Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

Ζητείται Ελπίς: Ιστορίες από το εργαστήρι στο Χαλάνδρι

 Ζητείται ελπίς από το Χαλάνδρι

Στο εργαστήριο που πραγματοποιείται με αφορμή το έτος Σαμαράκη από το Αετοπούλειο  Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Χαλανδρίου με τίτλο «Το δέντρο του Αντώνη» ζητήσαμε από τους συμμετέχοντες να γράψουν από μια δική τους ιστορία με τίτλο «Ζητείται Ελπίς» από το ομώνυμο πρώτο βιβλίο του μεγάλου μας συγγραφέα.

Καθώς μπήκαμε στο 2021 και η ελπίδα είναι αυτό που μας χρειάζεται περισσότερο, είπαμε να μοιραστούμε μαζί σας τις πρώτες ιστορίες…

Θα υπάρξει και συνέχεια.




Ζητείται Ελπίς

Του Χάρη Αντωνάκου

Ζητείται Ελπίς φώναξε η μητέρα του Χάρη βλέποντας τον χαμό που είχε δημιουργήσει το νέο μέλος . Το νέο μέλος είναι ένα σκυλάκι ονόματι Όσκαρ . Η γενικότερη ιστορία που οδήγησε σε αυτήν την αντίδραση είναι ακατάλληλη και αφήνεται στην φαντασία του καθενός

Ζητείται ελπίς

 του Παναγιώτη Βλαχογιάννη

Πολλές φορές όταν κάνω βόλτα, βλέπω διάφορα εγκαταλελειμμένα σπίτια που είναι βυθισμένα μέσα στα λουλούδια και στα αγριόχορτα και ζητάνε ελπίδα. Ελπίδα για να μπορέσουν να κρατηθούν στα θεμέλια τους και να μη γκρεμιστούν σαν τραπουλόχαρτα.

Νοσταλγούν τις φωνές των ανθρώπων και τις χαρές των παιδιών που έζησαν εκεί κάποτε.        Θέλουν να έχουν κάποιον να τα φροντίζει και να τα συντηρεί όταν το χρειάζονται και σε καμία περίπτωση δεν θέλουν να τα γκρεμίσουν και στη θέση τους να χτιστούν  πολυκατοικίες, γιατί έτσι γκρεμίζονται οι αναμνήσεις τους!!! 

Ζητείται ελπίς.

 

Ζητείται Ελπίς

 της Αμύρσας Γιαννακάκη

 

Σήμερα θα ήθελα να σας διηγηθώ πώς βρήκα την ελπίδα μες το μαγαζί μου!

Ήταν Χριστούγεννα, όχι πολλά χρόνια πριν. Εκείνες τις μέρες είχα ανοιχτό το παιχνιδάδικο.

Καθόμουν στην καρέκλα του μαγαζιού, που δεν ήταν και πολύ άνετη και θαύμαζα τη θέα από το παράθυρο δεν είχα και τίποτε άλλο να θαυμάσω.

Το παιχνιδάδικο ήταν άθλιο. Όλα τα παιχνίδια φαινόταν παλιά, τα ράφια σκονισμένα και το μέρος μύριζε απαίσια. Κι εκεί που όλα ήταν χάλια, ένα κοριτσάκι στάθηκε στην πόρτα του μαγαζιού μου.

είχε μαύρα, κατσαρά μαλλιά και κατάμαυρα μάτια. Το δέρμα της σκουρόχρωμο, φορούσε ένα κίτρινο χτυπητό φουστάνι. Έλεγα συνέχεια μέσα μου, ας της αρέσουν τα παιχνίδια μου! Λες να φύγει χωρίς να πάρει τίποτα;

Ξέρετε, δεν ερχόταν πολλά παιδιά στο μαγαζί μου, ούτε έβγαζα πολλά λεφτά. Αν κι εμφανισιακά το κορίτσι δεν ήταν ιδιαιτέρα όμορφο, από κοντά τα μάτια της άστραφταν σαν διαμάντια και μύριζε τριαντάφυλλο. Κοίταζε για αρκετή ώρα τα παιχνίδια με προσοχή και τελικά αποφάσισε να πάρει δύο.

"Ένα για μένα κι ένα για το πρώτο παιδί που θα βρω στο δρόμο και χρειάζεται βοήθεια".

Δεν μπορούσα να το πιστέψω! Σαράντα χρόνια έχω αυτό το μαγαζί και πότε κανένα παιδί δεν έχει ξαναπεί κάτι τέτοιο.

Δεν μπορούσα να το αντέξω κι έβαλα τα κλάματα. Έκλαιγα με λυγμούς,60 χρόνων άντρας και δεν μπορούσα να σταματήσω.

Το κοριτσάκι δεν ήξερε να μιλάει καλά ελληνικά, κατάλαβε όμως, έβγαλε ένα χαρτομάντιλο από την τσέπη του και μου το έδωσε.

Έπειτα αράδιασε τα ψιλά που είχε μαζέψει από τα κάλαντα πάνω στον πάγκο κι άρχισε να τα μετράει.

Είχα συγκινηθεί τόσο που της είπα πως δεν χρειάζεται πληρωμή. Είχε πληρώσει με την καλή της πράξη. Είπε ευχαριστώ και γύρισε την πλάτη να φύγει.

Καθώς την έβλεπα να ξεμακραίνει έτρεξα να τη ρωτήσω "πώς σε λένε"

 

Κι αυτή με ένα γλυκό χαμόγελο φώναξε δυνατά ΕΛΠΙΔΑ.

Τις υπόλοιπες μέρες το μαγαζί μύριζε τριαντάφυλλο.

 

Ζητείται Ελπίς

από την Πέγκυ Καραγιάννη

 Ήταν όλη την ημέρα επάνω στα τακούνια και μέσα στα αυστηρά στενά ρούχα της δουλειάς.

Μετρούσε λεπτό το λεπτό να φτάσει στο σπίτι, ανάσα την ανάσα να μπει στην είσοδο της πολυκατοικίας και να πετάξει τα παπούτσια.

Οδηγώντας ήθελε τόσο πολύ να γκρινιάξει, να φωνάξει δεν αντέχω άλλο αυτή τη δουλειά, αυτή τη ζωή. Θυμόταν ωστόσο όλες τις θεωρίες που είχε διαβάσει περί του νόμου της έλξης, όπως η γκρίνια φέρνει γκρίνια, δες την ζωή θετικά, χαμογέλα κλπ. Αρκέστηκε στο να πάρει μερικές βαθιές ανάσες, έτσι και αλλιώς σε λίγο θα ήταν στο σπίτι της.

Έφτασε και πριν καλά καλά βάλει το κλειδί στην εξώπορτα πέταξε τα τακούνια, μια κραυγή ανακούφισης βγήκε από το στόμα της, οι πατούσες χύθηκαν σαν ζελέ στο πάτωμα και κόλλησαν όπως οι βεντούζες. Ανέβαινε, σχεδόν ξυπόλητη, βαριά ένα- ένα τα σκαλοπάτια.

Κάθε σκαλί και μια σκέψη. Σκαλί πρώτο θα κάνω ένα καυτό μπάνιο, σκαλί δεύτερο θα βάλω πυζάμες, σκαλί τρίτο θα κλείσω το τηλέφωνο, σκαλί τέταρτο θα κοιμάμαι δυο μέρες συνεχόμενα, σκαλί πέμπτο θα συγκεντρωθώ στον εαυτό μου.

Μπαίνει επιτέλους σπίτι έτοιμη να πραγματοποιήσει το όνειρο. Το σκυλί ορμάει επάνω της , χαρούμενο την μύριζε και την έγλυφε. Σχεδόν την πέταξε κάτω.

- Εεεε τι έπαθες, σταμάτα, έλα και εγώ σε αγαπάω.  Ήσυχα τώρα.

Στο port mando είδε ένα σημείωμα, ήταν από τον γιό της.

 

         Φεύγω εκτάκτως, θα λείψω δύο μέρες. Ο σκύλος δεν έχει βγει βόλτα.

Τώρα δεν ήξερε τι να κάνει. Να γελάσει, να κλάψει, να φωνάξει; Αναβάλλονται το ζεστό μπάνιο, οι πυζάμες, ο ύπνος δυο μέρες συνεχόμενα . Όταν έκανε σχέδια είχε ξεχάσει τον σκύλο. Πάντα το πάθαινε.  Από την ημέρα που τον βρήκαν τα παιδιά και τον έφεραν  στο σπίτι ήταν ακόμη μια υποχρέωση στην καθημερινότητα της. Τον λάτρευε αλλά ζητούσε το δικαίωμα  να μοιράζετε την ευθύνη του.

Πετάει τα τακούνια από το χέρι, βάζει αθλητικά και ξαναβγαίνει με τον σκύλο στον δρόμο.

Ευτυχώς φυσούσε και ο αέρας την βοηθούσε να ανασάνει.

Ευτυχώς υπήρχε περιορισμός μετακινήσεων και δεν υπήρχε κανείς για να την δει να βουρκώνει.

Ευτυχώς μέσα από την μάσκα που φορούσε, μπορούσε να σιγομουρμουρά χωρίς να ντρέπεται.

Ευτυχώς ήταν Χριστούγεννα και τα φωτισμένα μπαλκόνια ήταν μια παρηγοριά. Αυτή την ώρα πόσο θα ήθελε έναν άνθρωπο να του πει τα παράπονά της, έναν άνθρωπο να ακούει με ανοιχτά αυτιά, έναν άνθρωπο να κρατήσει το λουρί του σκύλου που την τραβά.

Πως άλλαξε έτσι η ζωή. Κάποτε δεν ήξερε  σε ποιον φίλο να πρώτο τηλεφωνήσει.   Έναν καλούσε, δέκα μαζεύονταν. Τώρα πια αν αναζητούσε κάποιον η απάντηση ήταν κάπως έτσι

“ Σταμάτα να τηλεφωνείς, ξεκίνα να αναλάβεις τον εαυτό σου.”

Σήκωσε τα μάτια στα φωτισμένα μπαλκόνια και είδε σαν επιγραφές νέον τις λέξεις αυτό – βελτίωση, αυτό- εξυπηρέτηση, αυτό- αγάπη, αυτό- δέσμευση, αυτό- έλεγχος, αυτό – συντήρηση, αυτό- φροντίδα.

Από πότε ο άνθρωπος που πορεύεται μόνος έγινε ο δυνατός.

Εκείνη την στιγμή, στην μέση του δρόμου ήθελε να χάσει τον αυτό- έλεγχό της και να φωνάξει δυνατά να βγουν όλοι στα φωτισμένα μπαλκόνια.

Ζητείται άνθρωπος να πάει τον σκύλο βόλτα.

Ζητείται άνθρωπος να ακούει.

Ζητείται άνθρωπος να νοιάζεται.

Ζητείται πίσω το αγαπάτε αλλήλους ως εαυτόν.

Ζητείται πίσω μια ζωή μακρυά από την τρέλα και την μοναξιά.

Ζητείται Ελπίς γιατί χανόμαστε.

 

- Ζητείται Ελπίς, ακούτε;

 

Ζητείται Ελπίς

Του Δημήτρη Κωνσταντίνου

Χριστούγεννα! Γιορτή, ελπίδας και χαράς!. Όλοι μαζεμένοι γύρω από το τζάκι θυμόντουσαν ιστορίες από παλιά, τα παιδικά τους χρόνια και μάλιστα σε δύσκολες εποχές.

    Κάποια στιγμή, ο παππούς σηκώθηκε και κατέβηκε στην αποθήκη. Όταν επέστρεψε το πρόσωπό του ήταν φωτισμένο και στα χέρια του κρατούσε ένα μεγάλο κουτί. ‘’Τι βρήκα! Δε θα το πιστέψετε!’’ Μας είπε όλο χαρά.

    Όλοι μας μαζευτήκαμε γύρω του και η έκπληξή μας μεγάλωσε, όταν έβγαλε ένα χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο από το κουτί. Ήταν ένα παλιό, αλλά καλά διατηρημένο ,ξύλινο και ζωγραφισμένο ημερολόγιο Χριστουγέννων 25 ημερών, σαν αυτά που όλα τα παιδιά έχουν και τρώνε ένα σοκολατάκι κάθε μέρα μέχρι τα Χριστούγεννα ανοίγοντας τα παραθυράκια.

    ‘’Και τι το διαφορετικό έχει αυτό το ημερολόγιο και χάρηκες τόσο παππού;’’ ρώτησα αυθόρμητα. ‘’Χα ! Χα!’’ έκανε ο παππούς ‘’ Μην είσαι δύσπιστος’’. Όταν σου πω την ιστορία του και τι φέρνει το ημερολόγιο θα καταλάβεις. Αυτό το ημερολόγιο δεν έχει σοκολατάκια. Κάθε μέρα φέρνει μια ευχή για σένα, για τον κόσμο. ‘’Θα το χαρίσω σε σένα που με αμφισβήτησες πρώτος απ’ όλους’’.

     Πήρα το ημερολόγιο και την επομένη που ήταν 1η Δεκεμβρίου και θα άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση για τα Χριστούγεννα, έτρεξα στο ημερολόγιο. Όμως δεν είχε αριθμούς και δεν ήξερα πως θα λειτουργούσε. Είχε πορτάκια και έπρεπε να δοκιμάσω ένα κλειδάκι χρυσό που υπήρχε να ξεκλειδώσει το πορτάκι. Δοκίμαζα λοιπόν ανυπόμονα και νευρικά, με προσμονή μεγάλη τι θα φανερώσει το πορτάκι. Όταν επιτέλους άνοιξε κάποιο, βρήκα μια κάρτα με τη λέξη  ‘’Αισιοδοξία ‘’.

Εντυπωσιάστηκα, γιατί δεν κατάλαβα το ρόλο και τη λειτουργία της λέξης.

     Την επόμενη μέρα με το κλειδάκι άνοιξα την πόρτα ‘’Δημιουργία’’ τότε πήγα στον παππού, ζήτησα εξηγήσεις και εκείνος μου είπε ‘’Το έφτιαξε η γιαγιά μου, μετά από συμβουλές του πατέρα της και είναι το ημερολόγιο των επιθυμιών , των ευχών δηλαδή. Εκεί θα βρεις τις δικές σου εσωτερικές επιθυμίες και θα προσπαθήσεις να της υλοποιήσεις όσο καλύτερα μπορείς. ‘’  Είναι δηλαδή ένας οδηγός; αναρωτήθηκα.

“Στο τέλος, θα σε οδηγήσει σε ένα τεράστιο δώρο, τη δυσκολότερη και μεγαλύτερη ευχή. Απόλαυσε το δρόμο μέχρι εκεί και θα το συζητήσουμε τότε''.

     Είχα λοιπόν ένα γρίφο να λύσω, να περάσω όλες τις πόρτες μέχρι να μου φανερωθεί το “δώρο''. Συνέχισα κάθε μέρα μέχρι τα Χριστούγεννα  να ξεκλειδώνω ένα πορτάκι ‘’Φιλία”, “Αγάπη”, “Ευτυχία”, “Υγεία”, “Συγγνώμη”, “Αλληλεγγύη”, “Καλοσύνη’’. Μεγάλα δώρα και πράγματι μεγάλες επιθυμίες.

        Ήταν διασκεδαστικό και όλοι μαζί πια περιμέναμε την καθημερινή έκπληξη. ‘’ Επιτέλους έφτασα’’ σκέφτηκα όταν άνοιξα το τελευταίο πορτάκι ‘’ Ελπίδα''.   Έτσι είπε ο παππούς και έτσι έγινε.

Οι άνθρωποι απελπισμένοι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πια ελπίδα. Η ελπίδα, όμως είναι εκεί. Πάντα φωτεινή και θα την δείχνουμε  εμείς σ’ όποιον χρειάζεται.

 ‘’ Ζητείται Ελπίς'' η μεγαλύτερη ευχή όλων μας.

 

 

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ – ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ

του Νίκου Μικελάκη

Περασμένα μεσάνυχτα. Από το απόγευμα είχε σταματήσει να βρέχει, όμως μια πυκνή ομίχλη είχε απλωθεί στην πόλη. Άνοιξε την εξώπορτα αργά και κοίταξε με προσοχή τον άδειο δρόμο. Με την άκρη του ματιού του είδε το πρώτο του γκράφιτι που είχε κάνει πριν τέσσερις μήνες. Φόρεσε τον μαύρο σκούφο και τη μάσκα του και με βιαστικά βήματα κατηφόρισε για τον σταθμό του προαστιακού. Κοίταξε τον σκοτεινό ουρανό,  α σύννεφα που φούσκωναν για να βρέξει πάλι το πρωί, τα αστέρια και το φεγγάρι που κρυμμένα συνωμοτούσαν μαζί του.

Οι τελευταίες δύο ημέρες ήταν βροχερές και έμεινε στο σπίτι δουλεύοντας διάφορα σχέδια για την εργασία του. Όταν τους είπαν στην Καλών Τεχνών στην αρχή του εξαμήνου να ετοιμάσουν ένα project με θέμα την επίδραση της ζωγραφικής στον αστικό χώρο, ήξερε τι ήθελε να κάνει. Όσο ο καθηγητής ανέλυε το θέμα εκείνος ανακαλούσε τα εφηβικά του χρόνια, όταν προσπαθούσε να ανακαλύψει το φως μέσα από το τούνελ. «Η ζωγραφική δεν είναι δουλειά, είναι χόμπυ.  Δεν βγάζει μεροκάματο. Θα καταλήξεις σαν τους πλανόδιους που κάνουν γελοιογραφίες για ένα κομμάτι ψωμί. Πόσα χρήματα μπορείς να βγάλεις πουλώντας τις ζωγραφιές σου στο λιμάνι το καλοκαίρι στους τουρίστες;». Σιωπούσε, έσκυβε το κεφάλι, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια να αλλάξει τη γνώμη τους. Τότε ήταν που διάβασε το Ζητείται Ελπίς. Υπήρχε κάτι στη φράση αυτή που του έδινε δύναμη όλα αυτά τα χρόνια. Θυμάται την καθηγήτριά του να τους μιλάει με θέρμη για τα δικά της όνειρα και πως κατάφερε να τα πραγματοποιήσει. «Η αναζήτηση της ελπίδας» τους είχε πει «είναι μια πράξη γενναιότητας. Δεν είναι απελπισία, είναι δύναμη. Προσπαθώντας για το αδύνατο γίνεσαι πιο δυνατός».

Έτσι κάπως πήρε την απόφαση να ζωγραφίσει σε διάφορα σημεία της πόλης το σύνθημα  «ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ». Το ζωγράφισε στο πάρκινγκ του νοσοκομείου, έξω από ένα κλειστό σχολείο, σε ένα μισογκρεμισμένο τοίχο σε έναν οικισμό Ρομά. Την επόμενη ημέρα επέστρεφε και έβγαζε φωτογραφίες με τις αντιδράσεις των περαστικών. Με συγκίνηση την επόμενη ημέρα είδε τα παιδιά χαμογελαστά να δείχνουν τα γράμματα και τρις ζωγραφιές και να μιλούν δυνατά. Μπορεί να μην ήξεραν να διαβάζουν, αλλά στα μάτια τους ήταν ζωγραφισμένη η ελπίδα, η χαρά της ζωής.

Το ζωγράφισε σ’ έναν κεντρικό δρόμο της πόλης, σε ένα σημείο που έμεναν άστεγοι. Τους έδωσε ζεστό τσάι και μερικά τυροπιτάκια και τους παρακάλεσε αν θα μπορούσε να τους ενοχλήσει να κάνει το έργο του. Εκείνοι παραμέρισαν τις χαρτόκουτες και τις λερωμένες κουβέρτες και σαν μικρά παιδιά τον παρακολουθούσαν να ζωγραφίζει με τα σπρέι του. Πριν ξημερώσει έπεσαν για ύπνο, αφού τον ευχαρίστησαν για την ξεχωριστή βραδιά. Τις επόμενες ημέρες το γκράφιτι πήρε δημοσιότητα και αναδημοσιεύθηκε σε κάποια ηλεκτρονικά περιοδικά. Όταν ξαναπέρασε να τους χαιρετήσει του είπαν με χαρά πως αυξήθηκε το μεροκάματο. «Μάλλον επηρεάζονται από τη ζωγραφιά σου. Ο Θεός να σε έχει καλά», του είπαν. Αυτές οι στιγμές τον έκαναν να αγαπά ακόμα περισσότερό την τέχνη του.

Στην προσωπική του σελίδα ανέβαζε τις δικές του φωτογραφίες και με έκπληξη λάμβανε μηνύματα και φωτογραφίες. Μια μέρα επικοινώνησε μαζί του η ιδιοκτήτρια ενός εστιατορίου. Τον παρακάλεσε να ζωγραφίσει το σύνθημα έξω από το μαγαζί της. «Θα σου πληρώσω  εγώ τα χρώματα, τους μουσαμάδες, ό,τι θέλεις. Θέλω ο χώρος να ζωντανέψει ξανά, να δώσει τη χαρά που έχει χάσει. Το θέμα δικό σου, μια ζωγραφιά, δύο λέξεις μπορούν να μιλήσουν στην καρδιά μας». Σε λίγες ημέρες το εστιατόριο έγινε viral και ο ίδιος διάσημος στην ανωνυμία του.

Έστριψε και κατηφόρισε προς τον προαστιακό. Τον είχε επισκεφτεί αρκετές φορές, ώστε να έχει σχεδιάσει ένα ένα τα βήματά του. Θα έμπαινε από τα κομμένα συρματοπλέγματα και θα πηδούσε προσεκτικά στην αποβάθρα. Ο σταθμός ήταν στεγασμένος και όσο και να έβρεχε θα μπορούσε να ολοκληρώσει το έργο του μέχρι το πρωί. Όταν θα άνοιγε στις πέντε το πρωί ο σταθμός θα έβγαζε τις πρώτες φωτογραφίες. Τρεις μέρες δούλευε τα σχέδια. Τα είχε όλα στην τσάντα του. Δεν είχε όμως ακόμα αποφασίσει πιο θα έφτιαχνε. «Η απόφαση θα είναι της στιγμής» είχε αποφασίσει.

Έφτασε  έξω από τον σταθμό. Έκαιγε ολόκληρος από την ανυπομονησία. Κοίταξε γύρω του μήπως τον βλέπει κανείς κα χώθηκε  μέσα στα συρματοπλέγματα.  Έβαλε τον σάκο με τα χρώματα και τα σχέδια μπροστά στο στήθος του και προχώρησε τοίχο τοίχο μέχρι την άκρη του σιδερένιου δοκού που στήριζε το υπόστεγο. Ήταν σκοτεινά. Έπρεπε να είναι προσεκτικός μην πέσει πάνω στις ηλεκτροφόρες ράγες. Άνοιξε με το ένα χέρι την τσάντα να βρει το κινητό να φωτίσει την αποβάθρα. Ένας υπόκωφος θόρυβος ακούστηκε και τα χρώματα κύλισαν πάνω στο βρεγμένο τσιμέντο. Το κινητό έσβησε, βυθίζοντας τον σταθμό του προαστιακού στο σκοτάδι.

Κάποιοι τοίχοι της πόλης αφηγούνται την δική τους ιστορία. Στον σταθμό του προαστιακού δεν γράφτηκε ακόμα. Αυτή ήταν η δική του. ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ.

 

 

Υπάρχει Ελπίς;

Της Μελίνας Παυλάκου

Η πόλη ήταν γεμάτη με πολυκατοικίες και δρόμους. Στους δρόμους έβλεπες χιλιάδες αυτοκίνητα να τρέχουν γρήγορα για να προλάβουν το φανάρι πριν γίνει κόκκινο και όταν δεν προλάβαιναν κόρναραν στους περαστικούς να προχωρίσουν πιο γρήγορα για να φτάσουν δτην δουλειά τους. Όμως σήμερα είχε ησυχία. Βλέπετε σήμερα ήταν Σάββατο.

Γι' αυτό και ξύπνησε στις 12:40 η Ελένη. Έβαλε τις χνουδωτές παντόφλες της και πήγε στην κουζίνα. Εκεί ήταν η μαμά της που της ετοίμαζε το πρωινό της.

Μετά από λίγο ήταν έτοιμο. Πήρε το πιάτο της και κάθησε μπροστά από την μεγάλη τηλεώραση.

Την άνοιξε και καθώς έψαχνε να βρεί κάτι να παρακολουθήσει εκτός από παιδικά και ειδήσεις, βρήκε ένα κανάλι που δεν είχε παρατηρίσει ξανά. Στο κανάλι αυτό μίλαγαν για το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή.

Η ώρα τώρα ήταν 15:45. Το πρόγραμμα είχε τελειώσει.

Η Ελένη σηκώθηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Μόνο τσιμέντο, αυτοκίνητα και κόσμος που ήταν πολύ απασχολημένος για να διορθώσει το λάθος του. Να νοιαστεί για τα ζώα που τώρα υπέφεραν γαι να μπορούν εκείνοι να τρέχουν με τα αμάξια τους στις δουλειές τους.

Η Ελένη πήρε το κινήτο της μαμάς της, το άνοιξε. Ειδοποιήσεις πετάγονταν από διάφορα "site". Ζωγραφιές με την φύση, ζώα, φωτογραφίες από μαγαζιά, παπούτσια, ρούχα και κοσμήματα.

Όμως τι νόημα είχε να ζωγραφίζεις δέντρα, φύτα, ζώα όταν εσύ τα σκοτώνεις με τις πράξεις σου;

Πλέον το ερώτημα ήταν ένα :  Ύπαρχει ελπίς;

 

Ζητείται ελπίς

Του Ιάσονα Στοφόρου

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη,

Για φέτος το μόνο που σου ζητάω είναι ελπίδα. Ελπίδα για τον κόσμο γύρω μου, για τους ανθρώπους που αρρωσταίνουν, για τις οικογένειες που χάνουν δικούς τους ή φίλους τους.

Ελπίδα για το καλύτερο. Πώς θα αλλάξει αυτή η κατάσταση; Θα σταματήσει αυτός ο θανατηφόρος, μισητός ιός; (Α, και θέλω κι ένα κουτί με γλυκά)

Ζητείται ελπίς

 

 


 

Ζητείται Ελπίς

του Κώστα Στοφόρου

 

Να είναι άραγε στο κοχύλι που έχω φυλαγμένο από ένα μακρινό φθινόπωρο στη θάλασσα;

Να είναι σε εκείνη τη φωτογραφία που βρήκα τυχαία στο συρτάρι μου μαζί με κάτι χαμένα ποιήματα μιας γιορτής που χάνεται πίσω στο χρόνο;

Να είναι μέσα στο τηλέφωνο που αρνείται να χτυπήσει, όσα μαγικά κι αν κάνω;

Στο μήνυμα που δεν φτάνει;

Στο ειδοποιητήριο που άφησε ο βιαστικός κούριερ;

Κάνω την ύστατη κοινοποίηση:

«Ζητείται Ελπίς»

 

Ούτε ένα μικρό like δεν παίρνω…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου