις αρχικές τους θέσεις και ο βράχος μπροστά από τη σπηλιά εξαφανίστηκε. Στο τέλος εξαφανίστηκε και η ίδια η Σιλβάνα. Τα παιδιά βγήκαν από τη σπηλιά και έτρεξαν στους γονείς τους. Έγιναν όλοι μαζί μια αγκαλιά. Τώρα πια είχαν καταλάβει πως η αγάπη, η φιλία και η συμπόνια δεν είχαν σύνορα. Πως πιο πολλά ήταν αυτά που τους ένωναν.

-Κάναμε ένα μεγάλο λάθος, είπαν οι γονείς στο απορημένο πλήθος. Τιμωρήσαμε όχι κάτι κακό αλλά τη φιλία των παιδιών μας.

Όσα συνέβησαν άρχισαν να μεταδίδονται από στόμα σε στόμα. Προκαλούσαν μεγάλη συγκίνηση σε όποιον τα άκουγε. Οι μόνοι που δεν συγκινήθηκαν ήταν  οι πολεμόχαροι ιππείς. Όταν αντιλήφθηκαν πως κανείς από το πλήθος δεν ήθελε πόλεμο, έφυγαν μακριά και κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν. Μαζί τους έφυγε και ο Αλή. Έτσι η Γκιουλμπαχάρ γλίτωσε από την τυραννία του. Λίγο καιρό αργότερα έφερε στον κόσμο ένα κοριτσάκι. Αποφάσισε να την μεγαλώσει μαζί με την Αϊσέ. Ζήτησε μάλιστα από τους τέσσερις φίλους να διαλέξουν όνομα για το μωρό. Εκείνοι, αφού έκαναν μια μικρή συνεδρίαση, αποφάσισαν να την ονομάσουν «Ομόνοια».

Και η Σιλβάνα; Κανείς δεν την είδε ξανά στο δάσος. Είχε έρθει ένα καινούριο παράξενο πλάσμα όμως. Οι χωρικοί πίστευαν πως ήταν ξωτικό ή νεράιδα γιατί έμοιαζε με ψηλή, επιβλητική και αέρινη γυναίκα. Είχε μακριά μαλλιά στο χρώμα του μελιού και έτρεχε εδώ και εκεί πατώντας ανάλαφρα και τραγουδώντας ένα παράξενο και ακαταλαβίστικο τραγούδι. Κανείς δεν είχε καταφέρει να την πλησιάσει αρκετά ώστε να ακούσει τι ακριβώς έλεγε. Μόνο ο Θοδωράκης μαζί με άλλα δύο βοσκόπουλα κατάφεραν μια μέρα να πιάσουν μερικές λέξεις: «Αν όλοι οι άνθρωποι της γης πιάναν γερά τα χέρια»...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου